«ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ», ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ, ΚΑΙ ΤΟ ÉLAN VITAL ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ


1. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ «ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ» ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ

Όταν σκέφτεται κανείς το ζήτημα της «ρητορικής του μίσους», όπως αποκαλείται, και της επιλεγόμενης ξενοφοβίας, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ότι αυτό το θέμα έχει δύο διακριτές πλευρές. Από τη μια μεριά, μπορεί κανείς να δει τη «ρητορική του μίσους» και την ξενοφοβία ως στοιχεία μιας ιδεολογικής αφήγησης «κατασκευασμένης» από τα ΜΜΕ με σκοπό να σταλεί στους πολίτες το μήνυμα ότι πρέπει να απέχουν από έναν τέτοιο, πολιτικά «ανήθικο» τρόπο σκέψης – ως κυρίαρχη ιδεολογία, θέλει να απειλήσει και να χειραγωγήσει την κοινωνία των πολιτών ώστε οποιεσδήποτε λαϊκές αντιδράσεις σε πραγματικές, χειροπιαστές συνθήκες (όπως η μαζική εισροή παράνομων μεταναστών – μια εισροή που φαίνεται να είναι μη αναστρέψιμη) να συγκρατηθούν. Από την άλλη, τόσο η «ρητορική του μίσους» όσο και η ξενοφοβία αποτελούν πραγματικά λαϊκά αισθήματα σε μερίδες της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών, και συνεπώς είναι μια αυθόρμητη αντίδραση από τα κάτω σε τέτοιου είδους πραγματικές υλικές συνθήκες. Το συμπέρασμα είναι προφανές: η λαϊκή ξενοφοβία, που μπορεί να πάρει και τη μορφή της «ρητορικής του μίσους», αποτελεί ένα σύνολο αισθημάτων εντελώς ανεξάρτητων από την ιδεολογία που παράγεται μαζικά από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της ΕΕ.

2. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΗ ΛΑΪΚΗ «ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ» (“GRASSROOTS HATE SPEECH”)

1. Η «ρητορική του μίσους» συνιστά έναν αρνητικό ορισμό με τον οποίο προσδιορίζει ένας λαός τον εαυτό του – συνεπώς, είναι μια αρνητική μορφή αυτοάμυνας απέναντι στην πιθανή «εισβολή» ενάντια στην εθνική του κουλτούρα, λόγω της μαζικής εισροής ατόμων-φορέων μη ευρωπαϊκών (ή ακόμα και αντι-ευρωπαϊκών) πολιτισμικών αξιών.

2. Με τη «ρητορική του μίσους» ένας λαός αρνείται την ταυτότητά του ως ευρωπαϊκού λαού που έχει τραφεί με τις αξίες διανοητών όπως ο Ντεκάρτ, ο Καντ, ο Νίτσε ή ο Ματσίνι.

3. Ακόμα πιο σημαντικό, η «ρητορική του μίσους» μπορεί να συνιστά άρνηση των ίδιων των αξιών του έθνους και της ιστορίας του.

4. Επιπλέον, μπορεί να εκφράζει απουσία σεβασμού για άλλες εθνικές κουλτούρες, όπως αυτές πραγματώνονται στο ίδιο το περιβάλλον τους.

5. Κάθε «ρητορική του μίσους», εξ ορισμού, είναι μια αντίδραση στηριγμένη στον συναισθηματισμό που μπορεί να αποβεί αυτοκαταστροφική.

6. Η εμποτισμένη στον συναισθηματισμό φύση της συνιστά παραπροϊόν της μεταμοντέρνας απολίτικης ιδεολογίας. Αυτή η απολίτικη ιδεολογία έχει γίνει εκφραστής της παρακμής του ορθού λόγου και της ορθολογικής ανάλυσης, κι έχει συμπορευτεί με το ουσιαστικό τέλος της κοινωνικής θεωρίας. Έχει σηματοδοτήσει το τέλος της κοινωνικής θεωρίας που ακριβώς προετοίμασε το έδαφος για μια τέτοιου είδους, απολίτικης «ρητορικής του μίσους» βασισμένης εξ ολοκλήρου στον συναισθηματισμό. Ο συναισθηματισμός είναι μια αυτο-υπονομευόμενη αποδιοργάνωση του λαϊκού «κοινού νου».

7. Στο επίπεδο των «απλών» πολιτών, η «ρητορική του μίσους» μπορεί να γεννήσει το αντίθετό της σε άλλες μερίδες της κοινωνίας των πολιτών – π.χ. την «αντι-ρητορική του μίσους» («anti-hate speech»). Αλλά μια τέτοια «αντι-ρητορική του μίσους» –επίσης παραπροϊόν του μεταμοντέρνου ανορθολογισμού– την χαρακτηρίζει μια ουσιαστική αμφισημία, αφού είναι αυτή η ίδια «φοβική» (απέναντι σε οτιδήποτε αναφέρεται σε «εθνική συνείδηση»). Το τελικό προϊόν αυτής της εν δυνάμει διαμάχης εντός της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών είναι ένας φαύλος κύκλος, αυτοκαταστροφικός για τους λαούς. Και ο κύκλος αυτός είναι ανάγκη να σπάσει από έναν ανώτερο λόγο πέρα από οποιαδήποτε έννοια «μίσους» ή «αντι-μίσους», έναν λόγο που θα βασίζεται σε αντικειμενικές κοινωνικές και ιστορικές αναλύσεις.

3. Η ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

1. Όποια κι αν είναι σήμερα τα μειονεκτήματά της, η ξενοφοβία –ως λαϊκό ιδεολογικό αίσθημα– πρέπει να γίνει κατανοητή ως σημαντικό ιστορικό φαινόμενο τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος. Έχει εκφράσει –και εκφράζει σήμερα– είτε σημαντικές μειονότητες μέσα σε μια χώρα είτε ακόμα και την πλειοψηφία του πληθυσμού μιας χώρας. Ως τέτοιο, το φαινόμενο πρέπει να εξηγηθεί με αυστηρούς κοινωνικο-ιστορικούς όρους.

2. Έχει μέγιστη σημασία να τονίσουμε ότι, από ιστορική άποψη, το αίσθημα της ξενοφοβίας δεν έχει εκφραστεί μόνο από την επιλεγόμενη «αντιδραστική Δεξιά». Στην πραγματικότητα, από τις αρχές του 20ού αιώνα η ξενοφοβία έχει διαπεράσει όλες τις ιδεολογίες – κι έχει εκφράσει εξίσου τη συνείδηση της «αριστερής» εργατικής τάξης. Αυτή η συνείδηση, οπουδήποτε εκδηλώθηκε στην Ευρώπη, δεν υπήρξε ποτέ ένας «αγνός» και «αθώος» σοσιαλισμός. Όπως έχει τονίσει ο κομμουνιστής ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ, «ο εργατικός διεθνισμός» υπήρξε πάντα ένας «μύθος» (βλ. ειδικά, «Η Εποχή των Αυτοκρατοριών»).

3. Μπορεί κανείς να απαριθμήσει μια σχεδόν ατελείωτη σειρά ιστορικών φάσεων όπου η ξενοφοβία κατέληξε να εκφράζει είτε κράτη, είτε τις λαϊκές μάζες, είτε σημαντικές ομάδες αυτών των μαζών. Εδώ θα δώσουμε λίγα μόνο παραδείγματα διαφορετικών μορφών ξενοφοβίας.

4. Αρχικά, ξέρουμε ότι χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία –κατά τις διαφορετικές φάσεις της καπιταλιστικής τους ανάπτυξης– είχαν υιοθετήσει τον οικονομικό εθνικισμό, τον προστατευτισμό και τον απομονωτισμό, έτσι ώστε να δώσουν ώθηση στην οικονομική τους ανάπτυξη.

5. Μια άλλη μορφή ξενοφοβίας μέσα στην ιστορία είναι ο γλωσσικός εθνικισμός, που κάποιες φορές εκδηλώθηκε ως λαϊκό κίνημα στο σύνολο των λαϊκών μαζών, είτε αυτές αποτελούνταν από χωρικούς, είτε από εργάτες είτε από μεσαίες τάξεις. Εξαιρετικό παράδειγμα αποτελεί, φυσικά, η περίπτωση του ιρλανδικού εθνικισμού, και ξέρουμε ότι διανοούμενοι όπως ο Γ. Μπ. Γέιτς επρόκειτο να εμπλακούν σε τέτοιους εθνικιστικούς αγώνες (κελτική έναντι της αγγλικής γλώσσας). Ο γλωσσικός εθνικισμός εμφανίστηκε επίσης σε χώρες όπως η Ισπανία και το Βέλγιο.

6. Ο Χόμπσμπαουμ έχει καταγράψει με μεγάλη λεπτομέρεια την άνοδο της ξενοφοβίας στους κόλπους της εργατικής τάξης σε διάφορες χώρες της Ευρώπης των αρχών του 20ού αιώνα. Μία από τις αιτίες για τέτοιου είδους αισθήματα εκ μέρους των εργατών υπήρξε ο ανταγωνισμός για θέσεις εργασίας, ανταγωνισμός που αφορούσε εργάτες από διαφορετικές εθνικές ομάδες.

7. Η ξενοφοβία ήταν εμφανής ανάμεσα σε μέλη της εργατικής τάξης οργανωμένα στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα – ο Χόμπσμπαουμ αναφέρει σοσιαλιστές διανοούμενους των αρχών του 20ού αιώνα που δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υιοθετήσουν ανοιχτά τον εθνικισμό της εργατικής τάξης (ηγέτες όπως ο Λίμπκνεχτ και ο Μπέμπελ, ή ο Κόνολι και ο Μακλίν). Μεταξύ άλλων, το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Φινλανδίας, οι Μενσεβίκοι της Γεωργίας και το Εβραϊκό Μπουντ, οργάνωναν τους εργάτες στη βάση της εθνικής τους ταυτότητας.

8. Ίσως η πιο καθαρή μορφή εθνικιστικής-ξενοφοβικής συνείδησης εκδηλώνεται πάντα μεταξύ των ίδιων των ξένων εργατών μεταναστών – καθώς συγκεντρώνονταν σε κάποια ξένη γη, δένονταν στενά μεταξύ τους ώστε να προστατέψουν τα ειδικά τους συμφέροντα και να σώσουν την εθνική τους ταυτότητα. Εξαιρετικά παραδείγματα αυτού του είδους της ξενοφοβίας των μεταναστών αποτελούν οι περιπτώσεις των Πολωνών, των Σλοβάκων και των Ιταλών στις ΗΠΑ.

9. Η κινεζική Εξέγερση των Μπόξερ το 1900 ήταν απόλυτα ξενοφοβική (ενάντια σε κάθε τι ευρωπαϊκό).

10. Η μεξικανική επανάσταση των αγροτών το 1910-1920 χαρακτηριζόταν από ξενοφοβικά αισθήματα (ενάντια στους Αμερικανούς και με στόχο να αναβιώσει μια παραδοσιοκρατία βασισμένη στον αζτεκικό πολιτισμό).

11. Το σύνολο του αραβικού κόσμου χαρακτηρίζεται από θρησκευτικό εθνικισμό και από αντι-Δυτική ξενοφοβία. Και, βέβαια, η κεντρική μορφή της φανατικής αυτής ιδεολογίας είναι ο Χασάν αλ-Μπάνα, ιδρυτής των Μουσουλμάνων Αδελφών το 1928.

12. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η ξενοφοβία έχει μια ιστορία. Μες στην ιστορία οι φορείς της ήταν πάντα ποικίλα υποκείμενα, αναλόγως των κοινωνικο-πολιτισμικών συνθηκών. Από την οπτική γωνία της αντικειμενικής κοινωνικής ιστορίας, το φαινόμενο της ξενοφοβίας δεν είναι ούτε «αρνητικό» ούτε «θετικό»: είναι ένα φαινόμενο αντικειμενικά εξηγήσιμο. Από την άλλη, μπορεί κανείς να αξιολογήσει οποιοδήποτε ξενοφοβικό κίνημα σε συνάρτηση με τις μακροπρόθεσμες συνέπειές του. Η γερμανική μαζική ξενοφοβία της δεκαετίας του ’40 οδήγησε στην καταστροφή του Τρίτου Ράιχ. Αντίθετα, η κινεζική μαζική ξενοφοβία των αρχών του 20ού αιώνα έθεσε τα θεμέλια για την ανάδειξη ενός ισχυρού κινεζικού έθνους-κράτους που υιοθετούσε μια δυναμική ιδεολογία κινεζικού εθνικισμού υπό την καθοδήγηση του Κράτους (βλ. B.J. Darr, S. Zhao, και άλλους αναλυτές). Επιπλέον, το εάν το συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο ενός συγκεκριμένου ξενοφοβικού κινήματος είναι «αποδεκτό» ή «απεχθές» εξαρτάται μόνο από το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει κανείς.

13. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι η ξενοφοβία έχει μια ιστορία – στην πραγματικότητα έχει μια πολύ πλούσια και ποικιλόμορφη ιστορία, έχοντας πάρει ποικίλες διαφορετικές μορφές. Κάποιες συγκεκριμένες μορφές ξενοφοβίας στηρίζονται σε μια πολύ εκλεπτυσμένη θεωρητική παράδοση – ας δούμε, π.χ., πόσο έντονα ήταν διατεθειμένος ο Μαξ Βέμπερ εναντίον των Πολωνών (βλ. Wolfgang J. Mommsen, «Max Weber and German Politics, 1890-1920», Σικάγο, 1984). Άλλες ξενοφοβικές παραδόσεις έχουν δράσει ως ιστορικοί καταλύτες για έναν πλούσιο αντι-αποικιακό αγώνα – εξαιρετικό παράδειγμα είναι η εξέγερση των Μάου Μάου στην Κένυα τη δεκαετία του ’50, μια εξέγερση απερίφραστα εναντίον των λευκών, που είχε προσπαθήσει να αναβιώσει παραδοσιακές αξίες των Κικούγιου (ιστορικοί όπως η Catherine Coquery-Vidrovitch την έχουν αποκαλέσει «ξενοφοβικό κίνημα μεσσιανικού χαρακτήρα»). Παρομοίως, ακόμα και διάφορες πτυχές του κινήματος του Παν-Αφρικανισμού και του Κινήματος της Μαύρης Συνείδησης έχουν χαρακτηριστεί από στοιχεία ξενοφοβίας (η «Μαύρη Ανωτερότητα» έναντι της «Λευκής Ανωτερότητας» κτλ.).

14. Όσον αφορά τις μέρες μας, ξέρουμε ότι στοιχεία ξενοφοβίας είναι εμφανή σε μαζικά πολιτικά κόμματα όπως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία και το UKIP στο Ηνωμένο Βασίλειο (και τα δύο κόμματα έχουν προσελκύσει ψηφοφόρους που παραδοσιακά ανήκαν στην «Αριστερά»). Η ξενοφοβία είναι επίσης εμφανής σε μαζικά αυθόρμητα αισθήματα που εκφράζονται σε χώρες όπως η Αυστρία, η Δανία, η Πολωνία και αλλού. Επίσης, υπάρχει και το κίνημα της Δρέσδης Pegida («Ευρωπαίοι Πατριώτες Εναντίον της Ισλαμοποίησης της Δύσης»), με παρακλάδια σε όλη την Ευρώπη. Αυτό το κίνημα, ριζωμένο κυρίως σε στοιχεία της νεολαίας των μεσαίων τάξεων, μπορεί να είναι περισσότερο επιρρεπές σε αυτό που το γερμανικό κράτος έχει αποκαλέσει «ρητορική του μίσους». Γενικά μιλώντας, η ξενοφοβία ως αυθόρμητη ιδεολογία που την γεννά κυρίως ο συναισθηματισμός εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά και την πλειοψηφία των πολιτικών τάσεων της «βαθιάς κοινωνίας» των ευρωπαϊκών χωρών (μπορεί κανείς, για παράδειγμα, να βρει ξενοφοβικά στοιχεία ανάμεσα σε υποστηρικτές του Συντηρητικού Κόμματος του Ην. Βασιλείου, των Χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία κι ακόμα και των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών).

15. Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι όλες αυτές οι τάσεις και οι μορφές ξενοφοβίας, και ιδίως όταν εκφράζονται μέσα από επίσημες οργανωτικές δομές, μπαίνουν σε μια διαδικασία εμπλουτισμού και οργάνωσης του λόγου τους – για παράδειγμα, πολιτικές οργανώσεις σαν το Εθνικό Μέτωπο και το UKIP αποφεύγουν τη στείρα «ρητορική του μίσους». Ακριβώς επειδή η ξενοφοβία είναι μια δύναμη με ιστορικές ρίζες και ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες ιστορικές περιστάσεις, αναπτύσσεται και εξελίσσεται καθώς ξεδιπλώνεται σταδιακά η σημερινή ιστορική συγκυρία.

16. Αλλά η σημερινή «ρητορική του μίσους» πηγαίνει ακόμα πιο μακριά απ’ ό,τι έχουμε περιγράψει ως τώρα. Με την έλευση της οικονομικής κρίσης και τις προσπάθειές τους να εφαρμόσουν τα Μνημόνια Κατανόησης, οι ευρωενωσιακές (και ειδικά οι γερμανικές) ελίτ έχουν εκφράσει συστηματικά μια μορφή «ρητορικής του μίσους» ενάντια στις ελληνικές λαϊκές μάζες. Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, αυτή η συγκεκριμένη μορφή «ρητορικής του μίσους» εναντίον των Ελλήνων έχει καταλήξει να είναι γνωστή ως «Greek-bashing» (σύγχρονη μορφή ανθελληνισμού, βλ. ενδεικτικά https://en.wikipedia.org/wiki/Anti-Greek_sentiment).

17. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή «Αριστερά» (αλλά κυρίως η ελληνική «Αριστερά») είναι αυτή η ίδια «φοβική» απέναντι στα «εθνικά αισθήματα» της «βαθιάς κοινωνίας», αισθήματα που βασικά ασπάζεται η τεράστια πλειοψηφία των μεσαίων τάξεων στις διάφορες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Η «κομμουνιστική Αριστερά», βέβαια, συνθέτει εδώ και καιρό τη δική της εκδοχή της «ρητορικής του μίσους», η οποία έχει πάρει τη μάλλον επιπόλαιη μορφή του «ταξικού μίσους».

18. Τελικά, και μιλώντας για την ξενοφοβία των αρχών του 21ου αιώνα, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε την περίπτωση της Νότιας Αφρικής. Εδώ, το πιο σημαντικό αντιρατσιστικό (και εργατικό) κίνημα των δεκαετιών του ’70 και ’80 στον κόσμο –ο αγώνας εναντίον του Απαρτχάιντ– εντέλει έφτασε να γεννά μια ακραία βίαιη μορφή ξενοφοβίας εναντίον μη Νοτιοαφρικανών μαύρων που έχουν εισέλθει στη χώρα ως μετανάστες. Για άλλη μια φορά, το φαινόμενο απαιτεί μια προσεκτική αντικειμενική ανάλυση που θα προσπαθήσει να εξηγήσει τις αιτίες πίσω από αυτό.

4. ΕΞΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

1. Προς το παρόν, υπάρχει μια ανεξέλεγκτη και ενστικτώδης αίσθηση στον μέσο Έλληνα ότι η χώρα του «βομβαρδίζεται» από όλες τις πλευρές. Πιο συγκεκριμένα, πολλοί Έλληνες έχουν αυτή τη σχεδόν μοιρολατρική αίσθηση ότι η χώρα τους με κάποιον τρόπο διαλύεται. Δε χρειάζεται να είναι κανείς πολιτικός αναλυτής για να έχει την ανησυχητική επίγνωση μιας καθ’ όλα χειροπιαστής πραγματικότητας που ξετυλίγεται ακριβώς μπροστά στα μάτια του. Ποια είναι αυτή η πραγματικότητα;

2. Πολύ χοντρικά μπορούμε να περιγράψουμε την κατάσταση ως εξής: η μαζική και ανεξέλεγκτη εισροή μουσουλμάνων στη χώρα φαίνεται να οδηγεί όχι μόνο στον σταδιακό αφανισμό του ελληνικού έθνους-κράτους όπως το έχουμε ζήσει ως τώρα, αλλά και σε ένα σχεδόν αναπόφευκτο χάος εντός των συνόρων της χώρας.

3. Η εισροή αυτή συμβαίνει σε μια χώρα που χαρακτηρίζεται από τους εξής παράγοντες: α) μια κατεστραμμένη βιομηχανία κι έναν σχεδόν ανύπαρκτο πρωτογενή τομέα, αλλά και μια μεγάλης κλίμακας, δομική ανεργία β) μια κοινωνική υποδομή που έχει καταρρεύσει ή καταρρέει (συμπεριλαμβανομένων των δικτύων του κράτους πρόνοιας) γ) έναν πληθυσμό που γερνά χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ανανεωθεί, δεδομένης κυρίως της επίθεσης εναντίον του κυττάρου της Ελληνικής Οικογένειας (και της αναπαραγωγικής της δύναμης) από τα Μνημόνια που έχουν επιβληθεί δ) το ελληνικό φαινόμενο του «brain-drain» (διαρροή επιστημονικού δυναμικού) σε χώρες όπως η Γερμανία και αλλού ε) την περιορισμένη «χωρικότητα» της χώρας αυτής καθαυτή, και ούτω καθεξής. Πολύ απλά, έχουμε τη συνεχιζόμενη, μαζική εισροή ξένων σε μια χώρα που δεν μπορεί να φροντίσει με επάρκεια τον ίδιο τον λαό της. (Για μια πραγματικά εξαιρετική ανάλυση σχετικά με το ζήτημα της μαζικής εισροής μουσουλμάνων στην Ελλάδα, βλ. Περικλής Νεάρχου, «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ – ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ ΜΕΙΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ», «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», τεύχ. 328, 19/02-25/02/2016, σσ. 14-17).

4. Σχεδόν όλοι μπορούν να το δουν και να το νιώσουν: οι αυθόρμητες αντιδράσεις των πολιτών στην Κω, στη Λέσβο, στην Πέλλα ή στα Διαβατά που διαμαρτύρονταν ενάντια στην παρουσία μεταναστών στον τόπο τους είναι συμπτωματικές της κατάστασης. Οι διαρκείς εντάσεις στην Ειδομένη, στα σύνορα με τη Fyrom, αποτελούν μια επιπλέον εκδήλωση της εκρηκτικής κατάστασης.

5. Προς το παρόν, τέτοιες αντιδράσεις έχουν ουσιαστικά τοπικό χαρακτήρα και οποιαδήποτε ξενοφοβικά αισθήματα είναι, υποθέτουμε, μόνο λανθάνοντα. Εκφράζουν μια λαϊκή συνείδηση για την ανάγκη της επιβίωσης απέναντι σε πρακτικά, χειροπιαστά προβλήματα.

6. Αλλά οι εντόπιες λαϊκές αντιδράσεις πιθανόν θα μπορούσαν, μακροπρόθεσμα, να μεταλλαχθούν σε μια γενικευμένη, εθνικά προσδιορισμένη ξενοφοβία, ανάλογα με τις εξελίξεις και κυρίως εάν οι πολίτες προκληθούν ιδεολογικά από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις εντός της Ελλάδας.

7. Με αυτό εννοούμε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Η αντι-μεταναστευτική «ρητορική του μίσους» στην Ελλάδα έμμεσα και αθέλητα προκαλείται από μια μικρή μερίδα του πληθυσμού (όχι πάνω από 3%-4%, αν όχι λιγότερο) που υιοθετεί συγκεκριμένα ανθελληνικές αξίες στον αγώνα της να επιβεβαιώσει την επιλεγόμενη «αριστερή» ιδεολογία των «ανοιχτών συνόρων». Αυτή η ομάδα, ιδιαιτέρως θορυβώδης και κατάλληλα χειραγωγούμενη από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, στην πραγματικότητα απεχθάνεται την ίδια την ιδέα της «ελληνικότητας» και οποιαδήποτε αξία συνδέεται με αυτή. Ένα απλό παράδειγμα της προκλητικής απόρριψης των ελληνικών αξιών είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η επιλεγόμενη «Αριστερά» βλέπει το ζήτημα της «φιλοξενίας» έναντι των μεταναστών. Αυτό που απασχολεί τη συγκεκριμένη ομάδα δεν είναι εάν οι ντόπιοι Έλληνες νησιώτες προσφέρουν ή όχι φιλοξενία στους νεοαφιχθέντες μουσουλμάνους – κατά τη γνώμη τους, η ίδια η πολιτισμική αξία της «φιλοξενίας» καθαυτή πρέπει να απορριφθεί, αφού είναι –σύμφωνα με αυτούς– μια λαϊκή ελληνική ιδεολογία που στόχο έχει να «ελέγξει» τους μετανάστες.

8. Ας δούμε ένα αντιπροσωπευτικό κείμενο δημοσιευμένο στο σημαντικό «αριστερό» περιοδικό «ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ», το οποίο αναφέρεται στο θέμα της παρουσίας των μεταναστών στη Λέσβο και στο πώς η «Αριστερά» θα ήθελε να ανταποκρίνονται οι Έλληνες – το κείμενο έχει ως εξής: «… επιχειρείται οι σχέσεις με τον ξένο στο μικροεπίπεδο της κοινωνικότητας να οικοδομούνται στη βάση της ισότητας και της αμοιβαιότητας και όχι στο πλαίσιο μιας βαθιά ιεραρχικής σχέσης, όπως η φιλοξενία που, καθώς έχει δειχτεί, σε τελική ανάλυση αποσκοπεί στον έλεγχο της επικινδυνότητας του “ξένου”…» (βλ. K. Ροζάκου, «ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ: ΚΡΙΣΗ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΗ», στο «ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ», τεύχ. 130-131, Ιούλ.-Δεκ. 2015, σσ. 14-15).

9. Οι συνέπειες μιας τέτοιας θέσης είναι φανερές και γνωστές στο ελληνικό κοινό, πράγμα που καθιστά αυτή τη θέση ιδιαιτέρως προκλητική (γεννώντας έτσι «ρητορική του μίσους» τόσο εναντίον της «Αριστεράς» όσο και εναντίον των μεταναστών). Τι μας λέει η «Αριστερά»; Πρώτον, μας λέει ότι η «φιλοξενία» συνιστά μια «βαθιά ιεραρχική σχέση» που αρνείται στους ξένους μια αμοιβαία σχέση «ισότητας», αφού είναι μια πολιτισμική πρακτική με στόχο να «ελέγξει» ανθρώπους που θεωρεί «επικίνδυνους». Συνεπώς, οι ελληνικές πολιτισμικές πρακτικές είναι «φοβικές». Κατ’ επέκταση, ο ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός είναι εκ των πραγμάτων «ρατσιστικός». Συνεπώς, οι Έλληνες νησιώτες είναι εξ ορισμού «ρατσιστές» (βεβαίως, αφού οι ίδιοι οι μετανάστες δεν είναι εξ ορισμού «ρατσιστές», είναι πιο ίσοι από τους Έλληνες).

10. Αλλά οι συνέπειες αυτής της θέσης πάνε ακόμα πιο μακριά, συνιστώντας όντως την επιτομή του «αριστερού» τρόπου σκέψης. Για να αντιπαρέλθει μια «ανισότητα» κατασκευασμένη από μια ιδεολογική πρακτική όπως η «φιλοξενία», η ίδια η «Αριστερά» κατασκευάζει τη δική της «ανθρωπιστική διακυβέρνηση», που στοχεύει να συγκροτήσει την «εναλλακτική» της «φιλοξενίας» – δηλ. την «αλληλεγγύη». Μέσα από την «αλληλεγγύη», έχουμε την εγκαθίδρυση μιας απόλυτης «ισότητας» μεταξύ Ελλήνων και μη Ελλήνων. Αυτό που εντέλει επίσης έχουμε, φυσικά, είναι μια «ανθρωπιστική διακυβέρνηση» του «πολυπολιτισμού». Κι έτσι καταλήγουμε με μια πλήρη άρνηση του «έθνους-κράτους» (που είναι ακριβώς αυτό στο οποίο στοχεύει η ΕΕ).

11. Πολύ λίγοι Έλληνες μπορούν να αρνηθούν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι «ίσοι» ως άνθρωποι, είτε αυτοί είναι Άραβες είτε Έλληνες είτε οτιδήποτε. Από την άλλη, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων θα απαιτούσε το νομικό τους στάτους ως πολιτών του ελληνικού έθνους-κράτους να είναι «προνομιούχο». Η άρνηση μιας τέτοιας «προνομιακής» θέσης σημαίνει να τους αρνείται κανείς την ίδια τους την ταυτότητα ως έθνους. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, είναι ακριβώς αυτό που θέλει να επιτύχει η «Αριστερά» – όπως και ο Γερμανικός Κρατικός Εθνικισμός. Εξού και η πρόκληση, που μπορεί –και το κάνει– να γυρίσει μπούμερανγκ με τη μορφή μιας βασισμένης στον συναισθηματισμό «ρητορικής του μίσους» στην υπηρεσία της επιβίωσης.

12. Γενικά, αυτό που βλέπουμε είναι μια σοβαρή πρόκληση εκ μέρους της ελληνικής «Αριστεράς» που ισοδυναμεί με ρατσιστική επίθεση ενάντια στην καθαυτό ελληνική κοινωνία των πολιτών και στις αξίες που αυτή η κοινωνία ασπάζεται. Αυτή η «αριστερή φοβία» απέναντι σε οτιδήποτε ελληνικό συμπυκνώνεται στο συμπέρασμα της Ροζάκου ότι η «φιλοξενία» είναι, σε τελική ανάλυση, «μισοξενική» (ό.π., σ. 15).

13. Αλλά οι προκλήσεις απέναντι σε μια πολιορκούμενη ελληνική κοινωνία των πολιτών δεν έρχονται μόνο από την «Αριστερά». Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια σχεδόν πλήρης σύγκλιση ανάμεσα στην «αριστερή» θέση και στη θέση κυρίαρχων καναλιών, όπως ο ΣΚΑΪ και το MEGA. Όλα αυτά τα κανάλια στιγματίζουν οποιαδήποτε αντίδραση της κοινωνίας των πολιτών απέναντι στην παρουσία των μεταναστών ως έργο μιας μειοψηφίας που υποκινείται από το κόμμα της Χρυσής Αυγής, υπονοώντας ότι όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι τουλάχιστον οιωνεί «φασιστικές». Μια τέτοια σύγκλιση ανάμεσα στην Αριστερά και στα κυρίαρχα ΜΜΕ είναι εξηγήσιμη: και οι δύο υιοθετούν, για τους δικούς τους ξεχωριστούς λόγους, την ευρωενωσιακή ιδεολογία της «πολυπολιτισμικότητας». Και οι δύο επιλέγουν να αγνοούν παντελώς τις αντικειμενικές αιτίες τέτοιων λαϊκών αντιδράσεων.

14. Φυσικά, η στοίχιση δυνάμεων εναντίον της ελληνικής κοινωνίας των πολιτών πηγαίνει ακόμα μακρύτερα, παίρνοντας σάρκα και οστά κάτω από την ευρύτατη ομπρέλα του «ανθρωπισμού» και την ιδεολογία της «πολιτικής ορθότητας». Όλοι οι Κρατικοί Μηχανισμοί, όλα τα όργανα της Κυβέρνησης, όλα τα Πολιτικά Κόμματα (εκτός της Χρυσής Αυγής), όλες οι ΜΚΟ, κτλ, στιγματίζουν κάθε αντίδραση στη μαζική παρουσία μεταναστών ως «φοβική». Εάν δεν τη στιγματίζουν ανοιχτά, σε κάθε περίπτωση αγνοούν τις τοπικές αντιδράσεις. Αντιπροσωπευτική περίπτωση είναι αυτή των Διαβατών: στις 24 Φεβρουαρίου 2016, απλώς αδιαφορώντας για τις δημόσιες διαμαρτυρίες των κατοίκων στα Διαβατά (που περιλάμβαναν και καταλήψεις σχολείων από μαθητές), η κυβέρνηση «αιφνιδίασε» τους ντόπιους γρήγορα μετακινώντας πάνω από 2.000 μετανάστες σε ένα πρώην στρατόπεδο της περιοχής. Το λαϊκό αίσθημα εναντίον των «hotspots» έχει κι άλλη μία διάσταση: όλα εγκαθίστανται στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας και πουθενά κοντά στα προάστια των «ελίτ». Ο κόσμος το βλέπει ως πικρή ειρωνεία που μια «ριζοσπαστική Αριστερή» κυβέρνηση επιλέγει να μην ενοχλήσει τις ζωές των ελληνικών κοινωνικών ελίτ. Γενικά μιλώντας, φαίνεται πως μόνο συγκεκριμένα μέλη των Τοπικών Αυτοδιοικήσεων είναι έτοιμα να μιλήσουν στο όνομα των κατοίκων. Έχουμε έτσι μια πόλωση ανάμεσα, από τη μία πλευρά, στον «ανθρωπισμό» του Κράτους γενικά και, από την άλλη, στις καθημερινές πραγματικότητες που έχει να αντιμετωπίσει η κοινωνία των πολιτών. Αυτό δεν μπορεί παρά να γεννήσει «ρητορική του μίσους» (κάτι αρκετά εμφανές στον λαϊκό λόγο του FB – βλ. SafeLine.gr, σχετικά με τις στατιστικές του 2014-2015).

5. Η ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ

1) Ίσως η καλύτερη μέθοδος για να «μετρήσει» κανείς τη διάδοση οποιουδήποτε λόγου των απλών πολιτών (σε αυτή την περίπτωση του ξενοφοβικού λόγου) είναι να παρατηρήσει την επιρροή που έχει στην κυρίαρχη ιδεολογία – τον βαθμό, δηλαδή, στον οποίο αυτός ο λόγος έχει τη δυνατότητα να εξαναγκάσει την κυρίαρχη ιδεολογία να κάνει «παραχωρήσεις» και «προσαρμογές» μπροστά στην επέκταση ενός τέτοιου λαϊκού λόγου.

2) Η κυρίαρχη ιδεολογία του «πολυπολιτισμικού ανθρωπισμού», που εδώ και πολύ καιρό έχει υιοθετηθεί και από το Γερμανικό Κράτος και από την ευρωπαϊκή «Αριστερά», δεν είχε άλλη επιλογή παρά εν μέρει να υποχωρήσει στις απαιτήσεις, εκ μέρους της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών, για την προστασία της ευρωπαϊκής και ειδικά της εθνικής της ταυτότητας. Στον ελληνικό Τύπο τουλάχιστον, οι τέτοιου είδους παραχωρήσεις έχουν αναλυθεί πολύ καλά από τον Σταύρο Λυγερό (βλ., για παράδειγμα, τα άρθρα του στο «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ», 10.1.2016 & 31.1.2016).

3) Η τεράστια πλειοψηφία των γερμανικών λαϊκών μαζών απορρίπτει την πολιτική της Μέρκελ υπέρ της μετανάστευσης (που στόχο έχει να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου για εργατικό δυναμικό) και υποστηρίζει ρητά ότι η εισροή μουσουλμάνων στη Γερμανία «θα αλλοιώσει την πολιτισμική ταυτότητα της Γερμανίας και ευρύτερα της Ευρώπης» (Λυγερός). Στην πραγματικότητα, μόνο το 16% των Γερμανών βλέπει την παρουσία των μεταναστών με έναν κάπως θετικό τρόπο. Και ακριβώς αυτή η πίεση «από τα κάτω» είναι που έχει αναγκάσει το Γερμανικό Κομματικό Πολιτικό Σύστημα ως σύνολο (εκτός από κόμματα όπως το Die Linke, με ποσοστό μόνο 8,6%) να υιοθετήσει μια στάση εναντίον της Μέρκελ στο ζήτημα της μετανάστευσης.

4) Η θέση ότι η ευρωπαϊκή και εθνική κουλτούρα πρέπει να διασωθεί από τη μουσουλμανική «εισβολή» φυσικά καθόλου δεν περιορίζεται στη γερμανική κοινωνία των πολιτών – διατρέχει ολόκληρη την Ευρώπη. Όπως παρατηρεί ο Λυγερός: «Είναι ένα επιχείρημα που βρίσκει ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση όχι μόνο στη γερμανική, αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες».

5) Σε πολλά μέρη της Ευρώπης, συνεπώς, μπορούμε να δούμε λαϊκά αντι-μουσουλμανικά αισθήματα να διαχέονται «από τα κάτω» και να εισχωρούν στις κυβερνήσεις ευρωπαϊκών χωρών, όποιος κι αν είναι ο «ιδεολογικός» τους προσανατολισμός. Η επίδραση και μόνο της υλικής πραγματικότητας σφυρηλατεί μια «ευρωπαϊκή συνείδηση» και μια συνακόλουθη «συνείδηση του έθνους-κράτους» που απλώς δεν μπορούν να τιθασευτούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Στον βαθμό που η εισροή παράνομων μεταναστών δεν μπορεί να συγκρατηθεί, έτσι δεν μπορεί να περιοριστεί και η άνοδος της επονομαζόμενης ξενοφοβίας. Αυτό θα έπρεπε να το βλέπει κανείς ως ένα φαινόμενο αντικειμενικά καθορισμένο: ξέρουμε ότι σε κάθε δράση αντιστοιχεί πάντα μια ίση και αντίθετη αντίδραση. Η αντίδραση δεν είναι ακριβώς «ίση», αλλά έως τώρα είναι αρκετά δυναμική ώστε να αναγκάσει τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ να «συμβιβάσουν» την ιδεολογία τους του «πολυπολιτισμικού ανθρωπισμού».

6) Είναι ακριβώς μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο που πρέπει κανείς να κατανοήσει τη λαϊκή άνοδο της ξενοφοβίας εντός της Ομάδας του Βίζεγκραντ: ένα λαϊκό, «από τα κάτω» αίσθημα που επιθυμεί να αποτρέψει μια «σύγκρουση πολιτισμών» έχει εξαναγκάσει τα κράτη του Βίζεγκραντ να υιοθετήσουν μια σχεδόν θεσμοποιημένη «ξενοφοβική» πολιτική.

7) Και είναι ακριβώς μέσα στο ίδιο αυτό γενικό πλαίσιο που θα έπρεπε κανείς να κατανοήσει τη συμφωνία της Αυστρίας με εννιά βαλκανικά κράτη ώστε να σταματήσουν την εισροή μεταναστών (συνάντηση της Βιέννης, 24 Φεβρουαρίου, 2016).

8) Ο ίδιος ο Λυγερός έχει παρατηρήσει: «Στην πραγματικότητα, περισσότερο ή λιγότερο, όλες σχεδόν οι χώρες-μέλη διολισθαίνουν ανομολόγητα στην πολιτική του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν».

9) Συμπτωματικό της όλης κατάστασης είναι ότι προς τα τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 2016, η γαλλική σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή παρά να εισβάλει και να κατεδαφίσει βίαια την επεκτεινόμενη «Ζούγκλα» του Καλαί των 3.500 μεταναστών.

10) Αυτό που έχει μεγάλο ενδιαφέρον, τελικά, είναι ότι σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε μια «ριζοσπαστική αριστερή» κυβέρνηση στην Ελλάδα όντως να αποδέχεται την ανάπτυξη πλοίων του NATO στο Αιγαίο ως βοήθεια για να ελεγχθεί ο αριθμός των μεταναστών που περνούν από την Τουρκία στα ελληνικά νησιά.

11) Όλα αυτά τα γεγονότα δείχνουν προς την πιθανή, επικείμενη κυριαρχία μιας επιλεγόμενης ξενοφοβίας στην Ευρώπη – κι όμως, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών έχει επικρατήσει. Μοιάζει μάλλον αναπόφευκτο ότι, σε κάποια χρονική στιγμή, το μεγάλο κεφάλαιο (και οι πολιτικές δυνάμεις που το αντιπροσωπεύουν) θα αντεπιτεθεί: ο «ανθρωπισμός» και η «πολυπολιτισμικότητα» παραμένουν τα ιδεολογικά του εργαλεία.

6. ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ ΣΤΟ ÉLAN VITAL ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

1) Η μακροπρόθεσμη επίδραση της μαζικής εισροής και εγκατάστασης μουσουλμάνων στην Ευρώπη οπωσδήποτε θα μεταβάλει μεγάλο μέρος του ιδεολογικού λόγου στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ. Θα δημιουργηθούν ιδεολογικά κενά, εν αναμονή της πλήρωσής τους από τους πολιτικά πιο δυναμικούς πρωταγωνιστές.

2) Ο ανορθόλογος, ανιστορικός «ρομαντισμός» της «Αριστεράς» θα καταλήξει να απομονωθεί. Ο ισχυρισμός του Σλαβόι Ζίζεκ ότι η Ευρώπη χρειάζεται έναν «τυφλό αυθορμητισμό» υιοθετώντας ένα «αληθινό έργο αγάπης» απέναντι στους ξένους δεν μπορεί προφανώς να επιβιώσει στη σύγκρουσή του με την πραγματικότητα.

3) Η ίδια η χειριστική ιδεολογία της «αγάπης» που παράγεται μαζικά από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της ΕΕ (ο ίδιος ο Ευρωπαίος Επίτροπος για τη Μετανάστευση, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, έχει μιλήσει για την ανάγκη «αγάπης» απέναντι στους μετανάστες), θα βρεθεί σε κρίση και δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να συμβιβαστεί, τουλάχιστον όσον αφορά πρακτικές πολιτικές που σχετίζονται με την εισροή μουσουλμάνων μεταναστών (κάτι που ήδη βλέπουμε).

4) Η ίδια η επονομαζόμενη «ρητορική του μίσους» δεν θα μπορεί να εκφράσει σημαντικές μερίδες της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών και ούτως ή άλλως θα κατασταλεί (βλ., για παράδειγμα, J. Finkle & D. Volz, «Twitter clarifies rules on banned content…», www.reuters.com; επίσης «Google, Facebook, Twitter will delete online hate speech at pressure from Germany», https://www.rt.com).

5) Αλλά και η ξενοφοβία, αν και η σημερινή πραγματικότητα την ενισχύει, παραμένει υπερβολικά «πρωτόγονη», υπερβολικά «χαοτική» και εκ των πραγμάτων υπερβολικά «αρνητική» για να μπορέσει να οργανώσει μια ευρύτερη ηγεμονία εντός της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών. Οι ίδιες οι πολιτικές συνθήκες θα εξαναγκάσουν αυτό τον άμορφο κοινωνικό λόγο να υποστεί μεταλλάξεις.

6) Σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα της μετανάστευσης είναι στενά συνδεδεμένο με το ζήτημα της επιβίωσης των εθνών-κρατών στην Ευρώπη. Το θέμα είναι εάν οι λαοί της Ευρώπης θα επιτρέψουν στον Γερμανικό Κρατικό Εθνικισμό να θρέφεται από την αυτοκαταστροφή τους ως εθνικών οντοτήτων. Εδώ, έρχεται αμέσως στο μυαλό η σκέψη του Τζουζέπε Ματσίνι, του Ιταλού πατριώτη επαναστάτη και προφήτη της εθνικής ιδεολογίας του 19ου αιώνα. Η θέση του μπορεί να περιγραφεί με λίγα λόγια ως εξής: α) ο εθνικισμός και η εθνική αυτοδιάθεση δεν μπορούν να είναι προνόμιο μόνο λίγων, ισχυρών χωρών β) είναι δικαίωμα κάθε λαού που έχει μια εθνική ιστορία και ταυτότητα να αγωνίζεται για την αυτοδιάθεσή του γ) τα ισχυρά κράτη θέλουν να περιορίσουν αυτό το προνόμιο στον εαυτό τους.

7) Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι η σκέψη του Ματσίνι ανήκει στον 19ο αιώνα και ότι, συνεπώς, είναι παρωχημένη. Χωρίς να θέλουμε να μπούμε σε μια συζήτηση γύρω από τη μεταμοντέρνα «παγκοσμιοποίηση» και πώς αυτή καθοδηγείται από την ηγεμονία λίγων ισχυρών εθνών-κρατών, μπορούμε εδώ απλώς να παραθέσουμε τον Τζόσουα Λάντις (Joshua Landis – διευθυντής του Κέντρου Μεσανατολικών Σπουδών του Παν/μίου της Οκλαχόμα), που λέει τα εξής για τον «εθνικισμό» του 21ου αιώνα: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο μοντέρνο από τον εθνικισμό» ή, αλλιώς, «Ο εθνικισμός είναι κάτι καινούριο».

8) Τα συμπεράσματα είναι προφανή: οι λαοί της Ευρώπης θα πρέπει να μετακινηθούν από μια «πρωτόγονη» ξενοφοβία στηριγμένη στον συναισθηματισμό (και από οποιαδήποτε μορφή «ρητορικής του μίσους») στο élan vital της εθνικής συνείδησης. Μόνο μια συνεκτικά δομημένη θεωρία και ιδεολογία της εθνικής συνείδησης θα μπορούσε να υποστηρίξει τα έθνη-κράτη της Ευρώπης ως ανεξάρτητες οντότητες με την ικανότητα της αυτοδιάθεσης. Μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί κανείς να χειριστεί οποιαδήποτε μουσουλμανική ροή.

9) Οποιαδήποτε εναλλακτική στο élan vital της εθνικής συνείδησης στην Ευρώπη θα οδηγούσε σε έναν ζοφερό δρόμο – αυτόν της «πολιτικής του όχλου». Παναγιώτης Τουρίκης («Νίκος Βλάχος»), 19.2.2016