Προφορική μαρτυρία: Χρύσα Κυριακάτη, κάτοικος Αλιάρτου 1956-1962

Χρύσα Κυριακάτη, 77 ετών, σύζυγος του Νίκου Κυριακάτη, ανώτερου υπαλλήλου του Οργανισμού Κωπαΐδας κατά τα έτη 1956-62. Μόνιμος κάτοικος Αθηνών.
Τρίτη 26 Μαΐου 2009, Βούλα, στο σπίτι της κα Χρύσας.

 

Η κα Χρύσα μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμά της στη Βούλα, ένα μεγάλο, ευάερο και καλόγουστο σπίτι, που φανερώνει αμέσως την οικονομική άνεση της οικογένειας – σε έντονη διαφοροποίηση από ό,τι έχουμε δει μέχρι τώρα. Πρόθυμη να μιλήσει για κείνα τα χρόνια, ανήσυχη αν όντως μπορούσε να προσφέρει κάτι στην έρευνα, με καλή μνήμη και εύγλωττη, η κα Χρύσα μας έδωσε πρόσβαση σε μια πτυχή της κοινωνικής ζωής του Αλιάρτου που μέχρι τώρα είχαμε συναντήσει μόνο κάνοντας εικασίες μπροστά στα σπίτια της περιοχής [Κήποι και Νέα Σπίτια]. Όταν, στο τέλος, την ευχαριστήσαμε και τη διαβεβαιώσαμε ακριβώς γι’ αυτό, ότι δηλαδή το συγκεκριμένο κομμάτι της ζωής του Αλιάρτου για μας ήταν ως τώρα απροσπέλαστο, η κα Χρύσα συμφώνησε αμέσως, δείχνοντας ότι είχε πλήρη επίγνωση της θέσης της μέσα στην τότε τοπική κοινωνία: «Μα ναι, φυσικά: Αυτά ούτε οι ντόπιοι δεν τα ήξεραν, τότε».

Η κα Χρύσα κατάγεται από την οικογένεια Θεοδωροπούλου, μεγαλοοικογένεια της Λιβαδειάς. Από τη Λιβαδειά, αλλά όχι από μεγαλοοικογένεια, καταγόταν και ο Νίκος Κυριακάτης. Στον Οργανισμό τον έβαλε το 1956 ο Κονίτσας, βουλευτής της δεξιάς [Θεμιστοκλής Κονίτσας, 1901-1980. Διετέλεσε βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια Βοιωτίας. Υπηρέτησε ως πρώτος αντιπρόεδρος της Βουλής και χρημάτισε υφυπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Καραμανλή από το 1958 ως το 1961]. «Η οργάνωση που είχαν εκεί οι Εγγλέζοι ήταν καταπληκτική» μας είπε. «Βέβαια, ήταν αποικιοκρατία, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό» συμπλήρωσε. Μεταφέροντας τις αφηγήσεις που άκουγε επί χρόνια από τον άντρα της, αναφέρθηκε στον τρόπο πώλησης της Εταιρείας στο ελληνικό δημόσιο: «Όταν ο Παπασπύρου θέλησε να βάλει την Εταιρεία στο ελληνικό δημόσιο, η Φρειδερίκη έθεσε έναν όρο: Ζήτησε να υπάρχει διαδοχή της βασίλισσας για τις γυναίκες της οικογένειας, κι αυτό να θεσπιστεί στο Σύνταγμα – κι ο Παπασπύρου το έκανε». Επίσης, μεταφέροντας και πάλι τα λόγια του άντρα της, μας είπε ότι όταν έγιναν τα πρώτα έργα της αποξήρανσης, τον προηγούμενο αιώνα, «έπιασε φωτιά η τύρφη, ένα χρόνο καιγόντουσαν τα χόρτα του πυθμένα – κι έγινε έπειτα τόσο εύφορο το χώμα».

Μας είπε ότι οι Εγγλέζοι έφυγαν από τον Αλίαρτο σταδιακά, κι αναφέρθηκε στους Κήπους: «Μες στον περιφραγμένο χώρο ήταν 60 δωμάτια. Εκεί οι Εγγλέζοι φιλοξενούσαν τη Φρειδερίκη κι άλλα πρόσωπα της βασιλικής οικογένειας, στο σπίτι του γενικού διευθυντή. Και είχαν μάθει και τους υπαλλήλους να είναι υποτακτικοί – εγώ ξαφνιάστηκα όταν πήγα εκεί».

Μας είπε ότι ο τελευταίος διευθυντής του Οργανισμού [σημ. – ίσως αναφέρεται στον MacElderry, τελευταίο διευθυντή της Lake Copais Co. Ltd.] είχε ζητήσει όταν πεθάνει να τον βάλουνε σε κάσα από λεύκα Κωπαΐδας. «Κι έπειτα, μετά από αυτόν, ήρθαν ο οικονομικός διευθυντής Λουδοβίκος Ταβουλάρης, εξαιρετικός άνθρωπος, Ζακυνθινός, “άρχοντας”, αριστοκράτης, σπουδαγμένος, και οι υπόλοιποι». Ο σύζυγός της διορίστηκε Τμηματάρχης Προμηθειών από το βουλευτή Κονίτσα. «Είχε τόσο καλό μυαλό» μας είπε «που κάθε έξι μήνες έπαιρνε προαγωγή, ανέβαινε στην ιεραρχία μέχρι που έφτασε στο ανώτερο που του επιτρεπόταν να πάει».

Η κα Χρύσα, με φανερό θαυμασμό, μας μίλησε ξανά για τους Κήπους: «60 γεωπόνοι δούλευαν για τους Κήπους. Έβγαζαν μέχρι και μαύρα τριαντάφυλλα». Και, αναλογιζόμενη την κατάληξη, μας μετέφερε και πάλι ιστορίες που είχε ακούσει από το σύζυγο: «Όταν έφυγαν οι Εγγλέζοι είπαν: “Σε δέκα χρόνια θα βλέπετε την Κωπαΐδα και θα κλαίτε” – και πράγματι, έτσι έγινε. Άρχισαν οι διορισμοί, οι ίντριγκες...». Τη ρωτήσαμε πού έμειναν όταν πήγαν στον Αλίαρτο: «Στην αρχή μείναμε στο αμέσως επόμενο μεγάλο σπίτι μέσα στους Κήπους». Και συμπλήρωσε: «Φυτεύανε φράουλες και σπαράγγια, σπάνιο είδος τότε, δεν υπήρχαν στην Ελλάδα, και πωλούνταν κατευθείαν στην Αγγλία…». Μας είπε ότι σ’ εκείνο το σπίτι έμειναν για ένα χρόνο, κι έπειτα μετακόμισαν στα Νέα Σπίτια: «Όπως ερχόμαστε από Αθήνα, στα δεξιά ήταν το σπίτι του Ζάγγα [σημερινή στάση Ζάγγα]. Μετά το τρίτο σπίτι πάνω στο δρόμο, δεξιά ήταν τα Νέα Σπίτια». Η κα Χρύσα, ακόμα και σήμερα, παρέμενε εντυπωσιασμένη από τη συνοικία αυτή: «Ήταν μια κατάσταση τελείως εξωπραγματική, ακόμα και για μένα. Τα σπίτια είχαν κήπους που έρχονταν και τους κλάδευαν κηπουροί από τον Οργανισμό. Φανταστείτε, είχαμε πρόβλημα με το θερμοσίφωνα, για παράδειγμα: Ο ηλεκτρολόγος ερχόταν από την πίσω πόρτα, σκούπιζε τα πόδια του, και ζήταγε συγγνώμη που ενοχλούσε!»

Ζητήσαμε από την κα Χρύσα να μας περιγράψει την καθημερινή τους ζωή στον Αλίαρτο: «Με τον άντρα μου κλεφτήκαμε, κι εγώ δεν είχα τίποτα – με τους γονείς μου τότε δε μιλούσα». «Και πώς σας φάνηκε η αλλαγή;» τη ρωτήσαμε. Γέλασε. «Μα ήμουν ερωτευμένη! Περνούσαμε πολύ καλά. Επειδή είχαμε δικό μας σπίτι, κι ήμασταν μόνοι μας, συνέχεια έρχονταν οι φίλοι μας από τη Λιβαδειά – κάθε Κυριακή είχαμε πάρτι. Τις καθημερινές, οι υπάλληλοι έκαναν ένα διάλειμμα στη μία για το μεσημεριανό φαγητό, κι ύστερα πήγαιναν πάλι πίσω στον Οργανισμό, μέχρι τις εφτά. Κοινωνική ζωή δεν είχε ο Αλίαρτος, έτσι μαζευόμασταν κάθε μέρα στα σπίτια, ακούγαμε μουσική και χορεύαμε». «Τι μουσική ακούγατε;» ρωτήσαμε. «Ευρωπαϊκή. Δημοτικά, όχι, καθόλου. Θυμάμαι ότι χορεύαμε σουίνγκ, π.χ., κι άλλα – όμως πάντα ευρωπαϊκά». Τη ρωτήσαμε για τους υπόλοιπους υπαλλήλους της παρέας: «Οι υπάλληλοι ήταν κυρίως απ’ την Αθήνα, αλλά όχι μόνο. Υπήρχαν και πολλοί κοσμοπολίτες – ήταν ένας Ρώσος, π.χ., παλιός αξιωματικός του ρωσικού στρατού – αυτός πάντα μας χαιρετούσε με χειροφίλημα, και είχε τόση πλάκα όταν έλεγε “θα πάρετε ένα μπισκατάκι;”. Άλλοι ήταν Έλληνες από την Αίγυπτο. Αλλά μετά πολλοί φύγαν, κάποιοι για το εξωτερικό – δεν ήταν ικανοποιημένοι από τον Οργανισμό».

Εξηγώντας η ίδια την κοινωνική τους ζωή και το περιβάλλον τους, μας είπε: «Εγώ ήταν γνωστό από πού προερχόμουν. Ο σύζυγός μου ήταν ο μοναδικός υπάλληλος που έκανε παρέα με τους διευθυντές. Κάθε Κυριακή απόγευμα ήμασταν καλεσμένοι σε κάποιο από τα πέντε σπίτια για τσάι, πινάκλ, κι έπειτα φαγητό – γυρίζαμε πίσω στις 12 το βράδυ.

»Με όποιον διευθυντή ερχόταν απ’ την Αθήνα, υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, κάναμε παρέα. Με τους ντόπιους δεν κάναμε παρέα – μόνο με κάποιον που είχε ένα μύλο, ψηλά [ενν. τον Ιωάννου στο Μαλάκι], όπως και με έναν παπά, τον Μανώλη…, πολύ με αυτόν. Διασκεδάζαμε. Επίσης κάναμε παρέα και με τον πρόεδρο του Υψηλάντη – ωραίος τύπος, βάζαμε μεζέδες, περνούσαμε ωραία».

Ρωτήσαμε την κα Χρύσα γιατί έφυγαν από τον Αλίαρτο: «Τον πέμπτο χρόνο έμεινα έγκυος. Την εποχή που γεννήθηκε το παιδί, το επίπεδο των δραστηριοτήτων του Οργανισμού άρχισε να πέφτει. Τότε κάλεσε τον άντρα μου ο κ. Ταβουλάρης, ο οποίος δεν είχε παιδιά και τον αγαπούσε πολύ, και του είπε “Νίκο, έγινες Τμηματάρχης Προμηθειών, την έχεις τελειώσει πια την ιεραρχία, έχεις φτάσει στο ανώτερο που σου επιτρέπει το πτυχίο του Γυμνασίου. Έκανες κι ένα παιδί. Η γυναίκα σου έχει τέτοια μόρφωση και παιδεία που δε θα δεχτεί να μεγαλώσει εδώ ο γιος σου. Να φύγεις, να πας στην ιδιωτική οικονομία, εκεί θα διαπρέψεις. Και να πας στο Πανεπιστήμιο, στην Πάντειο”. “Τώρα στο Πανεπιστήμιο;” λέει ο άντρας μου. “Είμαι μεγάλος”. “Σε πέντε χρόνια” του λέει ο Ταβουλάρης “χωρίς πτυχίο δε θα μπορείς να βρεις δουλειά”. Και πράγματι, όταν ο γιος μας πήγε στην πρώτη δημοτικού, ο άντρας μου έπαιρνε το πτυχίο του».

Μετά τον Οργανισμό, ο σύζυγος έπιασε δουλειά στη ΒΙΑΜΥΛ [βλέπε https://www.newsbeast.gr, 11.03.2018], όπου και έμεινε μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. «Πώς βρήκε τη νέα του δουλειά;» ρωτήσαμε. «Τη ΒΙΑΜΥΛ την είχε τότε ο πεθερός ενός φίλου μας. Ο πεθερός του ήταν πολύ μορφωμένος, είχε σπουδάσει εκείνη την εποχή χημικός στην Ελβετία. Κάποια φορά που βρεθήκαμε, ο Νίκος είπε ότι ψάχνει να φύγει από την Κωπαΐδα – είχε, τότε, δυο τρεις επιλογές. Μίλησε φαίνεται εκείνος με τον πεθερό του, και τον κάλεσε σε συνέντευξη μαζί του. Μάθαμε ότι του είχε πει ότι “O Νίκος είναι ένα έντιμο άτομο, κεφάλαιο για την εταιρεία”. Βρεθήκαν, συζήτησαν, “Πότε μπορείς να έρθεις;” ρώτησε τον Νίκο. “Σε δύο μήνες” λέει ο άντρας μου. “Μα – τόσο πολύ;” Του φάνηκε περίεργο. “Αν έφευγα από τη δική σας δουλειά, δε θα έπρεπε πρώτα να εκπαιδεύσω κάποιον να πάρει τη θέση μου;” Πράγματι, γύρισε στον Αλίαρτο και σε δυο μήνες φύγαμε. Κι έτσι κατέβηκε στην Αθήνα, στην αρχή εμπορικός διευθυντής, οικονομικός διευθυντής μετά – έγινε το δεξί χέρι της εταιρείας.

»Όταν μπήκε στη ΒΙΑΜΥΛ» συνέχισε η κα Χρύσα «δεν είχε κανείς πτυχίο – σε πέντε χρόνια δεν υπήρχε κανείς που να μην έχει πτυχίο». Η μετακόμιση έγινε το 1962. Μετακόμισαν σε ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη, στην ίδια πολυκατοικία με τους Σαρρήδες [Φίλης Σαρρής, 1926-2005, δικηγόρος, και Άννα Γκέρτσου-Σαρρή, 1936-2011, συγγραφέας], με τους οποίους και τους έδεσε, έκτοτε, πολύ στενή φιλία. Ξεκίνησε τότε μια νέα εποχή για την οικογένεια της κα Χρύσας, η οποία της έχει επίσης αφήσει τις καλύτερες αναμνήσεις: «Εμείς ήμασταν πάντα πολύ ανοιχτοί – και το σπίτι μας ήταν μεγάλο, των Σαρρήδων ήταν πιο μικρό, μαζευόμασταν όλοι επάνω. Κάθε μέρα το σπίτι μας είχε κόσμο, κουβεντιάζαμε, πήγαινε 4 η ώρα το πρωί. Ο άντρας μου κι ο Φίλης περνούσαν ώρες να συζητούν».

Μας είπε για το παράθυρο του διαμερίσματος που έβλεπε στη Φωκίωνος Νέγρη – ήταν το σήμα τους: «Όταν το παράθυρο αυτό έχει φως» έλεγε ο κ. Νίκος στους φίλους «οποιαδήποτε ώρα της νύχτας χτυπάτε. Αν δεν έχει, σημαίνει ότι κοιμόμαστε». Η κα Χρύσα θυμόταν ατελείωτες μέρες, ατελείωτα βράδια, με το σπίτι γεμάτο κόσμο, «Έβγαινε ο Νίκος με τις πιτζάμες και τους έλεγε να φύγουν και δε φεύγανε – “εσύ κοιμήσου, εμείς θα κάτσουμε” του έλεγαν», θυμόταν ολοζώντανα την πόρτα που χτύπαγε μετά τις 10 και μετά τις 11 το βράδυ. «Θυμάμαι, κάποιο βράδυ, χτυπάει η πόρτα στις 10 η ώρα, ήταν ένας ξάδερφός μου. Περνάει λίγη ώρα, έρχεται ο Σαρρής. Μετά από λίγο, πάλι χτυπάει η πόρτα, έρχεται ο κουμπάρος του Σαρρή. Γυρίζει λοιπόν ο ξάδερφος και λέει του Νίκου “Μα καλά, δε μου λες, την εκδίδεις την ξαδέρφη μου;». Μια άλλη φορά, διηγιόταν, το ζεύγος Κυριακάτη έπρεπε να πάει σε κάτι βαφτίσια. «Ήταν Κυριακή μεσημέρι, μαζεμένοι όλοι οι φίλοι, μεζέδες, τα παιδιά, κουβέντα... Τους λέμε “Τι θα γίνει, πρέπει να φύγουμε”, “Ε, φύγετε” μας λένε “και πάρτε και τα παιδιά μαζί – πηγαίνετε εσείς στα βαφτίσια, κι όταν γυρίσετε θα ’μαστε εδώ”. Και πήραμε πράγματι τα παιδιά, πήγαμε στα βαφτίσια, μείναν εκείνοι, κι όταν γυρίσαμε είχαν φτιάξει φαΐ, ήταν όλοι μαζεμένοι... Περνούσαμε πολύ όμορφα εκείνα τα χρόνια. Μετά χωρίσαμε, η Άννα πήγε στην Κηφισιά, εμείς φτιάξαμε αυτό το σπίτι...»

«Και μετά απ’ όλα αυτά» τη ρωτήσαμε «πού θα λέγατε ότι ήταν καλύτερα; Στην Κυψέλη ή στον Αλίαρτο;» Η κα Χρύσα δε δίστασε καθόλου: «Στον Αλίαρτο!... Ενώ δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο, ενώ ήταν ένα χωριό, εμείς είχαμε μια ωραία παρέα, από ανθρώπους υψηλού επιπέδου, κάναμε ωραίες κουβέντες». Τι συζητούσατε; ρωτήσαμε. «Διάφορα πράγματα. Θα μιλούσαμε για πολιτική, για λογοτεχνία – είχαμε στην παρέα τη σύζυγο ενός υπαλλήλου που ήταν φιλόλογος, δε δίδασκε τότε, αργότερα δούλεψε –, για θέματα της εταιρείας».

Ρωτήσαμε την κα Χρύσα αν γνώριζε τον Μαράκη: «Ακουστά μόνο, σαν όνομα», κι επανέλαβε ότι δεν έκαναν παρέες με ντόπιους πέρα απ’ τον Ιωάννου, απ’ τον παπά, κι ένα γιατρό που έμενε απέναντί τους, μάλλον Κόλιας – «Πολύ συμπαθητική η γυναίκα του, κάναμε παρέα».

«Βέβαια» συνέχισε η κα Χρύσα «ήταν πολύ πρωτόγονα τα πράγματα εκεί. Όταν έπρεπε να κάνει το παιδί την ένεση, κατεβαίναμε στην Αθήνα. Και είχε πάρει ο γιατρός ένα λεμόνι, και μου ’δειχνε πώς να κάνω την ένεση μόνη μου. Κι έπρεπε τώρα εγώ, μετά το λεμόνι να κάνω ένεση στο παιδί! Στον Αλίαρτο χανόταν ο γιατρός. Είχε και δυο τρία σκυλιά, άμα κλεινότανε στο σπίτι δεν τον έβρισκες».

Αργότερα, μετά τον πρώτο ενάμισι χρόνο κατά τον οποίο οι σχέσεις με την οικογένεια της κα Χρύσας είχαν κοπεί εξαιτίας του γάμου της, όταν άρχισαν και πάλι να μιλάνε, η κοινωνική ζωή του ζεύγους περιλάμβανε πια κι επισκέψεις από τη μία οικογένεια στην άλλη. Τη ρωτήσαμε αν στον Αλίαρτο πήγαιναν στην εκκλησία: «Όχι, στον Αλίαρτο όχι. Σχεδόν κάθε Σάββατο ερχόταν ένα ταξί, και μας έπαιρνε εμάς και δύο ακόμα υπαλλήλους του Οργανισμού, και πηγαίναμε στη Λιβαδειά. Εκεί πηγαίναμε στην εκκλησία. Και είτε θα κοιμόμασταν εκεί – στην πεθερά μου όσο δε μίλαγα με τους γονείς –, θα βγαίναμε το σαββατόβραδο, θα βλέπαμε τους φίλους και θα επιστρέφαμε την επόμενη μέρα, είτε θα γυρνούσαμε το βράδυ του Σαββάτου». Τη ρωτήσαμε πού έμενε στη Λιβαδειά, και μας είπε ότι το πατρικό της ήταν ένα διώροφο, το σπίτι που έχει γίνει τώρα «Το σπίτι του σκιέρ».

Έπειτα τη ρωτήσαμε αν θυμόταν να αναφέρει ο σύζυγος προβλήματα σε σχέση με τον Οργανισμό. Το πρώτο που της ήρθε στο νου δεν ήταν πρόβλημα, αλλά σχετιζόταν με τον εξοπλισμό του Οργανισμού: «Έζησα όλη την ιστορία πώς έγινε το αντλιοστάσιο. Ήταν υπεύθυνος ο άντρας μου, στο τμήμα των Προμηθειών. Ήταν αγορά μηχανημάτων πολύ υψηλού κόστους, κι εκείνος, με τη σκέψη του και μόνο, γλίτωσε τον Οργανισμό από πόσων ετών τους μισθούς. Όταν ολοκληρώθηκε η αγορά, πήρε προαγωγή». Τη ρωτήσαμε από πού έρχονταν τα μηχανήματα: «Από τη Γερμανία. Θυμάμαι τη SIEMENS, αλλά ήταν κι άλλες εταιρείες». Θυμόταν τους αντιπροσώπους της SIEMENS και των άλλων εταιρειών που επισκέπτονταν τον Οργανισμό. Και, όσον αφορά την πορεία γενικά του Οργανισμού, μας είπε: «Το 1956 ακόμα υπήρχαν προοπτικές. Το ’60 όχι. Όλοι φύγανε. Εγώ είχα έναν συμμαθητή, Ταξιάρχη Παπαϊωάννου, που έμεινε – αλλά ήταν εξαίρεση». «Πόσα άτομα εργάζονταν στον Οργανισμό συνολικά;» ρωτήσαμε. «Πολλοί, πάρα πολλοί» απάντησε. «Εξήντα ήταν μόνο οι γεωπόνοι. Δε θα ήταν άλλοι εξήντα και οι υπάλληλοι των γραφείων; Μόνο των γραφείων...»

Της ζητήσαμε ύστερα να μας περιγράψει τη ζωή της στη Λιβαδειά. Πρώτα μας διηγήθηκε μια ιστορία από τους πρώτους μήνες του γάμου της, ο οποίος την είχε φέρει σε τόση κόντρα με την οικογένειά της: «Κι εγώ κι η αδερφή μου μαθαίναμε γαλλικά. Όταν παντρεύτηκα ήταν Φεβρουάριος, κι οι εξετάσεις ήταν το Μάιο. Εγώ, φυσικά, τα άφησα τα γαλλικά, έφυγα. Η αδερφή μου είχε παντρευτεί τον Απόστολο Λιανό, [αργότερα] του ΠΑΣΟΚ, αλλά συνέχισε τα μαθήματα κανονικά, και πέρασε με άριστα. Εγώ πήγα το Μάιο και έδωσα έτσι, χωρίς διάβασμα, και πέρασα με passable. Διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου ήταν τότε ο Ροζέ Μιλλιέξ [1913-2006. Γάλλος φιλόλογος, καθηγητής στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας από το 1936, διανοούμενος και φιλέλληνας], που είχε παντρευτεί την Τατιάνα, μαθήτριά του [Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, 1920-2005, πεζογράφος]. Όταν ήρθε στη Λιβαδειά για να δώσει τους επαίνους, στο κινηματοθέατρο ΑΡΜΟΝΙΑ, δίνει το βραβείο στην αδερφή μου κι ύστερα με έψαχνε κι εμένα – εγώ έλειπα, δεν είχα λόγο να βρίσκομαι εκεί. “Πού είναι;” ρωτάει την αδερφή μου, κι εκείνη του είπε ότι έχω παντρευτεί και πώς. Του Μιλλιέξ αυτά του άρεσαν, γιατί κι εκείνος είχε παντρευτεί τη μαθήτριά του. Κι όταν, αργότερα, με συνάντησε, μου λέει: “Κάθε φορά που θα λέτε την ιστορία σας, θα είναι επίκαιρη”».

Τη ρωτήσαμε για την οικογένειά της, τη θέση τους και τη ζωή τους στη Λιβαδειά: «Ο πατέρας μου ήταν από τους μεγαλύτερους βαμβακέμπορους στη Λιβαδειά, μαζί με τους δύο αδερφούς του, και έκαναν και εξαγωγές. Στην αρχή εμπορεύονταν υφάσματα. Όταν άρχισαν το εμπόριο βαμβακιού, οι τρεις αδερφοί ανέλαβαν πόστα: Ο πατέρας μου, ο Γιώργης, είχε αναλάβει τα εκκοκιστήρια και τους παραγωγούς, ο ένας θείος μου το γραφείο στην Αθήνα – μαζί με τον Κατσάμπα – και ο άλλος θείος την επικοινωνία με τους εμπόρους. Αυτό κράτησε μέχρι το 1935. Έπειτα ο Μεταξάς κατάργησε τους συνεταιρισμούς, και οι αδερφοί Θοεδωρόπουλοι βρέθηκαν με πολλά λεφτά στην τράπεζα και χωρίς δουλειά. Αγόρασαν τότε ένα τσιφλίκι στη Θεσσαλία 1.200 στρέματα, και πάλι κι οι τρεις μαζί, κι έβαλαν στα 600 στρέματα σιτάρι και στα 600 στρέματα βαμβάκι. Είχαν χρήματα, αγόρασαν αμέσως μηχανήματα κι έκαναν μηχανοκαλιέργεια, είχαν εκεί μόνιμα δύο γεωπόνους – πολύ καλή δουλειά». Τη ρωτήσαμε τι απέγινε αυτό το τσιφλίκι, και μας είπε ότι αργότερα, όταν μπήκαν τα παιδιά των αδερφών στο Πανεπιστήμιο ή παντρεύτηκαν, το πούλησαν και μοίρασαν τα χρήματα στα έξι παιδιά τους: κανένα δεν είχε ακολουθήσει τη γεωπονία ή κάτι αντίστοιχο για να συνεχίσει.

Θέλοντας να τονίσει το πόσο ενωμένα ήταν τα αδέρφια μεταξύ τους, μας είπε πως, όταν είχαν πια εγκατασταθεί στη Λιβαδειά, έφεραν μαζί τους και την αδερφή τους, που είχε μείνει στο Δίστομο παντρεμένη με έναν τσέλιγκα. Της έχτισαν σπίτι και αγόρασαν για τους δύο γιους της από ένα φορτηγό για να δουλέψουν – «Αλλά ήταν χαραμοφάηδες αυτοί, τα έφαγαν» γέλασε η κα Χρύσα. Θυμήθηκε ότι δεν οδηγούσαν καλά, κι όταν οι θείοι έλεγαν στον ανιψιό τους να προσέχει γιατί «Θα σε σκοτώσουν», εκείνος, ανέμελος, απαντούσε: «Πάσα γη τάφος».

Η κα Χρύσα είχε κρατήσει πολύ ζωντανή τη μνήμη του θείου της του τσέλιγκα: «Ο τσέλιγκας ερχόταν στη μαμά μου. Είχαμε τότε αυτές τις σόμπες, τις “σαλαμάνδρες”, με τη ζελατίνη μπροστά, που έκαιγαν ανθρακίτη. Αυτές τις άναβες μια φορά τον Οκτώβριο κι έσβηναν Μάιο. Ο τσέλιγκας καθόταν δίπλα στη σόμπα, κρατούσε την γκλίτσα του και σφύριζε. Κια, θυμάμαι, όταν ήμουν 15 χρονών, μου λέει “Μαρή, κοίταν μη σε παντρέψει αυτός ο γέρος ο χτικιάρης με κάνα γέρο με λεφτά. Εσένα πρέπει να σε πάρει λεβέντης και να σ’ αγαπάει”. Κι ήρθε η ώρα, και με αρραβώνιασαν με ένα γέρο φαρμακοποιό στην Αθήνα. Αυτός 43, εγώ 22. Δε σκέφτηκε καν να με ρωτήσει. Εγώ δύο φορές τον είχα δει, και δυο φορές είχα πει “Δεν θέλω”. Την Τρίτη φορά ήρθε ο πατέρας μου και μου είπε ότι “πιάσανε τα χέρια”. Εγώ έραψα τότε στη μοδίστρα ένα φόρεμα, πήγαμε στην Αθήνα για τον αρραβώνα, κι εκεί συναντήθηκα με τον Νίκο. Τρεις ώρες κουβεντιάζαμε, τρεις ώρες προσπαθούσε να με πείσει να πάω μαζί του. “Αν πεθάνει ο πατέρας μου, θα πεθάνω κι εγώ” έλεγα. Και μου λέει ο Νίκος “Θα πεθάνουμε μαζί”».

«Δεν μπόρεσα να τη διηγηθώ ποτέ αυτή την ιστορία» είπε η κα Χρύσα. «Κλεφτήκαμε, κι όταν παντρεύτηκα, ο πατέρας μου μου έγραψε ένα γράμμα και μου ’λεγε “Χώρισε, κι έλα εδώ να παντρευτείς όποιον θέλεις”. Κι όταν γνώρισε τον άλλο γαμπρό, της Λιάνας, της αδερφής μου, του λέει “Να αρραβωνιαστείς αυτή τη στιγμή και σου δίνω όλη μου την περιουσία”. Αλλά, φυσικά, ο γαμπρός μου δεν το δέχτηκε αυτό. “Σε έξι μήνες θα το έχεις μετανιώσει” είπε στον πατέρα μου».

Μας είπε ότι ο πατέρας της ήταν πολύ αυστηρός. Θυμήθηκε ότι, όταν τελείωσε η αδερφή της το σχολείο, του είπε: «Θέλω να μπω στη Νομική, αλλά πες μου από τώρα αν θα με αφήσεις να πάω». Κι εκείνος της απάντησε: «Να μη δώσεις εξετάσεις, γιατί θα περάσεις και δε θα πας». Κι όταν η Λιάνα παντρεύτηκε, ζήτησε από τον άντρα της αυτό που ήθελε πιο πολύ: να ολοκληρώσει τις σπουδές της.

Η μητέρα της κα Χρύσας, πάλι, ήταν «πολύ τρυφερή, με ποιότητα». Καθώς ο πατέρας ήταν πολύ ζηλιάρης, η μητέρα δίπλα του «βασανιζόταν».

Πέρα από την αυστηρότητά του, πάντως, ο πατέρας ήθελε οι κόρες του να μορφωθούν και, ιδίως, να μάθουν γλώσσες. «Εκείνη την εποχή οι κοπέλες δε μάθαιναν γαλλικά. Ξεκινήσαμε τριάντα και μόνο τέσσερις τελειώσαμε». Οι άλλες, μας είπε, είτε κουράζονταν είτε παντρεύονταν και σταματούσαν. Ο πατέρας τους, θυμάται η κα Χρύσα, συνήθιζε να λέει στις κόρες τους: «Δυο μήνες λείπω στα χωράφια. Από σας, θέλω μονάχα καλές επιδόσεις».

Έπειτα ρωτήσαμε την κα Χρύσα τι σχέσεις είχε με τη Θήβα. «Εγώ από τη Θήβα ήξερα μόνο τον Νότη το Σταυρή. Δεν είχαμε σχέσεις με Θηβαίους – δεν ξέρω κανέναν». Γέλασε, θυμήθηκε ένα τσιτάτο που έχουν οι Λιβαδείτες: «Λένε ότι όταν πας στη Λιβαδειά, οι Λιβαδείτες είναι πολύ φιλόξενοι, σου λένε “Καλωσόρισες” – κι όταν πας στη Θήβα, οι Θηβαίοι σου λένε “Βρε, καλωσόρισες, πότε θα φύγεις;”».

Η επόμενη ερώτηση αφορούσε τη Λιβαδειά σε σχέση με την Κωπαΐδα: «Είχαν χωράφια οι Λιβαδείτες στην Κωπαΐδα; Από τους Άγγλους, ήδη;». Η απάντηση ήταν αρνητική: «Επί Άγγλων οι Λιβαδείτες δεν είχαν χωράφια – τα χωριά είχαν. Το μόνο που υπήρχε στη Λιβαδειά από την Εταιρεία ήταν το γραφείο του Καρόζου. Τα χωριά όμως είχαν, σίγουρα. Θυμάμαι ότι πάντρευαν οι χωριανοί τα παιδιά τους κι έδιναν προίκα, π.χ. 20 στρέματα, από την Κωπαΐδα». «Πώς κι έτσι;» ρωτήσαμε. «Πώς και δεν είχαν χωράφια οι Λιβαδείτες;» «Οι Λιβαδείτες είχαν δικό τους κάμπο» μας είπε. «Είχαν τα χωράφια γύρω από τη Λιβαδειά». «Εσείς; Ο πατέρας σας;» συνεχίσαμε. «Είχαμε, πολύ λίγα στρέματα όμως, 50-60 στρέματα, κοντά στον Άγιο Δημήτρη».

Σε αυτό το σημείο επιστρέψαμε στον Αλίαρτο: «Τον Τρούγκα τον γνωρίζατε;» ρωτήσαμε. Η κα Χρύσα δε φάνηκε να αναγνωρίζει ούτε καν το όνομα: «Τρούγκα; Όχι, δε μου λέει τίποτα». Της είπαμε ότι ήταν εργάτης στον Μαράκη, κι ήταν ένα πρόσωπο που φαίνεται να αγαπούσε όλος ο κόσμος. Και η κα Χρύσα, σκεφτόμενη τους εργάτες του Αλιάρτου, θυμήθηκε: «Το απόγευμα που τελειώνανε τα γραφεία, και πριν θερίσουν τα στάχυα, περνούσα από ένα δρόμο όπου βρίσκονταν οι παράγκες των εργατών – ξέρετε, αυτές οι τσίγκινες... Ακόμα θυμάμαι τι ωραία που μύριζε το φαγητό, μαγειρεμένο λαδερό φαγητό...»

«Εσείς θα ζούσατε σε αυτές τις παράγκες;» τη ρωτήσαμε. Η απάντηση ήταν κάθετη: «Όχι, δε θα ζούσα». «Ούτε αν ήσασταν ερωτευμένη;». Χαμογέλασε: «Ούτε. Δεν ήμουν μαθημένη έτσι εγώ». Η κα Χρύσα φάνηκε να έχει πλήρη συνείδηση της θέσης της: «Όταν μου έλεγε ο Νίκος να έρθω μαζί του στον Οργανισμό, του έλεγα “Εγώ τι να έρθω να κάνω στον Αλίαρτο; Εγώ την γκαζιέρα δεν ξέρω ν’ ανάβω”. Και πώς να ξέρω» συνέχισε «στη Λιβαδειά είχα υπηρέτρια». Γέλασε, και θυμήθηκε το άγχος που είχε σε κάποια περίσταση που χρειάστηκε να μαγειρέψει και να κάνει το τραπέζι σε καλεσμένους: «Κάποια μέρα, ο Κονίτσας, που ήταν τότε στο υπουργείο Συγκοινωνιών, ήρθε μαζί με τον πρόεδρο της Βουλής, τον Πλατή από τη Λαμία, για κάποια εγκαίνια στον Αλίαρτο. Λέει ο Πλατής στον άντρα μου “Εγώ μόνο την κορδέλα θα κόψω, και θα φύγω, θα έρθω σπίτι σας να φάω. Πες στη Χρύσα να φτιάξει ένα φαγητό”. Θυμάμαι, έφτιαξα ντολμάδες και κοτόπουλο με πατάτες – είχαμε μιλήσει πια τότε ξανά με τους γονείς μου, είχαμε και περισσότερα λεφτά, είχαμε επιπλώσει το σπίτι. Λοιπόν, στο Χρυσό είχαμε κτήματα με ελιές, κι εκεί βγάζουν αυτές τις μεγάλες, τις λαδοελιές, μεγάλες σαν φυρίκια. Ο Κονίτσας ήταν από την Αράχωβα, κι εκεί έχουν κάτι ελιές τόσες δα. Στρώνω το τραπέζι, βγάζω κι ένα βαθύ πιάτο με 10-15 ελιές. Τις κοίταζαν. “Tι ’ναι αυτά;” ρωτάει ο Κονίτσας, “Ελιές είναι” λέω. Παίρνει εκέινος δυο πιάτα, τις μοιράζει με τον Πλατή, ξεκίνησαν πρώτα με τις ελιές κι ύστερα έφαγαν».

Τη ρωτήσαμε πώς ήταν στην αρχή το σπίτι τους στους Κήπους. Μας είπε ότι ήταν ένα μεγάλο σπίτι, αριστερά από τα αμφιθεατρικά σκαλιά. «Μέναμε δυο οικογένειες, δυο ζευγάρια. Είχαμε ένα τεράστιο δωμάτιο, και το σπίτι είχε μέσα όμορφα τζάκια. Το σπίτι απέξω, γύρω γύρω, ήταν χτισμένο με κόκκινο πυρότουβλο». Τη ρωτήσαμε αν είχαν υπηρέτες. «Όχι, δεν υπήρχε υπηρετικό προσωπικό» είπε. Θυμήθηκε τον τότε διευθυντή: «Ένας γεωπόνος ήτανε, ζώον όρθιο, και μόνο αυτός είχε κάνα δυο που του έκαναν τις δουλειές, ντόπιες γυναίκες». Συνέχισε εξηγώντας μας γιατί έφυγαν από κει: «Εγώ είχα μάθει απ’ τη μαμά μου ότι μόλις ξυπνήσω έπρεπε να μαγειρέψω – πήγαινα για ψώνια κι έφτιαχνα το φαΐ. Κι όταν το μεσημέρι ερχόταν ο άντρας μου, το φαΐ ήταν έτοιμο κι έτρωγε. Ο άλλος, Βούδιμος λεγόταν, που έμενε μαζί μας, ερχόταν απ’ τη δουλειά και περίμενε – η γυναίκα του ξεκινούσε το μαγείρεμα στις 12 η ώρα. Παραπονιόταν εκείνος, της έλεγε “δε βλέπεις το κορίτσι”… E, αυτή έβαλε λόγια, και μας έδωσαν τελικά το σπίτι στα Νέα Σπίτια. Και, θυμάμαι, αφού είχαμε φύγει, την είδα μια φορά στο δρόμο, κι έκανε τη στενοχωρημένη, πως μας έδιωξαν απ’ το μεγάλο σπίτι, και πώς είμαστε... “Δε βαριέστε κυρία Βουδίμου” της λέω “εγώ από δικό μου σπίτι έφυγα και σε δικό μου θα καταλήξω – εγώ από δω είμαι περαστική”. Μικρή ήμουνα, αλλά ήξερα να απαντήσω» κατέληξε η κυρία Χρύσα.

Εδώ ουσιαστικά η συνέντευξη τελείωσε. Παρόλα αυτά η κουβέντα συνεχίστηκε για λίγο, χωρίς σύστημα. Η κα Χρύσα δεν είχε κανένα πρόβλημα, αντιθέτως έμοιαζε να θέλει πραγματικά να συνεχίσουμε τη συνέντευξη, αν και είχαν ήδη περάσει δύο ώρες. Πολύ πρόθυμη, μας έδωσε ένα χειρόγραφό της δωδεκασέλιδο στο οποίο μετά από παρότρυνση του ανιψιού της κατέγραψε πριν από δύο περίπου μήνες την ιστορία της οικογένειάς της, μας μίλησε για ένα ταξίδι στη Ρωσία με τον Σύλλογο Λιβαδειτών και μας έδωσε το περιοδικό τους, και, τέλος, μας δάνεισε το μοναδικό αντίτυπο που είχε του βιβλίου Η καλλιέργεια του μπαμπακιού της Ελισάβετ Σακελλαριάδου [Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1982], διηγήματα στην ντοπιολαλιά της Λιβαδειάς. Η καλύτερη στιγμή της κυρίας Χρύσας ήταν όταν είχαμε πια σηκωθεί και πηγαίναμε προς την πόρτα – όταν ξανάγινε τυπική Λιβαδείτισσα, και μιλώντας άπταιστα στη διάλεκτο του τόπου, μας διηγήθηκε δυο ανέκδοτα που λένε μεταξύ τους οι Λιβαδείτες.

Please follow and like us: