Προφορική μαρτυρία: Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός

Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός στο εργοστάσιο του Ι. Μαράκη (Αλευροβιομηχανία Ε.Ε. Ι. Αμπατζόγλου – Ι. Μαράκης και Σία) από το 1953 μέχρι το 1977, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. Κυριακή, 12 Απριλίου 2009, απόγευμα, Αλίαρτος, στο ζαχαροπλαστείο του.

 

Συναντήσαμε τον κ. Αγγελή στο ζαχαροπλαστείο του το απόγευμα της Κυριακής. Η συνάντησή μας κράτησε περίπου δύο ώρες.

 

Ο κ. Αγγελής κατάγεται από την Ευαγγελίστρια. Έχει ακόμα έναν αδερφό. Τα δυο παιδιά έμειναν ορφανά από πολύ νωρίς, όταν ο κ. Αγγελής ήταν 3 χρονών, κι έτσι, το 1944, στα οχτώ του χρόνια, τον ίδιο και τον αδερφό του ανέλαβε να τους μεγαλώσει ένας θείος αστυνομικός στη Λάρισα, και συγκεκριμένα στο χωριό Αμπελώνας. Εκεί έζησε ο κ. Αγγελής μέχρι το 1953, όταν επέστρεψε στον Αλίαρτο σε ηλικία 17 ετών. «Γιατί γυρίσατε;» ρωτήσαμε. «Μας ξεγέλασαν» είπε. «Μας ξεγέλασαν με τα κτήματα. Εκεί [ενν. στον Αμπελώνα] ήταν καλύτερα. Εδώ μας έβγαλαν μαζί με τον αδερφό μου 20 στρέματα, που τα έφτασαν τελικά στα 12. Την Κωπαΐδα έπρεπε να την πάρει η περιφέρεια, η καρδιά ήταν η Αλίαρτος». Τον ρωτήσαμε αν θυμόταν τους Άγγλους, μας είπε κάποια ονόματα – ο Μπελλ ήτανε Γενικός Διευθυντής, ο Μακιαντέρ είχε τα γεωργικά, ο Λιντς τα γελάδια και τα άλλα ζώα [μάλλον ο κ. Αγγελής δε θυμόταν σωστά τη θέση του καθενός, αλλά εδώ σημειώνουμε τις πληροφορίες όπως έχουν μείνει στη μνήμη του].

Ρωτήσαμε τον κ. Αγγελή τι δουλειά έκανε στον Μαράκη. «Στον Μαράκη πήγα το 1953. Δε λεγόταν έτσι, ήταν Αμπατζόγλου-Μαράκης. Πρώτα ο Αμπατζόγλου είχε εκκοκιστήριο. Πρέπει να έγινε, το εκκοκιστήριο, γύρω στο 1925-26. Αλλά από τότε είχε μέσα και δυο μικρούς κυλίνδρους». Ζητήσαμε να μας πει ακριβώς τι δουλειά έκανε εκείνος στο εργοστάσιο, κι απάντησε ότι το 1954 δούλευε τις μηχανές ντίζελ –Χόφμαν–, που ήταν πετρελαιομηχανές. Με αυτές, μας είπε, λειτουργούσε ο μύλος, γιατί ακόμα δεν είχε έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα. Ο μόνος που είχε τότε ρεύμα στον Αλίαρτο ήταν ο Μακιαντέρ [μάλλον εννοεί τον Οργανισμό Κωπαΐδας, καθώς ο Μακιαντέρ μετά το 1953 δεν υπάρχει πια στον Αλίαρτο]. Τρεις τέτοιες μηχανές είχε το εργοστάσιο, μία 100 ίππων, μία 60 και μία 45.

Μας είπε ότι το 1954 ο Μαράκης πήρε ένα δάνειο, από τα δάνεια που έδιναν τότε με το σχέδιο Μάρσαλλ, και μεγάλωσε το εργοστάσιο – κι έγινε, έτσι, το δεύτερο μεγαλύτερο εργοστάσιο της περιοχής [το πρώτο ήταν ο Οργανισμός]. Τον ρωτήσαμε πόσος κόσμος δούλευε εκεί. «Πολύς κόσμος. Θα ’ταν καμιά δεκαριά» [?].

Είπε ότι ο Χαρτάκιας, ο Ζυγογιάννης και ο ίδιος ήταν οι πιο παλιοί εργάτες στον Μαράκη, οι σταθεροί από το τεχνικό προσωπικό. Από το διευθυντικό προσωπικό θυμόταν τον Σ. και τον γαμπρό του Μαράκη, τον Π., ενώ μας είπε ότι ο Σ. ο λογιστής ήρθε πιο μετά, γύρω στο 1957-58 – έτος κατά το οποίο ο ίδιος ο κ. Αγγελής πήγε φαντάρος, για να γυρίσει πίσω το 1960.

Θέλαμε να προσδιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο την εργασία του στο εργοστάσιο και τον τρόπο που δούλευε τις μηχανές. Μας είπε: «Ήμουν μηχανικός. Η αγάπη μου ήταν οι μηχανές. Ήταν αυτό που αγαπούσα. Όπου άκουγα και δούλευε μηχανή ήθελα να πάω ν’ ακούσω πώς δουλεύει». Στις μηχανές του Μαράκη δούλευε ο ίδιος ο κ. Αγγελής και ένας Λειβαδίτης – λίγο αργότερα και ο Γιώργος ο Χαρτάκιας. Επανέλαβε ότι ξεκινούσαν τον κυλινδρόμυλο με τις μηχανές. Δούλευε όλη μέρα, συνεχόμενα από τις 6 το πρωί ως τις 10 το βράδυ. «Και πού τρώγατε» ρωτήσαμε. «Ο Τσαπάρας [ταβέρνα Αλιάρτου] από απέναντι έφερνε φασόλια στο εργοστάσιο» είπε και γέλασε. «Τρεις δραχμές πέντε φασόλια σ’ ένα πιάτο».

Οι μηχανές ντίζελ που δούλευε ο ίδιος, μας εξήγησε, ήταν εσωτερικής καύσεως – στο εξωτερικό, στο πλοίο Ατλαντίδα όπου εργάστηκε πολύ αργότερα, δούλευε μία ντίζελ 12.000 ίππων. Οι μηχανές του Μαράκη ήταν σταθερές μηχανές βάσεως κι έδιναν κίνηση με λουριά, από τον 2ο όροφο στον 4ο, κι έτσι λειτουργούσε ο μύλος. Τον μύλο, όπως μας είπε, τον δούλευε ο Γιώργος [σημ.: Γιώργος Ζυγογιάννης]. «Ο Γιώργος ήταν μυλωνάς – όταν μπήκε το ρεύμα, έγινα κι εγώ μυλωνάς».

«Ποτέ δεν μπορείς να προχωρήσεις σ’ ένα εργοστάσιο αν είσαι λάσκα ή αν έχεις φορτίο πάνω σου» είπε, θέλοντας να δείξει πόσο απαιτητική ήταν αυτή η δουλειά. «Ο τεχνικός είναι πάντα επί ποδός, πάντα επιβλέπει». Τον ρωτήσαμε τι είδους προβλήματα παρουσιάζονταν στη δουλειά. «Κόβονταν τα λουριά, π.χ. Υπήρχε ένα Ημερολόγιο της παραγωγής, έπρεπε να βγουν 20 τόνοι το 8ωρο. Οποιαδήποτε καθυστέρηση συνέβαινε μείωνε την παραγωγή, κι αυτό το έγραφες αναλυτικά – π.χ. “κόπηκε ένα λουρί και είχε 30 λεπτά καθυστέρηση”. Ο λογιστής έπαιρνε μετά το Ημερολόγιο και έβγαζε την παραγωγή της ημέρας». Τον ρωτήσαμε αν οι εργάτες είχαν προβλήματα όταν καθυστερούσε η παραγωγή, και απάντησε αρνητικά, τονίζοντας ότι απλώς έπρεπε να ενημερώσουν το Ημερολόγιο.

Στη συνέχεια επιμείναμε να μας περιγράψει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις μηχανές. «Τα λουριά τα έλεγαν φασκιές [σημ.: από το ρήμα φασκιώνω], κι αυτά ανέβαζαν τα αναβατόρια πάνω. Παλιά οι μύλοι λειτουργούσαν με αναβατόρια, που είχανε μέσα κουβαδάκια». Στο σημείο αυτό ο κ. Αγγελής θυμήθηκε: «Πρέπει να ’χαν περάσει πάνω από 3.000 κόσμος – ένας ερχόταν, άλλος έφευγε. Ο Μαράκης ήταν στρατιωτικός, είχε πειθαρχία, κι όσοι μείναμε ως το τέλος και μάστορες βγήκαμε και οικογενειάρχες». Μας είπε ότι εκείνος έφυγε από το εργοστάσιο στα 40 του, το 1977, ενώ ο Γιώργος το 1980. Και συνέχισε με τις μηχανές:

Τα αναβατόρια συνδέονταν με έναν άξονα, όσα γύριζαν γύρω γύρω, αποκάτω ως πάνω [από τον 1ο ως τον 4ο όροφο]. Μας εξήγησε ότι υπήρχε ένα κουβαδάκι, κατέβαιναν τα αναβατόρια, γέμιζαν αλεύρι και το ανέβαζαν στα πλασίστερ, τα οποία αυτόματα έκαναν τη διαλογή – φαρίνα, πίτουρο, κλπ. «Ο μύλος είναι ολόκληρη επιστήμη» είπε. Στο πρώτο πάτωμα ήταν το πρώτο πλασίστερ, ξεχώριζε το πιο χοντρό, στο επόμενο το πιο χοντρό, κι έτσι συνέχιζε μέχρι να φτάσει ο σπόρος στα 20 σπασίματα. Δέκα κυλίνδρους είχε το εργοστάσιο του Μαράκη, δηλαδή είκοσι σπασίματα [10 κύλινδροι και 20 φασκιές]. Οι μυλομαραγκοί ήταν οι τεχνίτες που έφτιαχναν τα αναβατόρια κτλ, μηχανήματα που ήταν κατασκευασμένα και από ξύλο. Έπρεπε να φροντίζουν ώστε τα λούκια να έχουν ροή για να μην μπουκώνουν.

Ύστερα από την επιμονή μας να καταλάβουμε ακριβώς πώς ήταν το εργοστάσιο, να το ανασυνθέσουμε αν γινόταν, ο κ. Αγγελής επανήλθε στις φασκιές. «Η φασκιά ήταν το λουρί. Όταν λέμε όμως λουρί, δεν εννοούμε από καουτσούκ, αυτό ήταν υφαντό λουρί. Τις έβγαζαν ειδικά εργοστάσια». «Ελληνικά;» ρωτήσαμε. «Δε νομίζω να ήταν ελληνικής παραγωγής» είπε. «Τα καλύτερα μηχανήματα τα είχε η ΜΙΑΓΚ, η ΜΠΟΥΛΕΡ [Bühler / Miag flour mill grinders]. Αν το λουρί κοβόταν, το μπολιάζαμε εμείς. Είχαμε κάτι βίδες, τις κουβαδόβιδες με το μεγάλο κεφάλι, και τρυπάγαμε τη φασκιά με την σγκόρμπια...»

Όλα τα τελικά προϊόντα φτάναν στο ισόγειο. Ο κύλινδρος είχε διάμετρο 1.20 μ. Έπεφτε μέσα το στάρι, το έσπαγε στα τέσσερα. Ύστερα το ανέβαζε στο πλασίστερ όπου γινόταν η διαλογή, πήγαινε δίπλα στον επόμενο κύλινδρο, γινόταν το επόμενο σπάσιμο, πήγαινε στο επόμενο πλασίστερ κ.ο.κ. Αυτός ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρι να φτάσει ο σπόρος στο 20ό σπάσιμο. Το κάθε πλασίστερ έκανε μία διαλογή. Για παράδειγμα, το κάθε πλασίστερ έβγαζε τρεις φαρίνες. Ο κοχλίας έπαιρνε το αλεύρι και το πήγαινε στις χαρμανιέρες, που χωρούσαν 500 κιλά η καθεμιά. Από κει σακιάζανε τα αλεύρια, και οι διάφορες ποιότητες, π.χ. το ενενηντάρι, το άλευρο τύπου 78, τύπου 70, κ.ο.κ., πήγαιναν στον αντίστοιχο όροφο. [προσδιορισμός επί τοις εκατό με βάση το πόσο πίτουρο έβγαινε έξω].

Προϊόν της διαλογής ήταν επίσης και οι βήτες [από «βήτα» ποιότητα]. Οι βήτες ήταν το πολύ σκούρο αλεύρι που έβγαινε στο τέλος στα τελευταία σπασίματα, το οποίο είχε πολλή τέφρα και πήγαινε για ζωοτροφές. Μας εξήγησε ότι το αλεύρι τύπου 70 δε βγάζει βήτες, ενώ τα τύπου 50, 55, 58 βγάζουν.

Μιλώντας για όλη αυτήν τη διαδικασία, ο κ. Αγγελής είπε: «Αυτός ο μύλος είχε τις καλύτερες προδιαγραφές. Είχε οχτώ χαρμανιέρες, έπαιρναν 4.000 σακιά. Το κάθε σακί ζύγιζε 60 κιλά, αργότερα τα έκαναν πενηντάρια, και σαραντάρια πιο μετά».

Στη συνέχεια εστιάσαμε τη συζήτηση στον ίδιο τον κ. Αγγελή. «Θυμάστε την πρώτη σας μέρα στο εργοστάσιο; Θυμάστε τι εντύπωση σας έκανε;». Ο κ. Αγγελής γέλασε. «Εκεί πάνω στη Λάρισα» είπε «είχαμε αυτούς τους μεγάλους κρίνους, τους λευκούς. Είχα φτιάξει μια ανθοδέσμη. Όταν κατέβηκα, η μικρή κόρη [του Μαράκη], η Δ., ήταν ακόμα στο καλάθι. Η Μαράκαινα περίμενε στην πόρτα. Της έδωσα την ανθοδέσμη και μου είπε “Πάρε το καλάθι και πήγαινέ το πάνω”». Τον ρωτήσαμε ποια ήταν η διαδικασία για να ζητήσει δουλειά, αν αυτό ήταν κάτι που γινόταν μόνο προφορικά. «Έκανα αίτηση, γραπτά» είπε. «Είχα φέρει κι από τον Αμπελώνα χαρτιά με την προϋπηρεσία μου, με είδε ο Μαράκης και με προσέλαβε στο μηχανοστάσιο». Μας είπε ότι νωρίτερα είχε μιλήσει στον Μαράκη ο αδερφός του πατέρα του, ο οποίος ήταν πολύ φίλος του Μαράκη, και ο Μαράκης αμέσως είχε πει «Να ερθει το παιδί, να δουλέψει εδώ». «Ο ίδιος μ’ αγαπούσε πάρα πολύ» είπε ο κ. Αγγελής. «Μ’ αγαπούσε, ήμουν εργατικός, κοίταζα τη δουλειά μου». Θυμήθηκε ότι ο Μαράκης ήρθε στον Αλίαρτο με την οπισθοχώρηση, κι ότι τότε τον έκανε γαμπρό ο Αμπατζόγλου. Δεδομένης της καλής σχέσης που φαινόταν να υπάρχει μεταξύ του κ. Αγγελή και του Μαράκη, τον ρωτήσαμε για ποιον λόγο έφυγε. «Με έκανε η οικογένεια [ενν. του ίδιου] τότε και έφυγα» απάντησε. «Παραιτήθηκα τότε μόνος μου, ο Μαράκης δεν ήθελε να φύγω. Αλλά ο μισθός ήταν ο βασικός, 18.000 δραχμές. Εγώ ζήτησα τότε ένα δάνειο, 200.000 δραχμές, για την οικοδομή εδώ» – ο κ. Αγγελής έδειξε το ζαχαροπλαστείο. «Ο Μαράκης είπε όχι. “Θα φύγω” του λέω, αλλά ο Μαράκης δεν το πίστεψε. Νόμιζε ότι δε θα φύγω. Τελικά, τον Οκτώβριο του 1977, έφυγα για Αραβία».

Τον ρωτήσαμε γιατί έκλεισε το εργοστάσιο. «Τον είχανε βάλει μέσα τα μπισκότα» είπε. «Ο Ρούλιας, όλοι, έπαιρναν επί πιστώσει. Ο μόνος που πλήρωνε ήταν ο Παπαδόπουλος, αυτός ήταν το καλύτερο εργοστάσιο σε όλη την Ελλάδα».

Του ζητήσαμε να μας μιλήσει για την Αραβία. «Στην Αραβία... ήταν λιγάκι δύσκολα. Ήμουν 200 χιλιόμετρα έξω από την Τσέντα. Εκεί πρωτοδούλεψα ένα εργαλείο, ένα Caterpillar, ντίζελ, για ενάμισι χρόνο. Βούλιαξε στη θάλασσα. Ήμουν υπεύθυνος για ένα μπούμα – αυτό είχε βάθος 16 μέτρα, κι έσκαβε το βυθό. Αποπάνω είχε βουνά από κοράλλια. Κάποια στιγμή, ενώ βυθιζόταν, αντί ο χειριστής να κάνει μάινα, έκανε βίρα, βίρα [«μάινα» = προς τα κάτω, «βίρα» = προς τα πάνω] – χτύπησε στα κοράλλια, κι η μπούμα βυθίστηκε. Πνίγηκε κι ένας μαύρος». Τότε οι αρχές, όπως συνέχισε ο κ. Αγγελής, τον έκλεισαν στη φυλακή ως υπεύθυνο χειριστή της μπούμας. Η εταιρεία του πλήρωσε εγγύηση 25.000 δολάρια, τον έβγαλε και ο κ. Αγγελής γύρισε στην Ελλάδα το 1980. Ο Μαράκης δούλευε ακόμα.

Πότε έκλεισε, και γιατί; επιμείναμε πάλι. Κι εδώ ο κ. Αγγελής φάνηκε σαν να είχε στο νου του κάτι που δεν ήθελε να μοιραστεί. Όντως, «Είναι μια ιστορία που δε θέλω να αναφέρω» είπε. «Δεν ξέρω... Μια ιστορία με τον Σ. Εγώ δεν τα πήγαινα καλά μαζί του. Δεν ξέρω γιατί το νοίκιασε το εργοστάσιο ο Σ. Ο Μαράκης, όμως, του είχε κάνει ένα χαρτί και τον είχε κάνει πληρεξούσιο».

Όταν ο κ. Αγγελής επέστρεψε το 1980, ο Μαράκης ζουσε ακόμα στον Αλίαρτο. Ρωτήσαμε τι άνθρωπος ήταν, κι ο κ. Αγγελής μίλησε μάλλον έντονα: «Εδώ λένε πολλά. Αλλά άσχετα τι λέει ο καθένας, ο Μαράκης ήταν πολύ καλός άνθρωπος, δημοκρατικός. Κάθε φορά που ερχόμουν απέξω και το μάθαινε, έπαιρνε τηλέφωνο. Βρισκόμασταν, καθόμουνα, κουβεντιάζαμε, μου ’λεγε τα παράπονά του. “Eγώ είμαι βιομήχανος, αλλά είμαι δημοκρατικός” έλεγε. Ήταν πολύ οργανωμένος. Λένε, κάποιοι» συνέχισε ο κ. Αγγελής «ότι ο Μαράκης δεν έκανε τίποτα στον Αλίαρτο. Όμως είχε βοηθήσει πολλούς, και οικονομικά, και με άλλους τρόπους... Στον τόπο δεν έκανε τίποτα».

Τον ρωτήσαμε τι είδους παράπονα είχε ο Μαράκης. «Παράπονα; Δεν ξέρω, δεν ξέρω τα παράπονά του» είπε αυτή τη φορά. Και συνέχισε: «Κι εμείς, είχαμε πάρει τα χούγια του Μαράκη όλοι. Γίναμε νοικοκυραίοι από τις συμβουλές που μας έδινε αυτός ο ίδιος. Τώρα, αν του ζητούσες ένα δάνειο... δε σ’ το ’δινε. Όμως, σαν βιομήχανος, εδώ στον τόπο έχει αφήσει λεφτά. Πρώτα πρώτα οι παραγωγοί των σταριών: Πλήρωνε, ο Μαράκης, επιτόπου. Έρχονταν κάποιοι κι έφερναν το στάρι τους και είχε υγρασία, και δεν μπορούσαν να το αποθηκεύσουν. Ο Μαράκης ήθελε να τον βοηθήσει τον αγρότη. “Έλα, βρε Αγγελή” μου ’λεγε “βάλ’ το κάπου, άλεσέ το”. Αλλά πού να το πάρω εγώ έτσι... Θα μόλευε όλο το σιτάρι, θα ’ριχνε την ευθύνη σε μένα».

«Θυμάμαι, μια φορά» συνέχισε ο κ. Αγγελής «διάβαζα τον Εθνικό Κήρυκα – επειδή ο θείος μου ήταν χωροφύλακας. Με βλέπουν στο εργοστάσιο, το λένε στον Μαράκη. Με καλεί, “Έλα δω” μου λέει “τι εφημερίδα διαβάζεις;” “Τον Εθνικό Κήρυκα” λέω εγώ. “Τον Εθνικό Κήρυκα;” βάζει τις φωνές. “Tην Ελευθερία!”».

Γενικά, ο κ. Αγγελής είπε ότι μέσα στην οικογένεια [Μαράκη] έκαναν κυρίως κουμάντο οι γυναίκες, οι οποίες είχαν και την περιουσία. Αυτό του έφερε στο νου τον Αμπατζόγλου, τον πεθερό του Μαράκη, κι αμέσως μας είπε ότι ήταν «πολύ αγαπητός άνθρωπος». Όλοι οι παλιοί, είπε ο κ. Αγγελής, έλεγαν για τον κυλινδρόμυλο «πάμε στου Ιορδάνη», ενώ θυμάται ακόμα μια ιστορία που του είχε πει ο πατέρας του παπα-Λιάνου, του παλιού ιερέα: Αυτός είχε κάποτε, πριν τον πόλεμο, ένα άλογο για να καλλιεργεί τα χωράφια και του ψόφησε. Η οικογένειά του ήταν μεγάλη, βρέθηκε σε δύσκολη θέση, δεν ήξερε τι να κάνει. Την εποχή εκείνη περνούσαν κάθε τόσο απ’ την περιοχοί οι τζαμπασήδες, έμποροι ζώων. Ο πατέρας του παπα-Λιάνου πήγε στον Αμπατζόγλου και του ζήτησε δάνειο για να αγοράσει άνα άλογο. Πήγαν λοιπόν μαζί στο χάνι του Καρβούνη [εκεί που είναι σήμερα το «Τζάκι»], όπου είχαν στήσει την αγορά τους οι τζαμπασήδες, και μαζί με τον Αμπατζόγλου κοιτούσαν τα άλογα. Ο πατέρας του παπα-Λιάνου διάλεξε, και διάλεξε ένα φτηνό. Τότε ο Αμπατζόγλου του λέει: «Δεν κάνει. Θα πάρεις αυτό», και του δείχνει ένα γερό μουλάρι που κόστιζε, τότε, 7.000 δραχμές. «Θα μου τα φέρνεις λίγα λίγα σε βαμβάκι» είπε στον πατέρα του παπα-Λιάνου, κι η αγορά έγινε.

Ο κ. Αγγελής μας είπε ότι τα οστά όλης της οικογένειας, του Ιορδάνη Αμπατζόγλου, της γυναίκας του της Αναστασίας, του Μαράκη, του γερο-Λιάσκου, βρίσκονται όλα στο παρεκκλήσι της οικογένειας.

Τον ρωτήσαμε αν ο Μαράκης πριν πεθάνει τα είχε χάσει, κι ο κ. Αγγελής αρνήθηκε. «Μόνο γεράματα» είπε, θα ’ταν περίπου 83 χρονών οταν πέθανε. Και πρόσθεσε ότι η κυρα-Πιπίτσα ζει ακόμα σήμερα, και θα ’ναι οπωσδήποτε 90 χρονών.

«Εγώ πήγα στην Τζέντα 76 κιλά και γύρισα 55» είπε, κι ο νους του γύρισε πάλι στην Ατλαντίδα. «Ήταν το μεγαλύτερο πλοίο στον κόσμο» είπε. «Ένα είχαν οι Ιάπωνες, ένα οι Ρώσοι, κι ένα ήταν ελληνικό». Ο Αγγελής ήταν μηχανικός στο σκάφος. «Εγώ οδηγούσα το σκάφος» είπε χαμογελώντας. «Ντάξει... Καλά περάσαμε». Και πρόσθεσε ότι στο πλοίο είχε πάρει κι άλλα παιδιά από τον Αλίαρτο, αλλά δεν έβγαινε πάντα σε καλό. «Ένας ηλεκτρολόγος παραπονέθηκε [για το σκάφος, εννοούσε] κι ακόμα δε μου λέει ούτε καλημέρα».

Τον ρωτήσαμε αν θυμόταν τον Τρούγκα [εργάτης του Μαράκη, γνωστός ως «γεροντόμαγκας»]. Αμέσως έλαμψε ολόκληρος, γέλασε. «Το Νίκο δε θυμάμαι;» είπε. «Ο μπαρμπα-Νίκος ο μακαρίτης ήταν άνθρωπος πολύ καλής ψυχής. Ο μπαρμπα-Νίκος αν δεν έπινε ένα μισόκιλο δεν μπορούσε ούτε να δουλέψει ούτε τίποτα. Μια μέρα τσακώθηκε με το Μαράκη. “Ρε Νίκο” του ’λεγα εγώ “άσ’ τον, αφεντικά είναι”. “Άσε, ας φάει ρέγγα άμα θέλει” έλεγε αυτός [είχε ζάχαρο ο Μαράκης], κι ο Μαράκης μετά τον έδιωξε.

»Το πρωί πήγαινε στον Τσαπάρα, ήθελε το μισόκιλο. Άμα δεν είχε λεφτά, ο Τσαπάρας δεν του έδινε. Μια μέρα πήγα εγώ, “Πόσα είναι για πέντε κιλά;”, τον πλήρωσα και του ’πα να του δίνει μισό κιλό τη μέρα». Ο κ. Αγγελής γέλασε. Τον ρωτήσαμε πού ανήκε πολιτικά ο Τρούγκας, και μας είπε ότι ήταν πολύ δημοκρατικός, παλιός ελασίτης. Θυμήθηκε ότι επί Χούντας έπαιρνε μαζί την κατσαρόλα του [ο κ. Αγγελής] κι έλεγε στη γυναίκα του κι έβαζε μέσα κάτι παραπάνω για τον Τρούγκα – αλλά ο Τρούγκας δεν έτρωγε, «επειδή έπινε». Την ίδια εποχή, όταν έγινε το πραξικόπημα, ο κ. Αγγελής ρώτησε τον Τρούγκα: «Σαν παλιός, έχεις δει πολλά στη ζωή σου – αυτοί οι άνθρωποι θα σταθούνε πάνω;» «Θα πέσουνε ή σε 6 μέρες, ή σε 6 μήνες, ή σε 6 χρόνια» απάντησε ο Τρούγκας. Του κ. Αγγελή του έκανε εντύπωση, γιατί κάτι παρόμοιο είπε τότε και ο Μαράκης. «Την έχουμε άσχημα» είχε πει. «Δυο περιπτώσεις υπάρχουν: Αν ο Μαρκεζίνης κοιταχτεί στον καθρέφτη και δει τη μούρη του χαθήκαμε όλοι. Αν δεν τη δει, μπορεί και ν’ αλλάξει».

Τελικά, όπως μας είπε, ο Μαράκης τον Τρούγκα τον απέλυσε.

Τον ρωτήσαμε αν γενικά έφευγαν οι εργάτες απ’ το μύλο. Απάντησε ότι έφευγαν στους τρεις, έξι, δώδεκα μήνες, ψάχνοντας καλύτερη δουλειά. «Ήταν πολύ κουραστική δουλειά» είπε. «Ανεβοκατέβαινες τις σκάλες πάνω από τριάντα φορές, πάνω κάτω».

Σκεφτόμενος τους εργάτες που είχαν περάσει από το μύλο, θυμήθηκε ότι μια φορά ο Μαράκης του έφερε έναν αντάρτη, παλιό οπλίτη του Φλωράκη – κάποιος κουμπάρος τού το είχε ζητήσει. «Πάρ’ τον, Αγγελή» του είπε ο Μαράκης «να φάει ένα κομμάτι ψωμί, έχει δύο παιδιά. Αν τον στείλω αλλού, θα τον διώξουν». Τον κράτησε μέχρι το ’77. «Αυτός είχε φάει και δυο σφαίρες και ήταν λίγο βαρεμένος» είπε ο κ. Αγγελής. «Έκανε ελαφροδουλειές, σκούπιζε, καθάριζε στα πλασίστερ. Αυτός μου είπε πολλά για το Φλωράκη. “Ρε μάστορα” λέει μια φορά “Μία η ώρα τη νύχτα μας πήρε απ’ τον Παρνασσό να μας περάσει στην Γκιώνα. Ξημερωθήκαμε, οχτώ η ώρα το πρωί, στον κάμπο της Λαμίας. Μας περίμεναν. Ήμασταν χίλιοι άντρες, μείναμε οι μισοί. Ο καπετάν Γιώτης πέρασε απέναντι με τα άλογα”. Κοίτα να δεις» συνέχισε ο κ. Αγγελής «πώς δοξάζεται ο άλλος χωρίς να έχει δόξα πάνω του».

Μας είπε ότι υπήρχαν αντάρτες που ο ίδιος σεβόταν – ο Βαφειάδης, π.χ., ο Βελουχιώτης – «Ήταν πολύ πατριώτης ο Άρης». Και, μιλώντας για τον Εμφύλιο, συνέχισε:

«Εμείς περάσαμε πάρα πολλά. Θυμάμαι, στον Αμπελώνα, ο θείος μου κι η θεία μου με έχωσαν εμένα σ’ ένα βαρέλι μεγάλο, ξέρετε, απ’ αυτά που είχαν πόρτα μπροστά, για να μη με πάρουν στον Όλυμπο οι αντάρτες. Τότε πήραν 200-250 παιδιά απ’ τον Αμπελώνα... Και οι δυο ήταν άγριοι. Και ο Σούρλας [είχε οργανώσει ομάδα «εθνικοφρόνων» στην ανατολική Θεσσαλία]. Και οι δεξιοί και οι αριστεροί. Εγώ είμαι βενιζελικός. Οι παππούδες μου, απ’ την πλευρά του πατέρα μου, ήταν οπλίτες του Πλαστήρα».

Ενθυμούμενος την εποχή του Εμφυλίου στον Αμπελώνα, και θέλοντας να μας δείξει την αγριότητα και των δύο πλευρών, μας είπε ότι στον Αμπελώνα έβγαιναν τα παιδιά κι έπαιζαν μπάλα, και περνούσαν πότε οι μεν πότε οι δε, τα σημάδευαν και τα σκότωναν για αντίποινα. Θυμήθηκε κι ένα ακόμα περιστατικό όπου, κάποια νύχτα, οι χωριανοί πήγαν στα χωράφια στις 2 η ώρα τη νύχτα, όπως συνήθιζαν, να σπάσουν τον καπνό προτού βγει ο ήλιος – γιατί τη μέρα κόλλαγε στα χέρια. Οι σουρλικοί, μόλις ξημέρωσε λίγο, πέσαν στον κάμπο. Σκότωσαν καμιά εικοσαριά άτομα. Ένα παλικάρι το βρήκανε νεκρό μες στα καπνά, το θυμόταν ο κ. Αγγελής, και πίσω του τη μάνα να το κλαίει.

Τον ρωτήσαμε αν ο διαχωρισμός μεταξύ αριστερών και δεξιών συντηρήθηκε τις δεκαετίες του ’50 και ’60 στον Αλίαρτο. Απάντησε αρνητικά, και μας είπε ότι υπήρχαν και αριστεροί που γύρισαν στη δεξιά.

Στη συνέχεια μας είπε για τον εαυτό του: «Επειδή ο Μαράκης μάζευε τους αριστερούς και τους προστάτευε, με είδαν εκεί πέρα, σου λέει κι αυτός τέτοιος είναι – είδαν όμως τα χαρτιά μου, κι ύστερα δεν έβγαλαν τσιμουδιά».

Μας διηγήθηκε, ακόμα, μια ιστορία με έναν γνωστό αριστερό του Αλιάρτου, το Μήτσο το γανωτή. «Αυτόν τον κυνηγούσανε λες κι ήτανε φίδι» είπε, και πρόσθεσε ότι στο αντάρτικο είχε γλιτώσει ένα συνταγματάρχη της χωροφυλακής. Είχε συλληφθεί ο συνταγματάρχης, κι ο Μήτσος τον πήγαινε προς τα Κούκουρα. Στο δρόμο ο συνταγματάρχης του ζήτησε να τον αφήσει να φύγει, λέγοντάς του ότι αργότερα θα του φαινόταν κι εκείνος χρήσιμος. «Άσε με να κατουρήσω» του είπε «να φύγω, κι ύστερα άρχισε το τουφεκίδι». Ο Μήτσος δέχτηκε, κι ο συνταγματάρχης όντως δραπέτευσε.

Κάποια μέρα, επί Χούντας, η κυρα-Ιορδάναινα, η πεθερά του Μαράκη, ζήτησε από τον Αγγελή έναν καλό γανωτή να της φτιάξει τα μπακίρια. Ο Αγγελής έστειλε το Μήτσο. «Μήτσο, να τα φτιάξεις να λάμπουνε» του είπε. Ο Μήτσος πήρε τα μπακίρια, τα γυάλισε, τα πήγε πίσω, πληρώθηκε, έφυγε. Μετά ο κ. Αγγελής πήγε στην κυρα-Ιορδάναινα, και της είπε ότι το Μήτσο τον κυνηγούσανε. Αμέσως εκείνη πήρε στο τηλέφωνο το Μαράκη: «Γιάννη» του λέει «να διώξεις τον αστυνόμο». Ο αστυνόμος, γαϊδουρο-Γιάννη τον έλεγαν στον Αλίαρτο, ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά στο σχολείο. Ο Μαράκης κάλεσε όντως τον αστυνόμο στο γραφείο του, και οι φωνές του, λέει ο κ. Αγγελής, ακουγόντουσαν ως το δρόμο – τον έβριζε, «γαϊδούρι» και άλλα. «Πού θες να σε στείλω;» τον ρώτησε. «Να σε στείλω στα σύνορα;». Μίλησε με τον Παπασπύρου και του είπε «Να τον στείλεις εκεί που δεν υπάρχει Θεός». Λίγο αργότερα η γυναίκα του αστυνόμου πήγε κλαίγοντας στον Ιορδάνη: «Να φύγει» έλεγε η γυναίκα «αλλά να πάει κάπου κοντά, να μείνουν τα παιδιά στο σχολείο».

«Γλίτωσε ο Μήτσος» τέλειωσε ο κ. Αγγελής την ιστορία «έτσι, με τα τζερέδια της κυρα Αναστασίας. Ύστερα ήρθε καινούριος αστυνόμος. Μορφωμένος, δεξιός, αλλά πολύ καλό παιδί».

Ύστερα ο κ. Αγγελής επέστρεψε στην προσωπική του ιστορία: Θεωρούσαν ότι κι ο Αγγελής ήταν αριστερός. Κι εκτός απ’ αυτό, έκανε παρέα με τον Κώστα τον Σκένδρο από το Μάζι, ένα λοχία με τον οποίο είχαν υπηρετήσει μαζί – ο Κώστας ήταν αριστερός, χωρίς ο Αγγελής να το ξέρει. «Πίναμε κάνα ποτήρι στο Μάζι» είπε. Σε μία τέτοια περίσταση, ο κ. Αγγελής είδε να τους παρακολουθούν δύο της ασφάλειας. Ο Αγγελής άρπαξε τον έναν απ’ το χέρι έτσι όπως πέρναγε μπροστά τους, «Κάτσε κάτω, ρε» του είπε, αλλά ο ασφαλίτης έφυγε. «Πάμε πιο κάτω» του λέει ο Κώστας «στου Σταρίκα, να πιούμε ένα ποτήρι κρασί». Καθώς περπάταγαν βλέπει ο Αγγελής τον έναν ασφαλίτη πίσω από ένα δέντρο. «Βλακεία» σχολίασε σε μας. «Πού θα πηγαίναμε; Καμιά οργάνωση κάναμε;». Ήθελε να τον δείρει, μας είπε. «Ο χαφιές αυτός ήταν πρώην αριστερός που είχε γυρίσει, και παρακολουθούσε τους άλλους».

Τον ρωτήσαμε αν ήξερε το Νίκο Τουρίκη. Μας είπε ότι εκεί κουρευότανε, αλλά ότι δεν είχανε ιδιαίτερες σχέσεις. Μας είπε ακόμα ότι πριν πάρει το κουρείο ο κυρ Νίκος ήταν και πάλι μπαρμπέρικο, αλλά ο προηγούμενος είχε πεθάνει. Όταν τον ρωτήσαμε πώς και δεν είχε περισσότερες σχέσεις με τον μπαρμπέρη, μας είπε ότι δεν τον άφηνε ο μύλος – «Δουλεύαμε ήλιο με ήλιο, ήταν η δουλειά μας τέτοια».

Τον ρωτήσαμε, επίσης, αν γνώριζε τον Μπινιάρη. Τον θυμήθηκε. «Ένας που έπλενε τα χέρια του; Αυτός ήταν άρρωστος». Μας είπε ότι ο αδερφός του είχε αυτοκτονήσει, ότι ήταν από τη Δομβραίνα και καλός άνθρωπος, κι ότι έμενε σε κάτι δωματιάκια στον Πλάτανο. «Μην τον πείραζες μόνο. Καθόταν συχνά σ’ ένα ραφείο και κάθε λίγο πλενόταν. Αν τον πείραζες...»

Στη συνέχεια τον ρωτήσαμε για την ταβέρνα του Κριμπά. Μας είπε ότι ήταν τρία αδέρφια, ο Σπύρος, ο Γιάννης κι ο Κώστας – ο τελευταίος έχει πεθάνει. «Είχανε κάνει πολλά λεφτά» είπε. Στο εστιατόριο πήγαινε πολύς κόσμος. «Χτύπαγε το κουδούνι στον Οργανισμό, έβγαιναν 100-200 άτομα». Κόρη του μπαρμπα-Λιάμη Κριμπά ήταν η Ευδοξία. Στη θύμηση του μπαρμπα-Λιάμη ο κ. Αγγελής γέλασε. Μας είπε ότι την εποχή που παντρεύτηκε η κόρη του, εκείνος – ο Αγγελής – είχε πάει εκδρομή στα Καμένα Βούρλα «με μια κοπελίτσα». Ήταν 20-22 χρονών τότε. Έτυχε όμως να τον δει ο μπαρμπα-Λιάμης, και του ’κανε «παρατήρηση»: «Ποια είναι αυτή;» του λέει. «Ξαδέρφη απ’ τη Λάρισα, μπαρμπα-Λιάμη» λέει ο Αγγελής. Κι ο μπαρμπα-Λιάμης πήρε τη μαγκούρα του, πήγε στο σπίτι της αδερφής του και της τα ’πε, και την άλλη μέρα στο μεσημεριανό η αδερφή του τον κατσάδιασε – γελούσε ο κ. Αγγελής.

Μας είπε ότι του Κριμπά δεν ήταν χάνι, μόνο εστιατόριο, κι ότι από πίσω είχε κάτι δωματιάκια που τα ’χε για κοτέτσια, όχι για στέγαση. Πρόλαβε, επίσης, ο κ. Αγγελής, και το άλλο το μαγαζί κάτω, χαμηλά [εννοεί το υπόγειο].

Το πρώτο σπίτι στον Αλίαρτο ήταν της Αρσέναινας, μας είπε. Έπειτα έγινε του Καρθάτη και του Βαλμά, κι έπειτα του Ζώτα.

Φεύγοντας, ο κ. Αγγελής μας είπε ότι κι από τις δυο μεριές είναι Σαρακατσάνος, όπως ο Ζυγογιάννης. Η γυναίκα του κ. Αγγελή είναι γένος Ζυγογιάννη.