Προφορική μαρτυρία: Γιωργία Κρεμμύδα, εργαζόμενη στο Χημείο της Αλευροβιομηχανίας ΕΕ Α&Μ και Σία, Αλίαρτος.

Γιωργία Κρεμμύδα, περίπου. 65 χρονών, εργαζόμενη στο Χημείο του Ι. Μαράκη από το 1966-7 μέχρι το 1969-70, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. Κυριακή, 10 Μαΐου 2009, απόγευμα, στο σπίτι της.

 

Ζει μαζί με τον άντρα της σε ένα σπίτι πάνω στον κεντρικό δρόμο [της Αλιάρτου], παλιό αλλά καλοδιατηρημένο και πεντακάθαρο, με έναν πολύ όμορφο κήπο μπροστά, καταπράσινο, περιποιημένο και δροσερό – είναι το πατρικό της, και κάνει αμέσως εντύπωση η φροντίδα που αντιλαμβάνεται κανείς με το που ανοίγει, ήδη, την καγκελόπορτα. Καθίσαμε στη βεράντα, μας ετοίμασε καφέ κι αρχίσαμε.

Ο πατέρας της κυρίας Γιωργίας, Γιάννης Τζάμος, καταγόταν από την Κοζάνη και η μητέρα της από τη Σμύρνη. Παντρεύτηκαν στη Λιβαδειά το 1939, και το 1944[;] γεννήθηκε η Γιωργία, μοναχοκόρη. Ο πατέρας της εργαζόταν στην Εταιρεία [αγγλική εταιρεία – «Λίμνη Κωπαΐδος ΑΕ»] ως εργοδηγός τεχνικών έργων, μία δουλειά πολύ καλή και σταθερή από την οποία ήταν πολύ ευχαριστημένος. Το 1955, όταν πια η Εταιρεία είχε περάσει στο ελληνικό δημόσιο ως «Οργανισμός», ο πατέρας της κα Γιωργίας βρήκε δουλειά στο υπουργείο Δημοσίων Έργων και, μαζί με την οικογένειά του, μετακόμισε στην Αθήνα, στη Νέα Σμύρνη, όπου έζησαν για 10 χρόνια, μέχρι το 1965. Η κα Γιωργία έζησε τα πρώτα δύο της χρόνια στη Λιβαδειά, έβγαλε το δημοτικό σχολείο στον Αλίαρτο και το γυμνάσιο στην Αθήνα. Όταν τη ρωτήσαμε πού της άρεσε καλύτερα, δεν είχε κανένα δισταγμό: «Στην Αθήνα!». Στην Αθήνα βρέθηκε και αργότερα, παντρεμένη, όταν έζησε στο Παγκράτι για άλλα 10 χρόνια – και η εντύπωσή της από την πρωτεύουσα, όπως και η προτίμησή της, παρέμεινε η ίδια: Η κα Γιωργία πολύ θα ήθελε να μετακόμιζε και πάλι και να μην ξαναγύρναγε στον Αλίαρτο.

«Στην Αθήνα ζεις όπως θέλεις. Μπορείς να διασκεδάσεις. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, θες να κάνεις παρέες κάνεις, δε θες δεν κάνεις. Εδώ είναι στενός ο κύκλος. Δεν έχει να πας κάπου. Εγώ είμαι και μοναχικός τύπος. Τι να πω, μ’ αρέσει η ζωή της Αθήνας: Δε σου κάνει έλεγχο κανένας». Τη ρωτήσαμε αν την ίδια γνώμη είχαν και οι γονείς της το 1955, μας είπε ότι ο πατέρας της προτιμούσε τον Αλίαρτο ενώ η μητέρα της την Αθήνα. «Η μόνη απασχόληση που μου αρέσει» συνέχισε «είναι η Εκκλησία. Πάντα μέσα στην Εκκλησία». Γιατί; τη ρωτήσαμε. «Μου αρέσει να εξυπηρετώ τους ανθρώπους. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, είχαμε τους τρόφιμους στη Μητρόπολη, στην εκκλησιαστική στέγη. Εδώ δεν έχει τόσες δραστηριότητες η εκκλησία. Ο ιερέας είναι καλός, όμως».

Της ζητήσαμε να μας περιγράψει πώς ήταν η γειτονιά όταν ήταν μικρή. «Δυο σπίτια ήταν όλα κι όλα» είπε. «Του Καρθάτη, του Αρσένη και του Βαλμά». Καθώς δίπλα ακριβώς απ’ το σπίτι της υπάρχει ένα άλλο παλιό κτίσμα, που φαίνεται ότι μάλλον θα ήταν μαγαζί και όχι σπίτι, τη ρωτήσαμε και γι’ αυτό. Μας είπε ότι ήταν καφενείο κι ότι είχε πίσω δυο δωματιάκια όπου έμεναν οι ιδιοκτήτες του. «Οι άνθρωποι στη γειτονιά ήταν πολύ λίγοι» είπε. «Θυμάμαι τη Ζωή του Σταμαδούρα από παλιά, είχαν ένα μικρό σπίτι». Πώς ήταν η ζωή στη γειτονιά; ρωτήσαμε. Γέλασε. «Μέχρι το βράδυ παίζαμε, ως τις 12 τη νύχτα. Ή θα θερίζαμε τα στάχυα μες στις θημωνιές». Σ’ αυτό το σημείο φάνηκε να νοσταλγεί. «Ήταν άλλα τα συναισθήματα των ανθρώπων τότε, ήταν πιο κοντά. Παίζαμε, γελούσαμε, γλεντούσαμε – τότε είχαμε χρόνο να παίξουμε» είπε «τώρα τα παιδιά δεν έχουν». Τη ρωτήσαμε πού πήγε σχολείο, και πάλι γέλασε, γιατί θυμήθκε το «σχολικό» τους: Πήγε δημοτικό στο Μούλκι, και κάθε πρωί ερχόταν ένα κάρο, μετά ένα τρακτέρ, κι έπαιρνε τα παιδιά – ανέβαιναν πάνω καμιά δεκαριά-δεκαπενταριά παιδιά.

Τι παιχνίδια παίζατε με τα άλλα παιδιά; τη ρωτήσαμε. Κρυφτό, κυνηγητό, σκοινάκι, κουτσό, τις δασκάλες..., θυμήθηκε. Και της ήρθε στο νου μια δασκάλα τους, που «η συγχωρεμένη... μας είχε ταράξει στο ξύλο». Θυμήθηκε επίσης, γελώντας ακόμα, κι ένα περιστατικό από την εποχή των παιχνιδιών τους: Μας έδειξε, σ’ αυτόν τον ίδιο κήπο που είχαμε μπροστά μας, αριστερά και κοντά στη μάντρα περίπου στο κέντρο της, μια τζιτζιφιά. Μας είπε ότι τότε δεν είχαν φράχτη αλλά σύρματα, κι ο πατέρας της είχε φτιάξει στην τζιτζιφιά μια κούνια με σκοινί. Μια γειτονοπούλα, η Πολυξένη, φορώντας το καλό της παλτό, ανέβηκε στην κούνια, το παλτό κάπου πιάστηκε στα σύρματα και σκίστηκε. Η Πολυξένη έφυγε κλαίγοντας, κι έφαγε το ξύλο της χρόνιας της όταν πήγε σπίτι της. Μας είπε ότι είχε καλές φίλες. «Οι φίλες μου δεν είχανε πονηριά».

Μας είπε ότι στην Αθήνα δεν είχε στενές φιλίες, κι ότι όσο διέμενε εκεί δεν είχε συχνά πηγαινέλα με Αλίαρτο – οι φίλες της, σιγά σιγά, όλες παντρεύτηκαν. Αλλά εδώ στάθηκε, και τόνισε ότι, στην πραγματικότητα, η μόνη στενή της φίλη ήταν η κόρη του Βαλμά, η Στέλλα, φιλία αδερφική που διατηρείται μέχρι και σήμερα.

Ποια ήταν τότε τα όνειρά σας; τη ρωτήσαμε. Γάμος, Πανεπιστήμιο; «Πανεπιστήμιο; Όχι, δεν είχα όνειρα για πανεπιστήμιο» είπε. «Εγώ ήθελα να φύγω απ’ τον Αλίαρτο για να πάω στην Αθήνα». Επιστρέψαμε στη γειτονιά, κι επανέλαβε ότι οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν πολλοί. Τη ρωτήσαμε αν γνώριζαν την οικογένεια Ζώτα, και μας είπε ότι η μάνα της φυσικά και γνώριζε τη μάνα των αδερφών.

Στη συνέχεια ζητήσαμε περισσότερα στοιχεία για τη μητέρα της: Ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη, εκείνη μαζί με τον πατέρα της και την αδερφή της – η μητέρα [η γιαγιά της Γιωργίας] είχε πεθάνει. Πρώτα έζησαν στη Λιβαδειά και ύστερα στον Αλίαρτο. Η θεία της πήγε στον Ορχομενό, κι αργότερα μετακινήθηκε κι εκείνη στον Αλίαρτο. «Δε μου έχουν λείψει τα αδέρφια» είπε. «Και πού ξέρεις αν έχεις έναν αδερφό, μια αδερφή, ότι θα συνεννοείσαι;». Κι επανέλαβε ότι η παιδική της φίλη η Στέλλα είναι για κείνη αδερφή.

Έχοντας στο νου τις περιγραφές των αδερφών Ζώτα για το πώς έκαναν οι γυναίκες όλες μαζί τις δουλειές, ρωτήσαμε την κα Γιωργία αν ίσχυε το ίδιο και για τη μητέρα της. Απάντησε αρνητικά, είπε ότι δε μαζεύονταν όλες μαζί, κι ότι μαζί κάνανε βασικά τις γιορτές, π.χ. το Πάσχα, όταν ψήναν όλοι παρέα – κάτι που συνεχίστηκε και αφού παντρεύτηκε η κα Γιωργία.

Επιστρέψαμε στη μητέρα της. Μας είπε ότι πριν παντρευτεί δούλευε νοσηλεύτρια στη Λιβαδειά. Με τον πατέρα της ήταν «το ιδανικότερο αντρόγυνο» είπε. «Δεν είχαν ανταλλάξει μια κουβέντα. Είχαν τόση αγάπη, τόση εκτίμηση μεταξύ τους. Το έχω πρότυπο, ήθελα κι εγώ να βρω έναν άντρα σαν τον πατέρα μου». Τη ρωτήσαμε αν ήταν συνοικέσιο ή γνωριμία, δεν ήταν σίγουρη, μάλλον γνωριμία. Ο πατέρας της, όταν εργαζόταν για την Εταιρεία, δούλευε μέσα στην Κωπαΐδα, και η μητέρα της δε δούλεψε ποτέ στα χωράφια. Πώς κι έτσι; τη ρωτήσαμε, κι απάντησε ότι δεν είχαν ανάγκη με το μισθό του πατέρα κι ότι, ούτως ή άλλως, δεν είχαν δικά τους χωράφια – οι άλλες γυναίκες είχαν. Θυμήθηκε τον Βαλμά, μας είπε ότι είχε χωράφια και πολλούς εργάτες και άλογα, όπως και ο Ζωγράφος – είχε κι αυτός άλογα. Θυμήθηκε ότι παλιά ο γιος του Ζωγράφου είχε το φούρνο πιο κάτω απ’ το σπίτι της.

Ζητήσαμε να μας περιγράψει μια καθημερινή μέρα όταν ήταν μικρή στον Αλίαρτο. «Ξυπνούσα το πρωί... Μου άρεσε να έχω το σπίτι συγυρισμένο. Έκανα τις δουλειές μου πίσω στην αυλή, σκούπιζα το χώμα, μάζευα τον κήπο εδώ». Μας είπε ότι δεν υπήρχε τότε υδροδότηση, αλλά ότι ο πατέρας της είχε ένα πηγάδι με τρόμπα, απ’ το οποίο έρχονταν κι έπαιρναν νερό κι άλλοι απ’ τη γειτονιά – η μητέρα της έκανε τις εσωτερικές δουλειές. Όταν τελείωναν οι δουλειές, μαζί με τη Στέλλα, κάθονταν στην πίσω αυλή κάτω απ’ την ακακία ή την ελιά και κεντούσαν. ΄Υστερα πήγαιναν η καθεμιά στο σπίτι της για το μεσημεριανό φαγητό. Τι τρώγατε; ρωτήσαμε. Είχατε κρέας; «Από μας δεν έλειψε το κρέας ποτέ» είπε και τόνισε: «Από μας δεν έλειψε, επειδή η δουλειά του πατέρα μου ήταν πολύ καλή». Θυμήθηκε, έπειτα, ότι επειδή ήταν μοναχοπαίδι, αν άκουγε τη φράση «καλομαθημένη σ’ έχει η μαμά σου» μπορούσε να σκοτώσει άνθρωπο. «Ήμουν πολύ απλός άνθρωπος» είπε. Μετά το μεσημεριανό ξαπλώνανε, κι ύστερα, από το απόγευμα ως αργά το βράδυ, όλα τα παιδιά βγαίναν στη γειτονιά και παίζανε – σε μια αλάνα, π.χ., που είχε πίσω απ’ το σπίτι, αλλά όχι μόνο εκεί. Εδώ θυμήθηκε γελώντας, και με μεγάλη νοσταλγία, πόσο διασκέδαζαν τα παιδιά όταν έριχνε χιόνι και το ’στρωνε, κι έπαιζαν χιονοπόλεμο κι έφτιαχναν χιονάνθρωπους.

Ρωτήσαμε τι ιστορίες άκουγε απ’ τους γονείς της. Μας είπε ότι η μητέρα της μίλαγε για τη Σμύρνη, για το σπίτι τους εκεί, μια μονοκατοικία με αυλή και πολλές γλάστρες με λουλούδια. Μας είπε ότι και η μητέρα της και η θεία της ήταν πολύ καλοί χαρακτήρες, ότι η μητέρα της δεν είχε πάει σχολείο κι όμως φαινόταν μορφωμένη. Για τον πατέρα της είπε ότι είχε πάει σε μια σχολή εργοδηγών στην Κοζάνη, ότι ήταν πολύ γλεντζές και χόρευε πολύ τα ηπειρώτικα – θυμήθηκε τα γλέντια που γίνονταν κάθε χρόνο στην ονομαστική του εορτή, όταν μαζεύονταν όλοι οι φίλοι του απ’ τον Οργανισμό.

Πώς μιλούσε για τους Άγγλους; ρωτήσαμε. «Για τους Άγγλους; Με τα καλύτερα λόγια. Ήταν πολύ ευχαριστημένος απ’ τους Άγγλους» είπε. Εδώ θυμήθηκε τους Κήπους, ακόμα με θαυμασμό. Ήταν «ένα κομμάτι απ’ τον Παράδεισο» είπε. Η ίδια μπορούσε να μπαίνει εκεί, γιατί εξαιτίας του πατέρα της είχε πολλές φίλες, κόρες υπαλλήλων της Εταιρείας, που ζούσαν στους Κήπους.

Για τους Γερμανούς, μας είπε πως ήξερε ότι το σπίτι τους το είχαν επιτάξει Γερμανοί αξιωματικοί, χωρίς όμως να δημιουργήσουν προβλήματα, «κανένα πρόβλημα» τόνισε. Για τον Εμφύλιο, μας είπε ότι δεν είχε ακούσει καμία αναφορά απ’ τους γονείς της. «Εγώ δεν πολυασχολιόμουνα» είπε. Κι όσο για το αν είχε περάσει ο διχασμός στα παιδιά, μας είπε ότι όλα τα παιδιά ήταν αγαπημένα μεταξύ τους.

Στον Μαράκη δούλεψε τρία χρόνια, από το 1966-67 ως το 1969-70, καθώς ο πατέρας της ήταν πολύ φίλος μαζί του. Δούλεψε στο Χημείο, μαζί με τον Χαρτάκη. Της ζητήσαμε να μας περιγράψει το τι ακριβώς έκανε εκεί: «Έπαιρνα δείγμα από το αλεύρι με το χέρι και το ’βαζα κάτω απ’ τη βρύση, το ζύμωνα, κι αυτό έβγαινε σαν ζυμαράκι, “γλουτένη” το λέγαμε, και το κρεμούσαμε σ’ ένα σκοινί. Αν το ζυμαράκι κρέμαγε δεν ήταν καλό, αν δεν κρέμαγε ήταν καλό». Η κα Γιωργία δεν τα θυμόταν όλα καθαρά, σαν να μην είχαν μείνει ζωντανά στη μνήμη της κι έπρεπε να προσπαθήσει.

Το Χημείο ήταν ένα μικρό δωμάτιο, «σαν τη μισή βεράντα», μας έδειξε. «Ζυγίζαμε το βάρος της γλουτένης» πρόσθεσε «ή κοιτάζαμε τη θερμοκρασία των σταριών μέσα σ’ ένα κοντίσιονερ». Μας είπε ότι από τα σιλό τα στάρια πήγαιναν στο πλυντήριο και τα πλένανε, κι ύστερα τα στεγνώνανε γιατί, για να γίνει το αλεύρι, το στάρι έπρεπε να είναι εντελώς στεγνό. Μας είπε ότι δούλεψε για μια μικρή περίοδο και στο Λογιστήριο, πριν πάει στο Χημείο. Το ωράριο, είπε, ήταν πρωί και απόγευμα. Το πρωί ως τις 2, κι ύστερα από τις 5 ως τις 8.

Επιμείναμε, να περιγράψει ακόμα πιο αναλυτικά τη δουλειά της στο εργοστάσιο. «Το πρωί έβαζα μπρος ένα μηχάνημα για να ’ρθει ο υπεύθυνος και να μπει μπρος ο μύλος – δηλ. το κοντίσιονερ του σταριού. Πήγαινα μισή ώρα πριν τη βάρδιά μου. Κάθε μία ώρα έπρεπε να γίνει ο έλεγχος στην ποιότητα των αλεύρων. Το πλύσιμο και το στέγνωμα γινόντουσαν ταυτόχρονα. Μετά, υπήρχαν κάτω δυο εργάτες που σακιάζανε, και υπήρχαν και δυο γυναίκες που έραβαν τα σακιά. Ο μύλος δούλευε ως τις 10 το βράδυ. Και είχε τέσσερα αυτοκίνητα.

»Δούλεψα εκεί τρία χρόνια, από το 1966-67 μέχρι το 1969-70. Το 1971, μαζί με τον άντρα μου, φύγαμε για την Καλαμάτα».

Τη ρωτήσαμε περισσότερες πληροφορίες για τις γυναίκες που έραβαν. Μας είπε ότι τα σακιά με το αλεύρι τα πήγαιναν οι οδηγοί στους φούρνους, τα ξεφόρτωναν, κι ύστερα στην επιστροφή φέρναν μαζί τους επιστρεφόμενα σακιά τα οποία τα επιδιόρθωναν. Θυμήθηκε ότι, όταν ήταν εκείνη εκεί, η μία γυναίκα που έραβε ήταν η Μαρία του Γιάννου [«ω ρε τι καλαμπούρι είχαμε!...» γέλασε] και η Ζαχάρω. Γενικά, μας είπε ότι από τον Μαράκη είχε καλές αναμνήσεις.

Μας είπε ότι το Χημείο κι ο χώρος που δούλευαν οι γυναίκες με τα σακιά ήταν πολύ κοντά, κι ήταν όλη η μέρα τους πειράγματα κι αστεία. Μια φορά, θυμήθηκε, η Ζαχάρω είχε πάρει ένα σπουργίτι και το είχε κλείσει στο συρτάρι της ραπτομηχανής της Μαρίας. «Πες της ν’ ανοίξει το συρτάρι, πες της να το ανοίξει» έλεγε στη Γιωργία. Κι όταν το άνοιξε, πετάχτηκε έξω το σπουργίτι και πετάχτηκε και η Μαρία ως εκεί πάνω.

Ποια ήταν η εντύπωσή σας από τον ίδιο τον Μαράκη; ρωτήσαμε. «Ε, ο Μαράκης ήταν λίγο σφιχτός, οικονόμος, σπάγγος, δεν ήθελε να χάσει τίποτα. Να μη φύγει ούτε στάρι – και δικαιολογημένα κιόλας» είπε, εννοώντας ότι έτσι πρέπει να είναι κάθε επιχειρηματίας [και φοβούμενη να μην πει κακιά κουβέντα για κανέναν, αυτό φαινόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης)]. Τη ρωτήσαμε αν ο Μαράκης έμπαινε μες στο εργοστάσιο, μας είπε ότι ερχόταν ο ίδιος στο Χημείο. «Το φοβόσασταν αυτό;» Απάντησε αρνητικά: «Δεν είχα πρόβλημα εγώ». Όσο για το μισθό, μας είπε ότι ένσημα κόλλαγε αλλά ότι οι μισθοί ήταν πολύ χαμηλοί, ίσα οι βασικοί. «Καλύτερα όμως απ’ τα χωράφια» είπε. Κι όταν ζητήσαμε να κάνει σύγκριση με τον Οργανισμό ως προς τις συνθήκες, «άλλο ο Οργανισμός άλλο η ιδιωτική εταιρεία» είπε, για να δείξει πόσο καλύτερα ήταν στο δημόσιο.

Ο νους της πήγε στην εποχή που δούλευε εκεί ο πατέρας της. «Οι Άγγλοι ήταν πολύ διαφορετικοί από μας τους Έλληνες. Ο πατέρας μου ήταν πολύ ευχαριστημένος – αλλά ήταν κι ο ίδιος πολύ καλός στη δουλειά του».

Έπειτα ρωτήσαμε για τον άντρα της, Λουκά Κρεμμύδα, ο οποίος ήταν οδηγός στον Μαράκη για 5-6 χρόνια – μετά έφυγε και πήγε στην Πανοπέλ ως χειριστής ανυψωτικών μηχανημάτων. Μετά δούλεψε στην Καλαμάτα, από κει επέστρεψε στον Αλίαρτο και δούλεψε ως οδηγός στον Γρίβα, ένα εργοστάσιο με ζωοτροφές – και πάντα ήταν πολύ καλός στη δουλειά του, μας είπε η κα Γιωργία.

Από τη δουλειά του στον Μαράκη ήταν και ο Λουκάς ευχαριστημένος. Μάλιστα, εκεί είχε βοηθό για το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα, ενώ στον Γρίβα όχι – εκεί, στον Γρίβα, το ωράριό του ήταν «30 ώρες το 24ωρο».

«Πόσα βράδια έλειπε απ’ το σπίτι...» θυμήθηκε η κα Γιωργία. «Όμως στα μακρινά δρομολόγια, πήγαινα κι εγώ. Θυμάμαι» είπε «πηγαίναμε μια φορά στη Δράμα, στα σύνορα με Κακαβιά. Ήταν Αύγουστος, περάσαμε ένα μαντρί, ήταν ένα μονοπάτι που το φορτηγό ίσα ίσα που χωρούσε. Και μας πιάνει μια καταιγίδα... ο Χριστός κι η Παναγία! Εγώ να κλαίω... Μια άλλη φορά ήμασταν στα Γρεβενά, και πέσαμε πάλι σε καταιγίδα. Κόλλησε το φορτηγό, ήρθε ένα τρακτέρ, ήρθε κι άλλο, προσπαθούσαν οι άνθρωποι να το ξεκολλήσουν – με καδρόνια, με ό,τι μπορούσαν. Δεν κουνιόταν με τίποτα. Εγώ μέσα, παίρνω και διαβάζω την παράκληση της Παναγίας. Δεν πρόλαβα να την τελειώσω... και το φορτηγό κινήθηκε, ξεκόλλησε μεμιάς».

Μας είπε ότι στον Μαράκη ο Λουκάς δεν είχε τόση δουλειά, όπως αργότερα στον Γρίβα. Μόνο κάποιες φορές, όχι συχνά, έπρεπε να δουλέψει και Κυριακή. Τα ταξίδια του ήταν στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο. Από την Αμφίκλεια, με ενδιάμεσους σταθμούς, κατέληγε στην Αθήνα. Φόρτωναν στάρια εκεί, πήγαιναν το πρωί και γύριζαν το μεσημέρι.

Είπε ότι ο Μαράκης πλήρωνε κανονικά το μισθό, κι ύστερα και τις υπερωρίες – όπως έκανε αργότερα και ο Γρίβας.

Καθώς ήταν και εκείνη και ο Λουκάς εργαζόμενοι του Μαράκη όταν παντρεύτηκαν, τη ρωτήσαμε αν πήγε ο Μαράκης στο γάμο. «Μου έκαναν δώρο στο γάμο μου, ναι» είπε, και πρόσθεσε ότι στο γάμο είχε πάει η κόρη τους. Εδώ ο νους της πήγε στο παρεκκλήσι του Μαράκη, το οποίο ακόμα πηγαίνει και φροντίζει όταν η οικογένεια Μαράκη έρχεται και το ανοίγουν. «Είναι πολύ όμορφο» είπε. «Κάτω η εκκλησία έχει στρωμένες πλάκες, χωρίς αρμό».

Επιμείναμε για το τι εντύπωση της είχε κάνει προσωπικά ο Μαράκης, πώς ήταν εξωτερικά, ό,τι θυμόταν. «Ας πούμε, ντυνόταν “κυριλέ”, πώς ντυνόταν, τι θυμάστε;»

«Δεν ήταν τόσο κυριλέ. Ήταν απλά ντυμένος – θυμάμαι, φορούσε ένα ψαθάκι το καλοκαίρι. Η γυναίκα του ήταν πολύ ευγενική. Με τη Σ. [κόρη του Μαράκη] παίζαμε καμιά φορά μαζί όταν ήμασταν μικρές. Τα πεθερικά του Μαράκη ήταν απ’ τη Μικρά Ασία – ο Αμπατζόγλου ήταν πολύ δίκαιος, πολύ σωστός, αν και δεν πολυανακατευότανε». Πώς ήταν με τους εργάτες; ρωτήσαμε, κι επανέλαβε ότι ήταν πολύ δίκαιοι. Μας είπε, έπειτα, ότι ο τάφος του Μαράκη βρίσκεται πίσω απ’ το παρεκκλήσι – και πρόσθεσε ότι «η νοοτροπία τους και η φτιασιά τους ήταν έτσι που νόμιζες πως ήταν όλοι τους μορφωμένοι».

Τη ρωτήσαμε αν ήξερε γιατί προς το τέλος είχε αναλάβει ο Σ. Στο σημείο αυτό φάνηκε να μη θέλει να μιλήσει, όπως επίσης κι ότι δεν συμπαθούσε τον συγκεκριμένο άνθρωπο. «Είχε τον λογιστή...» είπε, κι έκανε μια γκριμάτσα. «Τον Σ… Και την ανιψιά του τη Γ...» Και δεν ήθελε να μιλήσει άλλο.

Το εργοστάσιο είχε πολλή ζωή, είπε. Τα αυτοκίνητα των χωρικών έφταναν σειρά ως το δρόμο για να ξεφορτώσουν. Θυμήθηκε ότι η γυναίκα του Σ. είχε κάποια συγγένεια με τον Μαράκη, κι ότι το μύλο, απ’ όσο θυμόταν, τον είχε αναλάβει ο Σ. μαζί με κάποιους άλλους – «και τα ’κανε θάλασσα ο Σ.». Μετά ο Σ. έφτιαξε ένα μύλο στη Θήβα. «Ήταν η καταστροφή του αυτή» – είπε, εννοώντας την καταστροφή του Μαράκη.

Πόσοι εργάτες δούλευαν τότε στον Μαράκη, όταν δούλευε κι εκείνη; ρωτήσαμε. «Συνολικά, θα ’ταν δε θα ’ταν είκοσι» είπε, και πρόσθεσε ότι, σχετικά συχνά, ερχόταν ένας επόπτης κι έκανε έλεγχο στα βιβλία του εργοστασίου.

Σε αυτό το σημείο αφήσαμε το εργοστάσιο και κατευθύναμε τη συζήτηση στην εκκλησία.

Μας είπε ότι όταν πήγαινε δημοτικό στον Αλίαρτο υπήρχε μόνο μια μικρή εκκλησούλα που είχε φτιάξει η Καρθάταινα στη μνήμη των δύο παιδιών της, του Δημήτρη και του Χαράλαμπου, που τα είχαν σκοτώσει οι αντάρτες. Πιο παλιά, υπήρχε εκκλησία, μας είπε, μόνο στο Μάζι. Στον Αλίαρτο μετά το 1955. «Αυτή η γυναίκα, η Καρθάταινα» συνέχισε η κα Γιωργία «ήταν τόσο καλός χαρακτήρας που, παρόλο που σκότωσαν τα παιδιά, εκείνη πήγαινε στην εκκλησία. Πιο μετά, έδωσαν περισσότερο οικόπεδο για να μεγαλώσει ο ναός». Ρωτήσαμε αν πήγαινε πολύς κόσμος στην εκκλησία, και μας είπε ότι οι άνθρωποι ήταν τότε πολύ λίγοι, κι ότι πήγαιναν όλοι. Δε χωρούσαν όμως – στην Ανάσταση έμεναν έξω. Στη λειτουργία της Κυριακής, η προσέλευση του κόσμου μάς είπε ότι ήταν όπως και τώρα. Τότε ήταν παπάς ο παπα-Χαραλάμπης – ή, αλλιώς, παπα-Λιάμης. Γέλασε που τον θυμήθηκε. Μας είπε ότι ήταν αμόρφωτος κι ότι σαν ιερέας ήταν αυστηρός – αμέσως μόλις τέλειωνε η λειτουργία θα φώναζε να κλείσουν τα φώτα, π.χ., ή έλεγχε τα υφάσματα [?] να είναι καλά σιδερωμένα. Ήταν «νευρικούλης», είπε. Πέθανε από ζάχαρο, όταν η ίδια ήταν μεγάλη πια.

«Σήμερα, δυστυχώς» είπε «υπάρχουν έλλειψη πίστης και έλλειψη αγάπης. Εγώ, πάω τώρα στο ναό. Προσφέρω στο ναό. Γιατί να με σχολιάζουν όμως; Δεν κάνω κάτι κακό. Εγώ 19 χρόνια τώρα προσφέρω αφιλοκερδώς».

⁎⁎⁎

Σε αυτό το σημείο επέστρεψε στο σπίτι ο σύζυγος, ο κ. Λουκάς. Σήμερα είναι κι αυτός συνταξιούχος, και επίτροπος της εκκλησίας. Έγιναν οι συστάσεις, ο κ. Λουκάς κάθισε στη βεράντα, πρόθυμος αμέσως κι εκείνος να κουβεντιάσει μαζί μας. Αυτήν τη φορά δεν υπήρξε συνοχή στην κουβέντα, μέσα όμως απ’ τα λεγόμενα και των δύο βγήκαν οι ακόλουθες πληροφορίες:

● Στον Γρίβα μπορεί να έπαιρνε περισσότερα λεφτά απ’ ό,τι στον Μαράκη, αλλά στο τέλος έφτασαν μέχρι τα δικαστήρια.

● Ο παπα-Λιάμης ήταν νευρικός. «Δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του» είπε ο κ. Λουκάς, κι ανέφερε ότι κάποια φορά, μέσα στην εκκλησία, είχε χαστουκίσει τον Γιάννη τον Τσαπάρα. «Δούλευε και στα χωράφια» πρόσθεσε. «Πριν γίνει ιερέας ποτίζαμε μαζί, ήμουν 16 χρονών τότε – γύρω στο ’56-’57». Ο παπα-Λιάμης ήταν από το Μάζι. Ο κ. Λουκάς τον θυμάται να ψέλνει από τότε που ποτίζανε. Ο Λουκάς κι η Γιωργία παντρεύτηκαν το 1968. Ο παπα-Λιάμης τότε είχε ήδη γίνει ιερέας, ήταν κάτι που ήθελε. Είχε μελωδική φωνή. [Η μάνα Ζώτα το κορόιδευε αυτό.] Ρωτήσαμε αν τον αγαπούσε ο κόσμος, κι απάντησαν κι οι δυο «Ο κόσμος δεν είναι ευχαριστημένος από τίποτα». Δεν υπήρχε κατηχητικό τότε, το κατηχητικό λειτουργεί εδώ και 3 χρόνια.

● Άλλοι ιερείς: ο παπα-Γιώργης, για 1 χρόνο πριν το 1990. Ο παπα-Φιλόθεος [μάλλον μετέπειτα].

● Ρωτήσαμε αν η εκκλησία είχε παρουσία στο εργοστάσιο, αν γίνονταν αγιασμοί, κτλ. Η απάντηση ήταν όχι. Μας είπαν ότι στο παρεκκλήσι [του Μαράκη] πήγαιναν κι οι εργάτες.

● Ο Λουκάς δούλευε στην Πανοπέλ από το 1972. Η Πανοπέλ ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1960. Ο Λουκάς δούλεψε εκεί 13 χρόνια.

● Ο Λουκάς μας μίλησε για το βοηθό που είχε όταν δούλευε ως οδηγός στον Μαράκη. Τον έλεγαν Γιάννη Θεοφιλάκη [γιος της Λίνας Βούλγαρη]. Ήταν εργάτης-φορτωτής στον Μαράκη που έφυγε μετά για μετανάστης. Στην αρχή ζούσε στην Αθήνα και δούλευε στα λατομεία, μετά στον Μαράκη, μετά πάλι στα λατομεία, και τελικά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε 10 χρόνια. Ηταν Κρητικός που είχε έρθει στον Αλίαρτο εξαιτίας του Μαράκη.

● Ο γαμπρός του Μαράκη [από την κόρη του Σ.] είχε λατομεία στην Πεντέλη. Ο Λ. είχε λατομείο στον Παρνασσό απ’ όπου έβγαζε βωξίτες.

● Ο Λουκάς πολλές φορές φόρτωνε και μαρμαρόσκονη σε άλλα λατομεία.

● Τους ρωτήσαμε αν ήξεραν τον Τρούγκα. Αμέσως και οι δύο γέλασαν, πολύ καλοπροαίρετα. «Δεν υπήρχε πιο καλύτερος άνθρωπος», «Ποτέ δεν ήταν ξεμέθυστος», «Άνθρωπος του ποτηριού αλλά και πολύ εργατικός», «Περνούσε και τραγουδούσε». Μας είπαν την ιστορία με τη ρέγγα: «Ο Μαράκης είχε ζάχαρο, ο Τρούγκας κράταγε μια ρέγγα και του ’λεγε “Φάε ρέγγα άμα θέλεις, μπορείς;”». Τους ρωτήσαμε τι τραγούδαγε ο Τρούγκας. «Ό,τι τραγούδια της εποχής». Αν είχε ωραία φωνή. «Ε, τώρα ένας μεθυσμένος τι ωραία φωνή να έχει;» Πήγαινε πάντα μόνος του, μας είπαν. Έπινε μόνος του, «μόνο όταν σχολάγαμε απ’ τον Μαράκη πηγαίναμε κι εμείς» είπε ο κ. Λουκάς [ενν. στον Τσαπάρα]. Πέθανε πριν το 1972.

● Ο Κέντρος ήταν δάσκαλος στο Μούλκι, όταν πήγαινε δημοτικό ο Λουκάς. Ήταν πολύ αυστηρός. «Μας είχε ρημάξει» είπε ο κ. Λουκάς. Άλλη δασκάλα ήταν η κα Χαριτώ: «Δεν ήθελε να στεναχωρήσει κανέναν». Είχε μια κόρη, τη Λένα. Στο σχολείο είχαν μια σόμπα με ξύλα. Το χειμώνα κάθε παιδί κουβαλούσε ένα δυο ξύλα τη μέρα για να μπορεί η σόμπα να καίει. Άλλη δασκάλα ήταν η κυρία Ευαγγελία, αυστηρή.

● Πριν έρθει στο σπίτι, ο κ. Λουκάς ήταν με τον κ. Μουράτη [Ευάγγελος Μουράτης, τέως Κοινοτάρχης Αλιάρτου και ιδρυτής του Δήμου Αλιάρτου το 1964].

● Τους ρωτήσαμε αν θυμόντουσαν κάποιον γάμο, πώς γινόταν ακριβώς. Μας είπαν για το γάμο της Μαριγούλας – η κα Γιωργία ήταν στο δημοτικό, και της είχε κάνει εντύπωση. Ο γάμος κράτησε τρία μερόνυχτα. Είχε πάρα πολύ κόσμο, πολλά φαγητά, και όργανα. «Φτιάχναμε φαγητά στα μεγάλα ταψιά, τα χαλκώματα» είπε. Έξω [έξω απ’ το σπίτι] όλο χόρευαν. Ο άντρας που παντρευόταν η Μαριγούλα ήταν έμπορος, εμπορευόταν βαμβάκι και σιτάρι. Ο γάμος έγινε στο Μάζι. Ο κόσμος πήγε με τα πόδια ή με γαϊδούρια – κάποιοι ίσως και με φορτηγά που είχε βάλει ο αδερφός της Μαριγούλας. Αλλά το γλέντι έγινε στη γειτονιά, κι εντυπωσίασε πολύ την κα Γιωργία. Στην επιμονή μας να θυμηθεί κάτι συγκεκριμένο, πέρα απ’ το πλήθος του κόσμου και των φαγητών, μας είπε ότι οι γυναίκες στην εκκλησία έμπαιναν κρατώντας ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι τους κουλούρες. Ο γάμος έγινε μέρα, οι οικογένειες ήταν πλούσιες, κυρίως της νύφης. Τα τραγούδια που παίζονταν ήταν δημοτικά, και οι οργανοπαίκτες συνήθως φερμένοι από τον Ορχομενό. Όσο για τα φαγητά, «τα μαγείρευαν μεταξύ τους» οι γυναίκες της οικογένειας, το ψωμί ζυμωμένο και ψημένο στο φούρνο – όπως και τις καθημερινές –, ενώ όσον αφορά τα δώρα που γίνονταν δε θυμόντουσαν κάτι ιδιαίτερο – «όπως και σήμερα» είπαν.

● Τους ρωτήσαμε αν θυμόντουσαν κάποια επικήδεια τελετή, μας είπαν μόνο ότι τότε γινόταν πολύ πιο απλά, χωρίς όλους αυτούς τους στολισμούς της εκκλησίας. Οι γυναίκες μοιρολογούσαν πολύ, «πάρα πολύ», κυρίως στο σπίτι όταν ξενυχτούσαν τον νεκρό και λιγότερο στην εκκλησία – αυτό το έθιμο φάνηκε να μην αρέσει καθόλου ούτε στον κ. Λουκά ούτε στην κα Γιωργία.

● Σχετικά με τα βαφτίσια, μας είπαν ότι ο νονός πέταγε στον αέρα κέρματα για τα παιδιά. Επίσης ότι η μητέρα δεν πήγαινε στην εκκλησία, κι ήταν συνήθειο να τρέχουν τα παιδιά και να συναγωνίζονται ποιο θα πάει πρώτο στο σπίτι της μαμάς για να της πει το όνομα – θα αμειβόταν πάλι με κάποιο χαρτζηλίκι. Αυτό θυμούνταν ότι κράτησε περίπου ως το 1970.

Εδώ σταματήσαμε, μιας και ούτως ή άλλως η συνέντευξη παρέκκλινε συχνά σε κουβέντα. Και οι δύο, και κυρίως η κα Γιωργία, φάνηκαν πολύ ευχαριστημένοι, μας κάλεσαν να πάμε ξανά και ξανά, μέχρι και να μας φιλοξενήσουν, και προσφέρθηκαν ολοπρόθυμα για επόμενες συνεντεύξεις.

Please follow and like us: