“Ana Grise”

“Ana Grise” By Antonia Gounaropoulou Translated by Panagiotis Tourikis
Copyright Ανδρέας Μαράτος, «Ερημιά», κάρβουνο και κόκκινο παστέλ σε χαρτί, 2006

By Antonia Gounaropoulou

Translated by Panagiotis Tourikis

 

We translate hospitals
their gates
the dusty trees in parking lots
the wide marble steps of entrances
where gypsies drag their sweeping skirts
and the belated strike their feet
in haste, as when you hope to reach the harbor
just in time to catch the eye
of him on deck, departing.

We translate the ambivalent
open doors of wards,
“I am always here” or “here no more”,
today it was “always here”,
come tomorrow maybe meanings
won’t shed their skin.

We translate the lifting of the hand,
the angles of the arm to the shoulder,
acute angle sitting beside you
I held your hand in the triumph of your eyes,
right angle standing beside you
I showed you Athens through the window
when our days of old had overcome,
obtuse angle I lost, all lost,
fingers woefully tangled in the hair
as I turn aside that you may not see.

We translate the tempo of our talk
when you speak, and I jump in, then you do
– we both pin our faith on something –
then I no longer respond, silence,
your voice sounded like silence
in retreat.

In the end we descend the selfsame steps
shrunk beneath the sky,
shrunk within this vast expanse
that knows how only to contain,
shrunk within the pupils of our eyes,
when persistently, at night,
they reflect a lesser self.

From the collection of poems The Star of Nothingness, Athens: Oropedio 2012
Diakopto, Achaea, Summer 2021

Ana Grise

Μεταφράζουμε τα νοσοκομεία
τις πύλες τους
τα σκονισμένα δέντρα στους χώρους στάθμευσης
τις φαρδιές μαρμάρινες σκάλες στις εισόδους
όπου οι γύφτισσες σέρνουν τις μακριές τους φούστες
κι οι αργοπορημένοι χτυπούν τα πέλματά τους
βιαστικά, όπως όταν ελπίζεις να φτάσεις στο λιμάνι
όσο ακόμα θα μπορεί να σε διακρίνει
απ’ το κατάστρωμα αυτός που φεύγει.

Μεταφράζουμε τις αμφίσημες
ανοιχτές πόρτες των δωματίων,
«είμαι πάντα εδώ» ή «έχω πια φύγει»,
σήμερα ήταν «είμαι πάντα εδώ»,
αύριο ίσως να μην αλλάξουν
δέρμα τα νοήματα.

Μεταφράζουμε την ανάταση του χεριού,
τις γωνίες του βραχίονα προς τον ώμο,
οξεία γωνία καθισμένη δίπλα σου
σου κράτησα το χέρι όταν τα μάτια σου κέρδισαν,
ορθή γωνία όρθια δίπλα σου
σου έδειξα απ’ το παράθυρο την Αθήνα
όταν κέρδισαν οι παλιές μας μέρες,
αμβλεία γωνία έχασα, έχασα,
τα δάχτυλα απελπισμένα μπλέκονται στα μαλλιά
καθώς σου γυρνώ την πλάτη για να μη βλέπεις.

Μεταφράζουμε την ταχύτητα των διαλόγων
όταν κάτι μου λες, κι αμέσως λέω, και λες
– σε κάτι πιστεύουμε κι οι δυο μας –
μετά δεν απαντώ, σιωπή,
η φωνή σου ακούστηκε σαν σιωπή
που εκπνέει.

Στο τέλος κατεβαίνουμε τις ίδιες σκάλες
συρρικνωμένοι κάτω απ’ τον ουρανό,
συρρικνωμένοι σ’ όλην αυτή την έκταση
που ξέρει μόνο να περιέχει,
συρρικνωμένοι μέσα στις κόρες των ματιών
όταν επίμονα, το βράδυ,
μας επιστρέφουν πιο λειψό τον εαυτό μας.

Από την ποιητική συλλογή Το άστρο του Τίποτε, Αθήνα: Οροπέδιο 2012