<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Λογοτεχνικά Archives - Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</title>
	<atom:link href="https://gslreview.com/category/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://gslreview.com/category/λογοτεχνικά/</link>
	<description>Work in progress - Έργο εν εξελίξει</description>
	<lastBuildDate>Sat, 11 Feb 2023 10:47:11 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0</generator>

<image>
	<url>https://gslreview.com/wp-content/uploads/2017/12/cropped-favicon-32x32.png</url>
	<title>Λογοτεχνικά Archives - Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</title>
	<link>https://gslreview.com/category/λογοτεχνικά/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί</title>
		<link>https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Feb 2023 10:47:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Thomas Wiloch]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://gslreview.com/?p=3138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Νικόλαος Τρακάκης Αγοράζει ένα μουσικό κουτί από το παιχνιδάδικο του κυρίου Τέμπλετον. Είναι από σκαλιστό ξύλο σκούρας βελανιδιάς και έχει μπρούτζινους μεντεσέδες. «Παίζει το βαλς του Σάλτσμπαχ», λέει ο κύριος Τέμπλετον, «όταν ρυθμίζω τον μηχανισμό». Είναι σίγουρος ότι θα της αρέσει. «Παρακαλώ παραδώστε το σήμερα», λέει, και ο κύριος Τέμπλετον γνέφει με σοφία. Αργότερα, &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/">Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><img fetchpriority="high" decoding="async" class="wp-image-3140 aligncenter" src="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2023/02/dancers-e1676111456342.png" alt="" width="600" height="365" srcset="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2023/02/dancers-e1676111456342.png 500w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2023/02/dancers-e1676111456342-300x182.png 300w" sizes="(max-width: 600px) 100vw, 600px" /></p>
<p><strong>Μετάφραση: Νικόλαος Τρακάκης</strong></p>
<p style="text-align: center;">Αγοράζει ένα μουσικό κουτί από το παιχνιδάδικο του κυρίου Τέμπλετον. Είναι από σκαλιστό ξύλο σκούρας βελανιδιάς και έχει μπρούτζινους μεντεσέδες. «Παίζει το βαλς του Σάλτσμπαχ», λέει ο κύριος Τέμπλετον, «όταν ρυθμίζω τον μηχανισμό». Είναι σίγουρος ότι θα της αρέσει. «Παρακαλώ παραδώστε το σήμερα», λέει, και ο κύριος Τέμπλετον γνέφει με σοφία. <span id="more-3138"></span>Αργότερα, εκείνη ανοίγει το δέμα που έφερε ο διανομέας. «Μουσικό κουτί!» φωνάζει. Είναι τόσο όμορφο. Διαβάζει την κάρτα που της έχει εσωκλείσει και χαμογελάει. Τι γλυκό. Θέλοντας να ακούσει το τραγούδι που παίζει το κουτί, σηκώνει το καπάκι. Αρχίζει μια μελωδία. Μια απαλή και χαρούμενη μελωδία. Πιάνει τον εαυτό της να χορεύει. Είναι ένας πολύ συναρπαστικός σκοπός. Εκείνο το βράδυ περνάει για να δει αν της άρεσε το δώρο του. Χτυπάει την πόρτα. Χτυπάει ξανά. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο δωμάτιό της. Είναι σωριασμένη στο πάτωμα, βαριανασαίνει και κρατά την καρδιά της. Τα πόδια της χτυπιούνται πέρα δώθε, χαράσσοντας το ξύλινο πάτωμα, στο ρυθμό της μεταλλικής μελωδίας. «Αγαπητή μου!» φωνάζει και ορμάει μπροστά. Αλλά δεν μπορεί να τη φτάσει. Δεν μπορεί να σκύψει να τη βοηθήσει. Αντίθετα, πιάνει τον εαυτό του να χορεύει…</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>[<em>Σημείωμα του μεταφραστή: </em>Οφείλω ευχαριστίες στην Dr Konstantina Georganta για την πολύτιμη βοήθειά της.]</p>
<p><strong>Thomas Wiloch, The Music Box</strong></p>
<p style="text-align: center;">He buys a music box at Mr. Templeton’s toyshop. It is carved of dark oak and has hinges of brass. “It will play the Salzbach waltz,” says Mr. Templeton, “when I set the mechanism”. He is sure she will like it. “Please deliver it today,” he says, and Mr. Templeton nods sagely. Later, she opens the package the deliveryman has brought. “A music box,” she cries. It is so very beautiful. She reads the card he has enclosed and she smiles. How sweet. Wanting to hear the song the box plays, she lifts the lid. A melody begins. A soft and lilting melody. She finds herself dancing. It is a most compelling tune. That night he stops by to see how she likes his gift. He knocks on the door. He knocks again. He opens the door and enters her room. She is crumpled on the floor, gasping and holding her heart. Her feet kick back and forth, scraping the wooden floor in time with the tinkling melody. “My dear!” he cries, rushing forward. But he cannot reach her. He cannot bend down to help her. Instead, he finds himself dancing...</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο <strong>Thomas Wiloch</strong> (1953–2008), με έδρα του το Ντιτρόιτ, ήταν ποιητής, κριτικός, πεζογράφος και εικονογράφος. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο εκδοτικό τμήμα των εκδόσεων Gale. Ο συνάδελφός του <span style="font-size: 1rem;">Thomas Ligotti, αναγνωρισμένος συγγραφέας τρόμου, έχει περιγράψει τον </span><span style="font-size: 1rem;">Wiloch ως «σπουδαίο τεχνίτη του πεζοποιήματος. Στην πραγματικότητα ήταν από τους σημαντικότερους που έχει γνωρίσει ο λογοτεχνικός κόσμος, ακόμα και αν αυτός ο κόσμος δεν το ήξερε. Ίσως κάποια μέρα να το μάθει».  Το πεζοποίημα που μεταφράζεται εδώ είναι από τη συλλογή του Wiloch <em>Mr. Templeton’s Toyshop</em> (</span><span style="font-size: 1rem;">Wordcraft of Oregon, </span><span style="font-size: 1rem;">1995).</span></p>
<p>O <strong>N. N. Trakakis</strong> διδάσκει φιλοσοφία στο Αυστραλιανό Καθολικό Πανεπιστήμιο στη Μελβούρνη, και γράφει και μεταφράζει ποίηση. Έχει μεταφράσει στα αγγλικά έργα του Λειβαδίτη, μεταξύ αυτών τα <em>Ο τυφλός με τον λύχνο</em> (<em>The Blind Man with the Lamp,</em> Denise Harvey Publications, 2014),  <em>Βιολέτες για μια εποχή</em> (<em>Violets for a Season,</em> Red Dragonfly Press, 2017), <em>Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου</em> (<em>Autumn Manuscripts,</em> Smokestack Books, 2020), <em>Εγχειρίδιο ευθανασίας</em> (<em>Enchiridion Euthanasiæ,</em> Human Side Press, 2021), και το <em>Τρίπτυχο</em> (που περιλαμβάνει τα ποιήματα<em> Μάχη στην άκρη της νύχτας</em>, <em>Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας</em> και <em>Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου</em>, Anthem Press, 2022).</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/">Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ἀντωνία Γουναροπούλου, Ὁδός Μακεδονομάχων</title>
		<link>https://gslreview.com/%e1%bc%80%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%e1%bd%81%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Jun 2022 18:55:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνικά]]></category>
		<category><![CDATA[Προσεγγίσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Petites-Maisons]]></category>
		<category><![CDATA[δεκαετία 1980]]></category>
		<category><![CDATA[διηγήματα]]></category>
		<category><![CDATA[ελληνική λογοτεχνία]]></category>
		<category><![CDATA[Πεντέλη]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://gslreview.com/?p=3077</guid>

					<description><![CDATA[<p>Του Γιώργου Αράγη. Βιβλιοκριτική του βιβλίου Οδός Μακεδονομάχων της Αντωνίας Γουναροπούλου (εκδόσεις Petites-Maisons), 2 Ιουνίου 2022, Αθήνα, βιβλιοπωλείο Επί Λέξει Στήν ἑλληνική πεζογραφία, ὅπως καί στήν παγκόσμια, ἔχουμε ἔργα πού γράφονται γιά νά διαβαστοῦν ἀπό παιδιά καί ἔργα μέ πρωταγωνιστές παιδιά, πού γράφονται γιά νά διαβαστοῦν ἀπό μεγάλους. Ποῦ βρίσκεται ἡ διαφορά;  Ἡ διαφορά βρίσκεται στήν &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/%e1%bc%80%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%e1%bd%81%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Ἀντωνία Γουναροπούλου, Ὁδός Μακεδονομάχων"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%e1%bc%80%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%e1%bd%81%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd/">Ἀντωνία Γουναροπούλου, Ὁδός Μακεδονομάχων</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Γιώργου Αράγη. Βιβλιοκριτική του βιβλίου <em>Οδός Μακεδονομάχων</em> της Αντωνίας Γουναροπούλου (εκδόσεις Petites-Maisons), 2 Ιουνίου 2022, Αθήνα, βιβλιοπωλείο Επί Λέξει</strong></p>
<p><span id="more-3077"></span></p>
<p>Στήν ἑλληνική πεζογραφία, ὅπως καί στήν παγκόσμια, ἔχουμε ἔργα πού γράφονται γιά νά διαβαστοῦν ἀπό παιδιά καί ἔργα μέ πρωταγωνιστές παιδιά, πού γράφονται γιά νά διαβαστοῦν ἀπό μεγάλους. Ποῦ βρίσκεται ἡ διαφορά;  Ἡ διαφορά βρίσκεται στήν ὀπτική τῶν πεζογράφων. Στό γεγονός ὅτι τά πρῶτα γράφονται μέ γνώμονα τήν παιδική ἀντίληψη, ἐνῶ τά δεύτερα γράφονται μέ γνώμονα τήν ἐνήλικη ἀντίληψη. Φυσικά δέν ἀποκλείεται νά διαβάζονται ἀπό παιδιά τῆς προσχολικῆς καί σχολικῆς ἡλικίας, πεζά γιά μεγάλους, ὅμως ἡ ἀναγνωστική ἀφομοίωση διαφέρει ἀνάμεσα στίς μικρές καί στίς μεγάλες ἡλικίες. Ὁ <em>Λεωνής</em> τοῦ Γ. Θεοτοκᾶ δέν γράφτηκε γιά νά ἀνταποκρίνεται στήν παιδική δεκτικότητα. Τό ἴδιο ἡ <em>Ἐρόικα</em> καί <em>Στοῦ </em><em>X</em><em>ατζηφράγκου</em> τοῦ Κ. Πολίτη. Ἐνῶ το <em>Τόν καιρό τοῦ Βουλγαροκτόνου</em> τῆς Π. Δέλτα γράφτηκε γιά νά διαβαστεῖ ἀπό παιδιά. Ἔχουμε συνεπῶς ἐδῶ ἕνα ζήτημα διάκρισης πού, ὅσο ξέρω, δέν ἔχει ἀσχοληθεῖ κανείς μαζί του. Ὅμως εἶναι ἀπαραίτητο νά ξεχωρίζουμε τήν παιδική λογοτεχνία ἀπό τή λογοτεχνία γιά μεγάλους, ἀδιάφορο ἄν ἡ λογοτεχνία γιά μεγάλους χρησιμοποιεῖ κάποτε ὡς ἀφηγηματικούς ἥρωες παιδιά. Κι αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει στήν <em>Ὁδό Μακεδονομάχων</em>. Ὅπου ἔχουμε ἀφηγηματικούς ἥρωες παιδιά, χωρίς νά προϋποθέτει ἡ συγγραφή του παιδικό ἀναγνωστικό κοινό. Πρόκειται, συγκεκριμένα, γιά ἕνα βιβλιαράκι μέ δέκα μικρές ἱστορίες ἤ διηγήματα, πού, σύμφωνα μέ τή σειρά τους στό βιβλίο, ἔχουν τούς ἀκόλουθους τίτλους: «Βουτιά στό χῶμα», «Ἡ “Ταβέρνα τοῦ Τάκη”», «Οἱ χῆνες», «Ἡ ἀλεποῦ», «Ὁ κυρ Σπύρος», «Ἀπό θλίψη», «“Ζα-βο-λιά-ρα!”», «Ἡ σωλήνα τοῦ Θανάτου», «Λασποκεφτέδες», «“Ἀμήν”». Ἕνα ἀπό αὐτά, «Ὁ κυρ Σπύρος», ἀφορᾶ ἕναν γερασμένο ἀνθρωπο, πού ζεῖ μόνος του. Ἐξαιρετέο καί ἀσχολίαστο σέ ὅσα ἀκολουθοῦν, καθώς δέν εἶναι τῆς ἴδιας τάξης μέ τά ὑπόλοιπα. Τ᾿ ἄλλα ἐννιά ἀναφέρονται  σέ μιά κοπελίτσα, πού λέγεται Σία ἤ ἁπλά <em>κορίτσι</em> καί εἶναι 4-5 χρονῶν, ἀλλά μία φορά, στό διήγημα «“Ἀμήν”»,  εἶναι 11 χρονῶν καί πηγαίνει στήν πέμπτη δημοτικοῦ. Ἡ συγγραφέας παρακολουθεῖ τή Σία, ὅπως θυμᾶται τόν ἑαυτό της σ᾿ αὐτή τήν ἡλικία. Ἄρα δέν ἀποκλείεται νά ὑπάρχει αὐτοβιογραφική βάση. Ἡ Σία, τώρα, δέν ἐνδιαφέρεται γιά τήν πολιτική, οὔτε γιά τή θρησκεία, οὔτε γιά τίς σπουδές, οὔτε γιά τόν κόσμο γενικότερα, οὔτε καί πολύ γιά τούς μεγάλους. Ὁ δικός της κύκλος εἶναι ἡ γειτονιά της, ὅπου προέχει ἡ Ὁδός Μακεδονομάχων, μέ τά συνομήλικα, τά λίγο μεγαλύτερα καί λίγο μικρότερα κορίτσια καί ἀγόρια της. Σ᾿ αὐτή τή γειτονιά, πού ἔχει ἀκόμα ἕνα δασάκι κι ἕνα ρέμα, δοκιμάζονται οἱ δυνατότητες καί οἱ δεξιότητες τῶν μικρῶν παιδιῶν, μέσα ἀπό τά παιχνίδια τους. Τά κείμενα γράφονται σέ τρίτο πρόσωπο, ἀλλά πάντα ἀπό τή μεριά τῆς μικρῆς πρωταγωνίστριας. Μάλιστα, γιά περισσότερη σαφήνεια ἡ ἀφηγηματική ἑστίαση τοποθετεῖται στήν ἴδια τή Σία. Μέ ποιόν τρόπο; Μέ τό νά δίνει τά «πράγματα»,<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> κάτι πού συνιστᾶ ἀφηγηματική ἀρετή, μέσα ἀπό τίς αἰσθήσεις καί τά αἰσθήματα τῆς κοπελίτσας.</p>
<p>Αἰσθήσεις καί αἰσθήματα. Θά χρειαστεῖ νά τά δοῦμε κάπως διεξοδικά.     Αἰσθήσεις. Τί εἶναι αὐτό πού τραβάει τά μάτια τῆς Σίας; Πρῶτα πρῶτα εἶναι ὁ στίβος τῶν παιχνιδιῶν, ἡ Ὁδός Μακεδονομάχων ἀπό τή μιά ἄκρη ὥς τήν ἄλλη, ἀνηφόρα-κατηφόρα. Χωματόδρομος καί τελευταῖα μέ πίσσα. Ὅπου ἡ ταβέρνα τοῦ Τάκη, τῆς Κικῆς καί τοῦ γιοῦ τους Κωστή, τό σπιτάκι τοῦ Γιοῦρα, τό σπίτι τῆς κυρα-Ντόλης, τό σπίτι τῆς Σπυριδούλας, τῆς Γωγώς, τοῦ κυρ Σπύρου, τῆς δασκάλας καί τοῦ Γυμνασιάρχη μέ τά οἰκοδομικά «χώματα» μπροστά του, τό ἐγκαταλειμμένο σπίτι πού ἀποφεύγανε τά παιδιά. Ἀπέναντι εἶναι τό δασάκι μέ τά πεῦκα, ἐνῶ πίσω μεριά εἶναι τό ρέμα μέ τίς καρπερές συκιές. Ἐκτός ἀπό αὐτά δέν λείπουν καί τά ἀπρόοπτα. Τό κορίτσι παρακολουθεῖ μιά μέρα δυό ἄλογα νά καλπάζουν:</p>
<p>«<em>Τά παιδιά πέταξαν τά ποδήλατα, τίς πέτρες, τίς μπίλιες, τίς κιμωλίες, βιάστηκαν ποιό θ᾿ ἀνέβει πρῶτο τή σκάλα κι ἔφτασαν πάνω στό δρόμο, ἐκεῖ πού σέ λίγο θά ᾿μπαινε ἡ φαρδιά σιδερένια ἐξώπορτα κι εἶχαν μαζευτεῖ γονεῖς καί θεῖοι. Δυό ἄλογα, ἕνα ἄσπρο κι ἕνα καφετί, κατέβαιναν μ᾿ ἐλαφρύ καλπασμό τήν κατηφόρα ἀκριβῶς μπροστά τους, κι ἕνα ἄσχημο ἀδύνατο ἀγόρι ἔτρεχε ἱδρωμένο πίσω τους βρίζοντας μέ λέξεις πού τά παιδιά δέν ἔπρεπε ν᾿ ἀκούσουν – ἀλλά εἶχαν ἤδη ἀκούσει. [...] Οἱ μεγάλοι γελοῦσαν. Τό κορίτσι ἔβλεπε μπροστά της τό ἀγόρι, ἀκόμα κι ὅταν ἐκεῖνο εἶχε χαθεῖ.</em>»</p>
<p>Ἔπειτα ἀπό τά ἄλογα τό κορίτσι συναντάει στό ρέμα ἕνα κοπαδάκι ἀπό χῆνες καί τό ἄσχημο ἀγόρι. Στό μεταξύ, στήν ταβέρνα τοῦ Τάκη τραβάει τήν προσοχή της μιά ζυγαριά πού ὁ μηχανισμός της τῆς φαίνεται ἀκατανόητος. Τίς προάλλες ὁ Κωστής ἔφερε κρυφά τό αὐτοκίνητο τοῦ πατέρα του, τό πορτοκαλί μέ τή μία ρόδα μπροστά, ὥς τό σπίτι τους. Τό ὁδήγησε μέ τήν ὄπισθεν στήν πιλοτή κι ἔγινε «ξεφάντωμα» ἀπό τά παιδιά.  Ἄλλοτε, ἕνα βραδάκι πού ἦταν στό μπαλκόνι μέ τή μάνα της καί τόν μεγαλύτερο ἀδερφό της, εἶδαν τήν ἀλεπού, μέ τή μεγάλη φουντωτή οὐρά, νά βγαίνει στόν δρόμο ἀπό τό δασάκι. Ὅμως περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα τό κορίτσι προσέχει τίς γραμμές ἀπό τά τετράγωνα στό παιγνίδι μέ τό κουτσό, πού τίς πατάει ἡ φίλη της Θεώνη καί καταφέρνει νά κρύβει ὅτι τίς πατάει: «Ὄχι, ποῦ; νά, δέν πατάω!» Γεγονός πού κάνει τό κορίτσι νά θυμώνει καί νά φωνάζει στή Θεώνη: «Ζα-βο-λιά-ρα! Ζα-βο-λιά-ρα!...».</p>
<p>Αὐτός εἶναι περίπου ὁ ὁρατός κόσμος τῆς μικρούλας πρωταγωνίστριας. Ἀλλά οἱ αἰσθήσεις εἶναι πέντε. Ἔτσι, δέν λείπει κι ὁ ἀκουστικός κόσμος. Ἡ γειτονιά ἔχει τίς ὧρες της, ἄλλοτε ἡσυχία, ἄλλοτε φασαρία.  Φασαρία εἶναι τά ξεφωνητά τῶν παιδιῶν στά παιχνίδια τους, τά πρωινά αὐτοκίνητα πού μεταφέρουν τά παιδιά στά σχολεῖα τους, τά κακαρίσματα ἀπό τό κοτέτσι τῆς κυρα-Ντόλης, ὁ βήχας τοῦ κυρ Σπύρου ἀπό τό διπλανό σπίτι του, τό φοβεριστικό σφύριγμα τοῦ πατέρα γιά νά ἐπιστρέψει ἕνα βράδι, μέ τόν ἀδερφό της, στό σπίτι. Ἔπειτα εἶναι τά μυριστικά, τά ἁπτικά καί τά γευστικά δεδομένα. Σημειώνω ἕναν συνδυασμό μυρωδιᾶς καί γεύσης. Τό κορίτσι εἶναι 11 χρονῶν  καί πηγαίνει πιά μέ τά πόδια στό σκολεῖο, πιασμένη χέρι χέρι μέ τόν φίλο της Χάρη:</p>
<p>«<em>Φτάνουν στόν παλιό της παιδικό σταθμό στήν κορυφή τῆς Μακεδονομάχων, τό κορίτσι κάνει τό κόλπο μέ τή βαθιά εἰσπνοή, ρουφάει ἀέρα μ᾿ ὅλη τήν ψυχή της καί, νά, ἡ πρωινή μυρωδιά τοῦ σταθμοῦ γεννᾶ στό στόμα της τήν παλιά γεύση ἀπό τό γάλα κακάο.</em>»</p>
<p>Αἰσθήματα. Τό κορίτσι ζεῖ τά αἰσθήματά του καί ταυτόχρονα τά μαθαίνει, εἴτε ξέρει τά ὀνόματά τους εἴτε ὄχι. Στό πρῶτο διήγημα, «Βουτιά στό χῶμα», ξέρει πώς ἔκανε ζαβολιά στόν ξαδερφό της Πανούλη, πού κλαίει ἀπαρηγόρητος. Δέν τό ὁμολογεῖ στή μάνα της, ἀλλά ἐκείνη κάτι μαντεύει. Ἡ ἴδια σκέφτεται «<em>νά τοῦ πεῖ (του Πανούλη) νά μήν τή μαρτυρήσει. Ἄν δέν τή μαρτυρήσει, στό ἑπόμενο παιχνίδι πλεϊμομπίλ θά παίξουν ὅ,τι ἱστορία θέλει αὐτός</em>». Ἕνα καταμεσήμερο, πού ἡ γειτονιά ἡσύχαζε, κατέβηκε στό ρέμα μέ τίς συκιές, ὅπου, χωρίς νά τό περιμένει, συνάντησε τίς χῆνες μέ τό «ἄσχημο ἀδύνατο ἀγόρι»:</p>
<p>«<em>Καθόταν ἀνακούρκουδα στά κίτρινα ξερόχορτα καί τήν κοιτοῦσε κοροϊδευτικά. Δέν εἶχε πρόβλημα τό κορίτσι μ᾿ αὐτό. Ἤξερε τί σημαίνει “κοροϊδευτικά”. Τήν εἶχε κοιτάξει πολλές φορές “κοροϊδευτικά” ὁ ἀδερφός καί ἡ μάνα της, κι αὐτή εἶχε κοιτάξει πολλές φορές “κοροϊδευτικά” τά ξαδέρφια της. Ἀλλά αὐτό δέν ἦταν ἁπλῶς “κοροϊδευτικά”. Ἦταν καί κάτι ἄλλο, πού τό κορίτσι δέν ἤξερε πῶς τό λένε ἀλλά τό ἀναγνώρισε. Ἦταν κάτι πού τήν ἔκανε νά νιώσει ντροπή καί ἀπειλή, ἀπίστευτη ἀπειλή, καί δέν εἶχε ὄνομα νά τοῦ δώσει. Ἀσυναίσθητα κοίταξε πίσω της. Καταμεσήμερο, ὁ ἀδερφός καί τά ξαδέρφια της κοιμόντουσαν καί οἱ γονεῖς τους ἦταν στό σπίτι. Μόνη της. Ἔνιωσε πώς τουλάχιστον θά ἤθελε νά μήν εἶναι καλοκαίρι καί νά φοράει τά χειμωνιάτικα ροῦχα της.</em>»</p>
<p>Στό διήγημα «Ἀπό θλίψη» τό κορίτσι ταράζεται ἀπό τή σκηνή πού βλέπει:</p>
<p>«<em>...στέκεται τρομαγμένο στό ἄνοιγμα τῆς πόρτας πού χωρίζει τόν μικρό διάδρομο ἀπ᾿ τό σαλόνι. Γιατί ὁ ἀδερφός της δέν κλαίει ἀπό τά νεῦρα του, δέν εἶναι θυμωμένος – κλαίει ἀπό θλίψη, κι ἡ θλίψη εἶναι τόσο μεγάλη, πού δακρυσμένη εἶναι ἀκόμα καί ἡ μαμά.</em>»</p>
<p>&nbsp;</p>
<figure id="attachment_2973" aria-describedby="caption-attachment-2973" style="width: 370px" class="wp-caption alignright"><img decoding="async" class="wp-image-2973" src="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2020/12/The-pins-pencil-on-paper-100x70-2017-712x1024-1.jpg" alt="Geese" width="370" height="532" srcset="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2020/12/The-pins-pencil-on-paper-100x70-2017-712x1024-1.jpg 712w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2020/12/The-pins-pencil-on-paper-100x70-2017-712x1024-1-209x300.jpg 209w" sizes="(max-width: 370px) 100vw, 370px" /><figcaption id="caption-attachment-2973" class="wp-caption-text">          Βασίλης Σελιμάς, «Τα σουβλιά», μολύβι σε χαρτί, 2017</figcaption></figure>
<p>Ὁ ἀδερφός της κλαίει γιατί πέθανε ὁ Τάκης, ὁ πατέρας τοῦ Κωστή. Τοῦ Κωστή πού εἶναι στενός φίλος τοῦ ἀδερφοῦ της. Τό κορίτσι συμπονάει τόν ἀδερφό της, ἄν καί δέν τῆς φέρνεται πολύ καλά, καί βρίσκει τήν καλύτερη μπίλια της γιά νά τοῦ τή δώσει. Στήν ἱστορία πού ἐπιγράφεται «Ζα-βο-λιά-ρα» τό κορίτσι βράζει ἀπό αἴσθημα ἀδικίας καί φτάνει ὥς τήν ἀθέμιτη ἐκδίκηση τῆς φίλης της. Στήν ἱστορία «Ἡ Σωλήνα τοῦ Θανάτου» ζεῖ τήν ἀγωνιώδη προσπάθεια μιᾶς δύσκολης ἀναρρίχησης, καθώς ἀρχίζει καί νυχτώνει, στό ρέμα. Ἐκείνη βρίσκεται στή μέση τῆς ἀπότομης ἀνηφόρας καί δέν μπορεῖ νά πάει οὔτε μπροστά οὔτε πίσω, ἐνῶ ὁ ἀδερφός της κι ὁ Κωστής ἔχουν ἤδη ἀνέβει. Τότε ἀκούγεται τό σφυριχτικό σῆμα τοῦ πατέρα της νά γυρίσουν ἀμέσως στό σπίτι. Ὁ Κωστής προσπαθεῖ νά τη βοηθήσει καί μέ τή βοήθειά του τό κορίτσι σώζεται τήν τελευταῖα στιγμή, ἀλλιῶς θά κατρακυλοῦσε στόν πάτο. Στό κείμενο «“Ἀμήν”», ἡ Σία εἶναι ἕντεκα χρονῶν καί πηγαίνει παρέα μέ τόν Χάρη στό σχολεῖο:</p>
<p>«<em>...ξέρει ὅτι εἶναι ὁ καλύτερός της φίλος στή γειτονιά ὄχι γιατί τό ἀποφάσισε ποτέ, ἀλλά γιατί ἁπλῶς συμβαίνει: ἄν τά παιδιά δέν παίζουν στόν δρόμο ὅλα μαζί, μόνη της μόνο μέ τόν Χάρη τῆς ἀρέσει νά παίζει. Ξέρει ἀπ᾿ ἔξω τήν κουζίνα τοῦ σπιτιοῦ του καί τή μυρωδιά, [...] καμιά φορά, συνήθως σέ γιορτές, ὅταν τύχει νά μπεῖ στό σπίτι τοῦ Χάρη μαζί μέ τούς γονεῖς της ἀπό τήν κεντρική εἴσοδο κι ὄχι ἀπ᾿  τήν κουζίνα, ὁλόκληρο τό σπίτι μοιάζει  ν᾿ ἀλλάζει καί γίνεται ἐπίσημο καί ξένο.</em>»</p>
<p>Τήν περίοδο αὐτή τό κορίτσι αἰσθάνεται τό πρῶτο ἐρωτικό σκίρτημα.</p>
<p>Καθώς εἶναι φανερό, οἱ αἰσθήσεις καί τά αἰσθήματα τοῦ κοριτσιοῦ αὐτοῦ ἀντιπροσωπεύουν τόν ἐξωτερικό καί τόν ἐσωτερικό της κόσμο. Τήν περιπέτεια τῆς ἀνήλικης ζωῆς της: πῶς ἀσκεῖται, πῶς ἀναπτύσσεται, πῶς διαμορφώνει τόν χαρακτήρα της. Αὐτά συμβαίνουν χωρίς ἄλλες πληροφορίες, χωρίς ἐξηγήσεις, χωρίς σχόλια. Ἡ συγγραφέας, δίνοντας ἀπευθείας τά «πράγματα», δέν αίσθάνεται τήν ἀνάγκη νά πεῖ τίποτε περισσότερο. Ἀπό τήν ἀρχή φάνηκε πώς σκοπός της δέν ἦταν νά φανερώσει ἰδέες, σκέψεις, σχέδια καί προθέσεις, ἀλλά νά παρουσιάσει τίς αἰσθήσεις καί τά αἰσθήματα ἑνός συγκεκριμένου κοριτσιοῦ. Τά ἴδια δηλαδή τά στοιχεῖα πού κάνουν ἀμέσως πειστικά τά γραφόμενά της.</p>
<p>Ὅλες οἱ παραστατικές στιγμές ἔχουν τήν ἐκφραστική σημασία τους, τέσσερεις ὅμως ἐντυπωσιάζουν ἰδιαίτερα. Ἐννοῶ τίς ἀκόλουθες: «<em>Τό κορίτσι ἔβλεπε μπροστά της τό ἀγόρι, ἀκόμα κι ὅταν ἐκεῖνο εἶχε χαθεῖ.</em>»,  «<em>... ἡ πρωινή μυρωδιά τοῦ σταθμοῦ γεννᾶ στό στόμα της τήν παλιά γεύση ἀπό το γάλα κακάο</em>». Στό ρέμα μέ τίς χῆνες καί τό ἄσχημο παιδί, πού τό κορίτσι  «<em>Ἔνιωσε πώς τουλάχιστον θά ἤθελε νά μήν εἶναι καλοκαίρι καί νά φοράει τά χειμωνιάτικα ροῦχα της.</em>» Κι ὅταν πήγαινε μέ τούς γονεῖς της στό σπίτι τοῦ Χάρη «<em>ἀπό τήν κεντρική εἴσοδο κι ὄχι ἀπ᾿ τήν κουζίνα</em>» καί τό σπίτι ἔμοιαζε νά «<em>γίνεται ἐπίσημο καί ξένο</em>».</p>
<p>Νά σημειωθεῖ ὅτι σ᾿ ὅλα τά κείμενα τοῦ βιβλίου δέν συναντοῦμε ἀφηγηματικά μπάζα. Ἀφηγηματικά παραγεμίσματα ἤ λοξοδρομήματα ἐκτός τῆς ἀφηγηματικῆς δράσης. Τό κάθε διήγημα ἀποτελεῖται ἀπό μία δραστική ἑνότητα. Τόσο πού θά ᾿λεγε κανείς πώς βρισκόμαστε μπροστά σέ πεζογραφικά στιγμιότυπα. Ὅμως ὄχι, δέν εἶναι στιγμιότυπα, γιατί ὐπάρχει ἐξέλιξη καί ὄχι στατικές περιγραφές.</p>
<p>Νά σημειωθεῖ ἐπίσης πώς ἡ γραφή τῆς συγγραφέα εἶναι μετρημένα κουκιά. Θέλω νά πῶ ὅτι εἶναι λιτή σέ ἀσυνήθιστο βαθμό. Τόσο πού νά πλησιάζει πρός τόν ποιητικό λόγο. Μποροῦμε νά ἀφαιρέσουμε ἀπό τά διηγήματα αὐτά φράσεις ἤ λέξεις, χωρίς οὐσιαστικές ἀβαρίες στή σύνθεσή τους; Γιά νά μήν τό πῶ ἐγώ, ἄς τό δοκιμάσει ὁ κάθε ἀναγνώστης.</p>
<p>Τελικά τά κείμενα στά ὁποῖα ἀναφέρομαι εἶναι ἀλάνθαστα, ἄψογα καί τέλεια; Ἐγώ μέχρι σήμερα τέτοια κείμενα δέν συνάντησα καί δέν πιστεύω ὅτι γράφτηκαν ποτέ. Καί τά πιό ἄψογα ἔχουν κάποια σημεῖα ἐλεγχόμενα. Στή συγκεκριμένη περίπτωση, ἐξαίρεσα ἕνα κείμενο πού μοιάζει σχετικά ἀταίριαστο. Ἔπειτα, ὅταν διαβάζω στό πρῶτο διήγημα πώς τό κορίτσι «Νιώθει ὅτι εἶναι ἡ μόνη πού συνειδητοποιεῖ τήν ἀπάτη». Τό ρῆμα «συνειδητοποιεῖ», μέ τό γνωστικό φορτίο πού ἔχει, μοῦ φαίνεται βαρύ γιά τήν ἡλικία τοῦ κοριτσιοῦ. Παρωνυχίδα θά πεῖς. Βέβαια παρωνυχίδα. Στό διήγημα «Ἡ Σωλήνα τοῦ Θανάτου» αἰσθάνομαι πώς μοῦ λείπουν στοιχεῖα ἀπό τήν τοπιογραφία τοῦ μέρους. Πῶς προχώρησαν τά παιδιά στό ρέμα, πῶς ξεκίνησαν, πῶς  ἦταν ἀκριβῶς ὁ τόπος. Εἶμαι σίγουρος πώς ἡ συγγραφέας ἔχει σαφή εἰκόνα, τήν ὁποία ὅμως ὁ ἀναγνώστης δέν τήν ἔχει. Ἐνῶ σκιαγραφήθηκε ἄρτια ἡ ἀγωνία τοῦ κοριτσιοῦ στήν ἀναρρίχηση, δέν σκιαγραφήθηκε μέ τήν ἴδια ἀρτιότητα ἡ μορφολογία τοῦ τοπίου. Μ᾿ αὐτές τίς ἐπιμέρους παρατηρήσεις ἔφτασα στό τέλος καί θέλω νά σᾶς εὐχαριστήσω πού μ᾿ ἀκούσατε.</p>
<p>Γιῶργος Ἀράγης<br />
Πεδινή 12/5/2022</p>
<p><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> Μέ τή σημασία πού δίνει στή λέξη ὁ Τέλλος Ἄγρας γράφοντας γιά τήν ποίηση τοῦ Καρυωτάκη. (Τέλλος Ἄγρας, «Ὁ Καρυωτάκης καί οἱ ‘Σάτιρες’», <em>Ἅπαντα</em>, δεύτερος τόμος, φιλολογική ἐπιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, Ἕρμής, Ἀθήνα 1981, σσ. 200-221).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img decoding="async" class="" src="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/biblionet-223x300.jpg" width="165" height="222" /></p>
<p><strong>Οδός Μακεδονομάχων<br />
</strong>Αντωνία Γουναροπούλου<br />
Θεσσαλονίκη: Petites - Maisons, 2022</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%e1%bc%80%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%e1%bd%81%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd/">Ἀντωνία Γουναροπούλου, Ὁδός Μακεδονομάχων</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Οδός Μακεδονομάχων»: Μια περιδιάβαση σε μια παιδική ηλικία αμιγώς παιδική</title>
		<link>https://gslreview.com/%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%ac%cf%87%cf%89%ce%bd-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ac%ce%b2%ce%b1%cf%83/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 05 Jun 2022 13:11:26 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνικά]]></category>
		<category><![CDATA[Προσεγγίσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Petites-Maisons]]></category>
		<category><![CDATA[δεκαετία 1980]]></category>
		<category><![CDATA[διηγήματα]]></category>
		<category><![CDATA[ελληνική λογοτεχνία]]></category>
		<category><![CDATA[Πεντέλη]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://gslreview.com/?p=3063</guid>

					<description><![CDATA[<p>Της Αθηνάς Δημητριάδου. Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου Οδός Μακεδονομάχων της Αντωνίας Γουναροπούλου (εκδόσεις Petites-Maisons), 2 Ιουνίου 2022, Αθήνα, βιβλιοπωλείο Επί Λέξει «Και τότε γίνουνταν το ανάστα ο Θεός. Έτρεχαν, πηδούσαν, κατέβαιναν στο δρόμο, σκαρφάλωναν στους βράχους, έπεφταν, σηκώνουνταν, φώναζαν, δέρνουνταν, καβγάδιζαν ή γελούσαν, βουτούσαν στις σκόνες, έπιαναν ακρίδες, μάζευαν βότσαλα, πετούσαν πέτρες, τίποτε πια &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%ac%cf%87%cf%89%ce%bd-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ac%ce%b2%ce%b1%cf%83/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "«Οδός Μακεδονομάχων»: Μια περιδιάβαση σε μια παιδική ηλικία αμιγώς παιδική"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%ac%cf%87%cf%89%ce%bd-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ac%ce%b2%ce%b1%cf%83/">«Οδός Μακεδονομάχων»: Μια περιδιάβαση σε μια παιδική ηλικία αμιγώς παιδική</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Της Αθηνάς Δημητριάδου. Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου <em>Οδός Μακεδονομάχων</em> της Αντωνίας Γουναροπούλου (εκδόσεις Petites-Maisons), 2 Ιουνίου 2022, Αθήνα, βιβλιοπωλείο Επί Λέξει</strong></p>
<p><span id="more-3063"></span></p>
<p><em>«Και τότε γίνουνταν το ανάστα ο Θεός. Έτρεχαν, πηδούσαν, κατέβαιναν στο δρόμο, σκαρφάλωναν στους βράχους, έπεφταν, σηκώνουνταν, φώναζαν, δέρνουνταν, καβγάδιζαν ή γελούσαν, βουτούσαν στις σκόνες, έπιαναν ακρίδες, μάζευαν βότσαλα, πετούσαν πέτρες, τίποτε πια δεν έβλεπε ούτε άκουε η δασκάλα. Χωμένη στο βιβλίο της, ρουφώντας τη μποτίλια της, άφηνε τ' αδέρφια ελεύθερα.<br />
</em></p>
<p><em>Και τι ωραία που ήταν η ελευθερία στον βράχο της Καστέλας! Πουθενά δεν ήταν τόσο ψιλή η σκόνη, τα χαμόκλαδα πιο ξερά, πιο εύκολα να τσακίσουν, οι πέτρες πιο πολλές, το χώμα πιο πλούσιο από θησαυρούς</em>»<em>.</em></p>
<p>Τα παιδιά αυτά δεν είναι τα παιδιά της οδού Μακεδονομάχων της δεκαετίας 1980-1990, είναι παιδιά που απολαμβάνουν τα παιδικάτα τους το καλοκαίρι του 1879, όπως μας τα περιγράφει γλαφυρότατα η Πηνελόπη Δέλτα στον <em>Τρελαντώνη</em>.</p>
<p>Πώς τον θυμήθηκα τον <em>Τρελαντώνη</em>; Διαβάζοντας την <em>Οδό Μακεδονομάχων</em>, την πρόσφατη δουλειά της Αντωνίας Γουναροπούλου, ήρθαν στο νου μου σκόρπιες φράσεις και στιγμιότυπα από το αγαπημένο βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα. Όλο αυτό το ξεσάλωμα όταν η παρέα έμενε μόνη της, μακριά από τα μάτια των μεγάλων. Το ασταμάτητο παιχνίδι, τα καβγαδάκια, το μόνιασμα, οι στραβοτιμονιές, η μοναρχία του μεγάλου αδελφού. Ανέσυρα όμως από τη μνήμη μου και κάτι ακόμη, εξίσου, ίσως και πιο ενδιαφέρον: Το πόσο ισχυρή είναι η παρουσία του τόπου, συγκεκριμένα της Καστέλας, πόσο επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις επιλογές των μικρών ηρώων. Σαν ένα ακόμη πρόσωπο. Κάθε άλλο από δευτερεύον. Κεντρικό με όλη τη σημασία της λέξης.</p>
<p><em>Κυρίαρχο</em> ρόλο έχει <em>και</em> η Οδός Μακεδονομάχων στα δέκα διηγήματα του βιβλίου. Είναι ο συνεκτικός κρίκος αφενός ανάμεσα στα δρώμενα των ιστοριών αφετέρου στη συναρμογή τους με το <em>πού</em> εκτυλίσσονται τα μικρά ή μεγαλύτερα συμβάντα της καθημερινότητας και πόσο την επηρεάζουν. Αυτό το <em>πού</em> στη λογοτεχνία δεν είναι σχεδόν ποτέ ανεξάρτητο από το <em>πώς</em>. Στην προκειμένη περίπτωση, τόπος είναι ένας κεντρικός δρόμος με τα πέριξ του σε μια γειτονιά στα βόρεια προάστια, πριν από καμιά σαρανταριά χρόνια, δεκαετία 1980-90, τότε που ο κόσμος αρχίζει να χτίζει εκεί όπου ακόμη θα μπορεί ν’ ανασαίνει καθαρό αέρα.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="size-large wp-image-3066 aligncenter" src="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/Επί-Λέξει-10-1024x684.jpg" alt="" width="525" height="351" srcset="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/Επί-Λέξει-10-1024x684.jpg 1024w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/Επί-Λέξει-10-300x200.jpg 300w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/Επί-Λέξει-10-768x513.jpg 768w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/Επί-Λέξει-10-1536x1025.jpg 1536w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/Επί-Λέξει-10.jpg 1600w" sizes="auto, (max-width: 525px) 100vw, 525px" /></p>
<p>Η οδός Μακεδονομάχων, που είναι παράλληλη με την οδό Μαραθωνομάχων και με την οδό Σαλαμινομάχων –σύμπτωση τυχαία που οπωσδήποτε ενισχύει την τάση της συγγραφέως να αξιοποιεί με κάθε ευκαιρία το υπόγειο χιούμορ της– πλαισιώνεται από ανηφοριές και κατηφοριές, έχει ένα δασάκι με πεύκα απέναντι από το σπίτι της αφηγήτριας, που άλλα χρησιμεύουν για σκαρφάλωμα και άλλα όχι, περνάει μπροστά από το σπίτι της εκπαιδευτικής εξουσίας, του γυμνασιάρχη και της δασκάλας, έχει ακόμη πολλά άχτιστα οικόπεδα γεμάτα ξερές πευκοβελόνες, πέφτει κοντά στο ρέμα, και κάποια βράδια τη διαβαίνει η αλεπού, «μικρή μαύρη σκιά που ψαλιδίζει τη ροή μιας ρηχής γαλακτερής κατεβασιάς», όπως ευφάνταστα αποδίδει την εικόνα η συγγραφέας.</p>
<p>Στο σύνολο των δέκα μικρών διηγημάτων, τα εννέα έχουν να κάνουν με τα παιδιά και τον μικρόκοσμό τους. Με τα παιχνίδια τους, παιχνίδια ομαδικά, κουτσό, μήλα, λαστιχάκι, κρυφτό, τους καβγάδες τους, με τις βαριές, για τα χρόνια εκείνα, κουβέντες που ανταλλάσσουν, απ’ το «ζαβολιάρα» μέχρι το «βλαμμένο», τις άπειρες αθώες πονηριές τους, τους φόβους τους και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Το πέμπτο στη σειρά είναι το μόνο διήγημα που ασχολείται αποκλειστικά με έναν ενήλικα, με τον υπερήλικο γείτονα, τον συνταξιούχο, και με το μαρτύριο της απραξίας και της μοναξιάς. Τα παιδιά δεν ασχολούνταν πολύ πολύ με τους μεγάλους εκείνα τα χρόνια, δεν εμπλέκονταν στη ζωή τους, είχαν τον δικό τους, αυστηρά προσδιορισμένο χώρο. Καθημερινά, αλλά κυρίως στις διακοπές, ξεπόρτιζαν το πρωί, μαζεύονταν το βραδάκι και στο μεσοδιάστημα απολάμβαναν την αποκλειστικά δική τους ζωή στον δικό τους τον δρόμο.</p>
<p>Χέρι χέρι με την αφηγήτρια, που πίσω της μετά βίας κρύβεται η συγγραφέας, ο αναγνώστης βλέπει, ακούει, μυρίζει, παρατηρεί, χαίρεται, λυπάται, φοβάται, λαχταράει, ελπίζει. Γιατί η συγγραφέας σχολιάζει ακατάπαυστα, διόλου επιθετικά, με την περιέργεια, θα έλεγα, που σχολιάζει μέσα του το κάθε παιδί τοποθετώντας σιγά σιγά τις παρατηρήσεις του στις δύο μεγάλες στήλες που χτίζει μέσα του και που λίγο πολύ θα τις επαυξάνει σ’ όλη του τη ζωή: στα υπέρ και στα κατά της δικής του ματιάς. «Κάθε παιδί και ο δρόμος του».</p>
<p>Έτσι λοιπόν, στο διήγημα με τον ιδιότυπο τίτλο «Αμήν», το ακροτελεύτιο της συλλογής, διαβάζουμε:</p>
<p>«<em>Στο σχολείο καθένας έχει τους φίλους του, στη γειτονιά όμως ο καλύτερος φίλος του κοριτσιού είναι ο Χάρης, από πάντα, δηλαδή πριν ακόμη κι απ' τον παιδικό σταθμό. Ο Χάρης είναι αγόρι, σαν τον αδερφό της, αλλά έχει τις εξής σημαντικές διαφορές: πρώτον, την αφήνει να κάνει ό,τι θέλει, ακόμα και αδικίες, ακόμα και εις βάρος του, σπάνια θυμώνει μαζί της και, δεύτερον και κυριότερο, θέλει –θέλει, όχι καταδέχεται– να παίζουν μαζί</em>».</p>
<p>Όλα τα διηγήματα έχουν μια υποδόρια απλότητα και μια λεπτομέρεια που ώρες ώρες σε αιφνιδιάζει, και σε κάνει να απορείς, να συγκινείσαι, μια που όλο και κάτι δικό σου σου θυμίζει – γιατί όχι και να νοσταλγείς. Τούτη η λεπτομέρεια είναι κάτι σαν το ένα ακόμη χαλίκι, αμελητέο εκείνη τη στιγμή, που όμως θα το βρεις μπροστά σου στην επόμενη παράγραφο ή στην επόμενη σελίδα, ενδεχομένως και στο επόμενο διήγημα.  Σ’ αυτή την αφήγηση με το κουβεντιαστό ύφος παρεισδύουν συνεχώς λέξεις κοινές, απλές –κάποιες χαμένες πια, γιατί χάθηκαν μαζί με τις δραστηριότητες που έντυναν– με τέτοιο τρόπο που αυτομάτως ο αναγνώστης όχι μόνον κάνει εικόνα αυτού που διαβάζει αλλά ανασύρει και τη δική του αντίστοιχη από τις δικές του αναμνήσεις. Χαρακτηριστική περίπτωση το μόλις 3,5 σελίδων διήγημα «Η “Ταβέρνα του Τάκη”»:</p>
<p>«<em>Περίεργη ταβέρνα. Έχει λίγα τραπέζια, μάλλον αραιά, και στον έναν άσπρο τοίχο κρέμεται ένα μπουζούκι. Λίγα βήματα δεξιά είναι η κουζίνα. Από κει βγαίνει η κυρία Κική, πάντα φορώντας ποδιά, κοντούλα, παχουλή, μελαχρινή, μ' ένα μεγάλο γελαστό πρόσωπο. Και η ίδια και η ταβέρνα έχουν μια μυρωδιά που στο κορίτσι περισσότερο θυμίζει σπίτι παρά ταβέρνα. Μόλις βγει η κυρία Κική, το κορίτσι λέει γρήγορα: “Γεια σας, κυρία Κική, τι κάνετε; </em><em>Θέλω ένα ξυλάκι σοκολάτα”. </em><em>Και η κυρία Κική σκουπίζει τα χέρια της στην ποδιά, πάει στο ψυγείο της ΕΒΓΑ κι ανοίγει το ένα μαύρο καπάκι. Το κορίτσι δίπλα της τεντώνεται στις μύτες των ποδιών να δει μέσα, αλλά δεν φτάνει καλά καλά. Ξεχύνεται ένα κύμα δροσιάς πάνω του κι ακούει το χρατς χρατς που κάνουν οι συσκευασίες των παγωτών καθώς η κυρία Κική ψάχνει το ξυλάκι</em>».</p>
<p>Μόλις δεκαπέντε αράδες, όπου με εξονυχιστική λεπτομέρεια απεικονίζεται μια ολόκληρη εποχή. Στο συγκεκριμένο διήγημα υπάρχει τρεις φορές αναφορά στο τσιμέντο. Τη μια φορά είναι τα έξι εφτά τσιμεντένια σκαλιά που ανεβαίνει κανείς για να μπει στην ταβέρνα, μετά είναι οι σωροί της άμμου και του τσιμέντου μπροστά στο σπίτι της δασκάλας και του γυμνασιάρχη και τελευταίο το δροσερό τσιμεντένιο δάπεδο στο σπίτι της αφηγήτριας. Προβληματίστηκα: Οικονομική δυσπραγία και αξιοποίηση του πιο φτηνού υλικού; Μήπως με τη σκέψη «άσ’ το γι’ αργότερα»; Ή επείγουσα οικοδόμηση της περιοχής, εξ ου και οι σωροί, προκειμένου να επωφεληθούν οι κάτοικοι από τον πνεύμονα του πρασίνου; Και τα δύο; Δεν κατέληξα.</p>
<p>Και μια που το κεντρικό πρόσωπο απαιτεί και επιτάσσει την αμέριστη προσοχή μας, όχι απλώς στην επιμέρους αλλά στην καθαυτό παρουσία του, επισημαίνω ένα ακόμη πολύ ενδιαφέρον στοιχείο για την οδό Μακεδονομάχων: Κάθε δρόμος που έχει τη δική του ιστορία διαθέτει απαραιτήτως και τις κρυφές, τις μυστικές γωνιές του που προκαλούν τον φόβο και το δέος των παιδιών και παίρνουν διαστάσεις ανεξέλεγκτες στη φαντασία τους. Συχνά μ’ αυτούς τους μυστικούς τόπους εμπλέκονται και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, οπότε η ανάμνηση γίνεται ακόμη πιο έντονη, είναι ανεξάλειπτη.</p>
<p>Η εισαγωγή στο θέμα γίνεται δήθεν τυχαία, με μια αναφορά στο σπιτάκι του Γιούρα που είναι χτισμένο <em>πολύ κάτω απ’ το επίπεδο του δρόμου</em> και με το κορίτσι να περνάει τελείως απέναντι στο δρόμο για να μην περάσει ακριβώς μπροστά από «το εγκαταλειμμένο σπιτάκι που τα παιδιά αποφεύγουν να εξερευνήσουν». Εκεί τελειώνει και το διήγημα «Η Ταβέρνα του Τάκη». Ακολουθεί το διήγημα «Οι χήνες», όπου τα παιδιά έχουν κατέβει και παίζουν <em>κάτω από το επίπεδο του δρόμου</em> και ανεβαίνουν για να δουν τα άλογα. Το θάμβος και το δέος αρχίζουν απ' αυτό το σημείο: «<em>Το κορίτσι πιάστηκε από κάποιο παντελόνι και κοίταξε ανάμεσα από πόδια μεγάλων. Τ’ άλογα ήταν πανέμορφα, τεράστια, τρομακτικά</em>». Πίσω τους πιλαλάει ένα αγόρι αδύνατο, άσχημο, που μέσα απ' τα παχιά του χείλη ξεφεύγουν λέξεις άγνωστες, ανήκουστες, καθώς πασχίζει να κουμαντάρει τα άλογα στη Μακεδονομάχων. Μορφή παράταιρη στη φιλήσυχη, καθωσπρέπει οδό Μακεδονομάχων. Θα τον ξαναδεί, <em>πολύ κάτω απ' το επίπεδο του δρόμου, στο ρέμα</em>, να βόσκει χήνες και να την κοιτάζει κοροϊδευτικά. Το κορίτσι θα πιάσει στον αέρα την απειλή αναγνωρίζοντας πως το βλέμμα του αγοριού δεν είναι απλώς κοροϊδευτικό, είναι και κάτι άλλο που το αναγνωρίζει, αλλά δεν ξέρει πώς το λένε. Ο χρόνος που διαρκεί ό,τι το παιδί βιώνει σαν εφιάλτη είναι σύντομος, το συμβάν εκ των υστέρων αμελητέο, η ανάμνηση όμως εγγράφεται ανεξίτηλη και αναπόφευκτα συνδέεται με τον τόπο.</p>
<p>Ανάμεσα στις «Χήνες» και στη «Σωλήνα του Θανάτου» μεσολαβούν τέσσερα διηγήματα: Το κορίτσι έχει μεγαλώσει. Εδώ μπαίνει για τα καλά στο κάδρο ο Κωστής, ο κολλητός του αδερφού της – τον έχουμε γνωρίσει πρωτύτερα, με τον θάνατο του πατέρα του. Όμως τώρα ο Κωστής περιγράφεται λεπτομερώς από την πρώτη παράγραφο, <em>χείλη, αγκώνες, γόνατα</em> και πληροφορούμαστε νωρίς νωρίς πόσο περήφανο είναι το κορίτσι που είναι επιτέλους φίλη του Κωστή.</p>
<p>Για να μη μακρυγορώ, μια επικίνδυνη επιχείρηση –όλη η αγορίστικη αποκοτιά στο μεγαλείο της– σε λασπερό έδαφος, ανάμεσα σε αγκαθερούς θάμνους, με έκβαση την πολύ επικίνδυνη ανάβαση από μια σωλήνα που αιωρείται στο κενό, δίνει την πρώτη ευκαιρία για ένα σεμνό οπτικό και απτικό φλερτ και την αίσθηση του απόλυτου θριάμβου, όταν τα δύο αρσενικά δέχονται στην παρέα τους ως ισότιμο το θηλυκό και συμβουλεύουν: «Μην πεις τίποτα στους γονείς. Θα πεις ότι παίζαμε». Κι οι τρεις τους ροβολάνε κατόπιν σιωπηλοί στη Μακεδονομάχων. Στη Μακεδονομάχων όπου πρωτοπερπάτησαν, έτρεξαν, έπεσαν, χώθηκαν στο δασάκι της, κατέβηκαν στο ρέμα της, λασπώθηκαν, τσακώθηκαν, μόνιασαν, την είδαν ν’ ασφαλτοστρώνεται κι έδεσαν άθελά τους τις πρώτες αναμνήσεις τους με την ύπαρξή της.</p>
<p>Η χαλαρή αλλά οπωσδήποτε υπαρκτή και αναγνωρίσιμη σύνδεση μεταξύ των διηγημάτων, η τόσο σοφά μελετημένη αφέλεια στην αφήγηση, ο χαμηλός τόνος ακόμη κι όταν τα συμβάντα παρωθούν σε ξεσπάσματα, <em>τα ξεσπάσματα</em> που αντηχούν μετριασμένα κάπου από τα βάθη του χρόνου, η στοργική, νοσταλγική, επιεικής ματιά της αφηγήτριας, της οποίας η σκευή από τον κινηματογράφο είναι παραπάνω από πλούσια, παραδίδουν στον αναγνώστη ένα ανάγνωσμα που θα του θυμίσει, θα τον ευθυμήσει, θα τον συγκινήσει, θα τον γαληνέψει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone wp-image-3071" src="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/biblionet-223x300.jpg" alt="" width="140" height="188" srcset="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/biblionet-223x300.jpg 223w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/06/biblionet.jpg 441w" sizes="auto, (max-width: 140px) 100vw, 140px" /></p>
<p><strong>Οδός Μακεδονομάχων<br />
</strong>Αντωνία Γουναροπούλου<br />
Θεσσαλονίκη: Petites - Maisons, 2022</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%ac%cf%87%cf%89%ce%bd-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ac%ce%b2%ce%b1%cf%83/">«Οδός Μακεδονομάχων»: Μια περιδιάβαση σε μια παιδική ηλικία αμιγώς παιδική</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Δήμητρα Χριστοδούλου: «Συμβαίνουν αυτά»</title>
		<link>https://gslreview.com/%ce%b4%ce%ae%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b1%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%bd-%ce%b1%cf%85/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 31 Mar 2022 08:59:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνικά]]></category>
		<category><![CDATA[Ποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωτογενή Κείμενα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://gslreview.com/?p=3053</guid>

					<description><![CDATA[<p>&#160; Βροχή. Άδειες καρέκλες στην πλατεία. Το τρόλεϊ την προσπερνά Κατά κει που το σέρνουν τα φώτα του. Στην κάμαρά του ο φοιτητής Αφήνει στο κομό τον Ντοστογιέφσκι. Κολλά τη μύτη του στο τζάμι. Ποτάμια το νερό, δεν θα βρουν εύκολα Το σώμα του κοριτσιού μες στο πάρκο. Στο έρημο μπαρ, οι τελευταίοι θαμώνες Ρίχνουνε &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/%ce%b4%ce%ae%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b1%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%bd-%ce%b1%cf%85/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Δήμητρα Χριστοδούλου: «Συμβαίνουν αυτά»"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%ce%b4%ce%ae%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b1%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%bd-%ce%b1%cf%85/">Δήμητρα Χριστοδούλου: «Συμβαίνουν αυτά»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-3053"></span></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-3054 aligncenter" src="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/03/Christodoulou-300x154.jpg" alt="" width="582" height="299" srcset="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/03/Christodoulou-300x154.jpg 300w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2022/03/Christodoulou.jpg 742w" sizes="auto, (max-width: 582px) 100vw, 582px" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Βροχή. Άδειες καρέκλες στην πλατεία.<br />
Το τρόλεϊ την προσπερνά<br />
Κατά κει που το σέρνουν τα φώτα του.<br />
Στην κάμαρά του ο φοιτητής<br />
Αφήνει στο κομό τον Ντοστογιέφσκι.<br />
Κολλά τη μύτη του στο τζάμι.<br />
Ποτάμια το νερό, δεν θα βρουν εύκολα<br />
Το σώμα του κοριτσιού μες στο πάρκο.<br />
Στο έρημο μπαρ, οι τελευταίοι θαμώνες<br />
Ρίχνουνε το βαρύ κεφάλι τους στην μπάρα.<br />
Στη λάμπα η νυχτοπεταλούδα τσουρουφλίζεται<br />
Με τον κρότο που γεννιέται ένα σύμπαν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Δήμητρα Χριστοδούλου| από την ποιητική συλλογή <em>Παράκτιος οικισμός</em>, εκδόσεις Μελάνι 2017</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%ce%b4%ce%ae%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b1%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%bd-%ce%b1%cf%85/">Δήμητρα Χριστοδούλου: «Συμβαίνουν αυτά»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Χλόη Κουτσουμπέλη: «Η παράσταση»</title>
		<link>https://gslreview.com/koytsoympeli-parastasi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 31 May 2019 10:26:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνικά]]></category>
		<category><![CDATA[Ποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωτογενή Κείμενα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2905</guid>

					<description><![CDATA[<p>Περιφέρονταν από πόλη σε πόλη Σε έρημα θέατρα καταγώγια Το ρεπερτόριο ανεξάντλητο παραλλαγή στο ίδιο έργο Κάποιος τυφλός γέρος έψαχνε τη μοίρα του κάποιος κάπου έκανε μία ερώτηση κάποιος κάπου δεν το άντεχε ένα τέλος τέλειωνε ένα πεπρωμένο πέτρωνε Στα σκηνικά υπήρχε πάντα μία λάμπα που τρεμόσβηνε κι ένα γραμμόφωνο που έπαιζε ένα φθαρμένο τραγούδι &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/koytsoympeli-parastasi/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Χλόη Κουτσουμπέλη: «Η παράσταση»"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/koytsoympeli-parastasi/">Χλόη Κουτσουμπέλη: «Η παράσταση»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2905"></span>Περιφέρονταν από πόλη σε πόλη<br />
Σε έρημα θέατρα καταγώγια<br />
Το ρεπερτόριο ανεξάντλητο<br />
παραλλαγή στο ίδιο έργο<br />
Κάποιος τυφλός γέρος έψαχνε τη μοίρα του<br />
κάποιος κάπου έκανε μία ερώτηση<br />
κάποιος κάπου δεν το άντεχε<br />
ένα τέλος τέλειωνε<br />
ένα πεπρωμένο πέτρωνε<br />
Στα σκηνικά υπήρχε πάντα<br />
μία λάμπα που τρεμόσβηνε<br />
κι ένα γραμμόφωνο που έπαιζε<br />
ένα φθαρμένο τραγούδι εγκατάλειψης<br />
Αυτή ήταν πρωταγωνίστρια<br />
μόνο που πάντα έπαιζε ρόλους δεύτερους<br />
συνήθως ενός δέντρου που στο τέλος καίγεται<br />
Οι άλλοι ηθοποιοί ήταν άντρες<br />
Ένας Δον Κιχώτης<br />
φορούσε πανοπλία και έκανε τον ιππότη<br />
άλλος στοχαστικά παρίστανε τον Άμλετ<br />
άλλοι ήταν πυγμάχοι<br />
που πάλευαν στο ρινγκ<br />
Πολλές φορές ο υποβολέας<br />
απήγγειλε ποιήματα<br />
και κάποιοι αυτοκτονούσαν<br />
από χάρτινα μπαλκόνια<br />
Όλοι όμως ανεξαιρέτως<br />
φορούσαν την ίδια μάσκα<br />
που άλλαζε χέρι στα παρασκήνια</p>
<p>Ώσπου μια μέρα ένας από τους θεατές<br />
ανέβηκε στο πάλκο<br />
έστησε μία καρέκλα<br />
και την κοίταξε στα μάτια<br />
«Μου χρωστάς μία απάντηση» της είπε<br />
«Σε ποια ακριβώς ερώτηση;» ρώτησε έκπληκτη αυτή<br />
«Μπορείς να αγαπήσεις τόσο<br />
«που να μην σε νοιάζει αν αγαπηθείς;»<br />
«Από ποιο έργο είναι αυτό;»<br />
αναρωτήθηκε πανικόβλητη αυτή<br />
«πού είναι η μάσκα που πρέπει να φοράς,<br />
με ποιο τρόπο θα με κάνεις να πονέσω,<br />
θα μαχαιρωθώ ή θα πάρω δηλητήριο<br />
θα φύγω με ένα τρένο μέσα στην ομίχλη<br />
ή θα με εγκαταλείψεις μέσα σε κουκλόσπιτο;»<br />
Ο άντρας όμως δεν απάντησε<br />
Κατέβηκε από τη σκηνή και προχώρησε στην έξοδο<br />
Η γυναίκα έμεινε για λίγο μετέωρη<br />
έβγαλε το φόρεμα με τις δαντέλες<br />
σκούπισε την πούδρα από το πρόσωπο<br />
πέταξε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια<br />
και τον ακολούθησε<br />
Πίσω τους τα σκηνικά κατέρρευσαν<br />
με θόρυβο</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Χλόη Κουτσουμπέλη | από την ποιητική συλλογή <em>Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς</em>, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/koytsoympeli-parastasi/">Χλόη Κουτσουμπέλη: «Η παράσταση»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Θεώνη Κοτίνη: «Με το πρόσχημα της αναμονής»</title>
		<link>https://gslreview.com/kotini-prosxima-anamonis/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 31 May 2019 10:24:23 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνικά]]></category>
		<category><![CDATA[Ποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωτογενή Κείμενα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2903</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η λυπημένη ιθαγένεια των υπεραστικών λεωφορείων κάθε που φτάνει το πούλμαν απ’ τον Πύργο αφήνοντας στις αποβάθρες κοντές μανάδες μαυροφόρες που έρχονται για εξετάσεις στο γιατρό ή στην κηδεία μακρινής αγαπημένης εξαδέλφης Σταθμός Πελοποννήσου ο Κηφισός σχεδόν πάλι ποτάμι ξανασμίγοντας ντοπιολαλιά του χρόνου και αγκαλιάσματα ανάμεσα στη σκιερή ρουτίνα αχθοφόρων κι ύποπτους μικροπωλητές που σπρώχνουν &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/kotini-prosxima-anamonis/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Θεώνη Κοτίνη: «Με το πρόσχημα της αναμονής»"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/kotini-prosxima-anamonis/">Θεώνη Κοτίνη: «Με το πρόσχημα της αναμονής»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2903"></span>Η λυπημένη ιθαγένεια των υπεραστικών λεωφορείων<br />
κάθε που φτάνει το πούλμαν απ’ τον Πύργο<br />
αφήνοντας στις αποβάθρες<br />
κοντές μανάδες μαυροφόρες<br />
που έρχονται για εξετάσεις στο γιατρό<br />
ή στην κηδεία μακρινής αγαπημένης εξαδέλφης</p>
<p>Σταθμός Πελοποννήσου ο Κηφισός<br />
σχεδόν πάλι ποτάμι ξανασμίγοντας<br />
ντοπιολαλιά του χρόνου και αγκαλιάσματα<br />
ανάμεσα στη σκιερή ρουτίνα αχθοφόρων<br />
κι ύποπτους μικροπωλητές<br />
που σπρώχνουν στους ανίδεους<br />
ιμιτασιόν ρολόγια και αρώματα</p>
<p>Στα εκδοτήρια φυλές μετοίκων<br />
γυρεύοντας τη φύτρα τους<br />
Πάτρα Θεσσαλονίκη Άρτα Ζάκυνθος<br />
ντουμάνι ο καπνός στ’ αναψυκτήρια<br />
μεσούσης απαγόρευσης καπνίσματος<br />
να διαλαλεί βαλκάνια αταξία</p>
<p>Πιο πέρα αμούστακοι φαντάροι για την Κόρινθο<br />
κι οι φοιτητές πρωτοετείς με τα σακίδια<br />
σε ιλιγγιώδη πρώτης φυγής προσωρινότητα<br />
τώρα στα Γιάννενα,<br />
αύριο ίσως μετανάστες<br />
σε φάμπρικες ψηφιακές<br />
της νέας τάξης</p>
<p>Στο τέλος ξεμυτίζουν οι δυο γέροντες<br />
παμπάλαιοι<br />
κρατώντας το χαρτόκουτο δεμένο με το σπάγκο<br />
και μέσα χειροποίητης αγάπης τα φιλέματα<br />
φρούτα περιβολιού και χυλοπίτες<br />
δώρημα ανεπίκαιρο<br />
εν έτει 2011<br />
τώρα που όλα τα πουλάν στα καταστήματα<br />
αμήχανα πατρίδας τιμαλφή<br />
στην ευρωπαϊκή του έθνους επαιτεία</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Θεώνη Κοτίνη | από την ποιητική συλλογή <em>Ωσεί κήπος</em>, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/kotini-prosxima-anamonis/">Θεώνη Κοτίνη: «Με το πρόσχημα της αναμονής»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Χλόη Κουτσουμπέλη: «Στη στάση»</title>
		<link>https://gslreview.com/chloi-stasi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 27 May 2019 11:49:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνικά]]></category>
		<category><![CDATA[Ποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωτογενή Κείμενα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2898</guid>

					<description><![CDATA[<p>Είναι ώρα τώρα που ανυπόμονα περιμένω να φανεί το λεωφορείο Η στάση είναι έρημη μία γριούλα Κλωθώ πλέκει ασταμάτητα και έχει έναν σκύλο με τρία κεφάλια κατάμαυρο στα πόδια Ξάφνου την ομίχλη σκίζει ένας ποδηλάτης μήπως είσαι εσύ; Ταυτόχρονα σχεδόν μία γυναίκα με άσπρο νυφικό ετοιμάζεται να πέσει απ’ το μπαλκόνι μήπως είμαι εγώ; Κάτι &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/chloi-stasi/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Χλόη Κουτσουμπέλη: «Στη στάση»"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/chloi-stasi/">Χλόη Κουτσουμπέλη: «Στη στάση»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2898"></span>Είναι ώρα τώρα που ανυπόμονα<br />
περιμένω να φανεί το λεωφορείο<br />
Η στάση είναι έρημη<br />
μία γριούλα Κλωθώ πλέκει ασταμάτητα<br />
και έχει έναν σκύλο με τρία κεφάλια<br />
κατάμαυρο στα πόδια<br />
Ξάφνου την ομίχλη<br />
σκίζει ένας ποδηλάτης<br />
μήπως είσαι εσύ;<br />
Ταυτόχρονα σχεδόν<br />
μία γυναίκα με άσπρο νυφικό<br />
ετοιμάζεται να πέσει απ’ το μπαλκόνι<br />
μήπως είμαι εγώ;<br />
Κάτι γειτόνισσες απέναντι<br />
τινάζουν τα χαλιά τους ρυθμικά<br />
ένα παιδάκι-σταφιδόψωμο τρέχει γυμνό στο δρόμο<br />
το κυνηγούν ο φούρναρης<br />
ο χασάπης κι ο μανάβης<br />
από τα παραμύθια που μου διάβαζε η μαμά<br />
και μου φαίνεται πως κάποιος επίτηδες<br />
με φόρεσε ανάποδα<br />
έτσι ώστε να φαίνονται τα ξέφτια και η φόδρα<br />
Και πόσο αφηρημένη αλήθεια είμαι<br />
που τόση ώρα δεν θυμήθηκα<br />
ότι το λεωφορείο της γραμμής<br />
χρόνια τώρα δεν περνάει από δω</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Χλόη Κουτσουμπέλη | από την ποιητική συλλογή <em>Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς</em>, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/chloi-stasi/">Χλόη Κουτσουμπέλη: «Στη στάση»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Θεώνη Κοτίνη: Άτιτλο</title>
		<link>https://gslreview.com/theoni-atitlo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 27 May 2019 11:47:28 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνικά]]></category>
		<category><![CDATA[Ποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωτογενή Κείμενα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2896</guid>

					<description><![CDATA[<p>Απ’ το ανοιχτό παράθυρο όταν φτάνω πούσι ερπετό στις γράνες και βατράχια Πηχτός πέφτει ο χρόνος με πυκνώνει. Τ’ άλλο πρωί πρωτοχρονιάτικη ευδία στην πατρίδα ήλιος καλόγνωμος ξυπνά το δυόσμο της αυλής και λέξεις μιας άλλης αναγνώρισης˙ πού πας τρυγόνι μου πρωί πρωί σε πόνεσα, χαρά μου, να ξανάρθεις. Απέναντι, κατάνακρα στον όχτο μπουσουλά γενάκι &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/theoni-atitlo/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Θεώνη Κοτίνη: Άτιτλο"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/theoni-atitlo/">Θεώνη Κοτίνη: Άτιτλο</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2896"></span>Απ’ το ανοιχτό παράθυρο όταν φτάνω<br />
πούσι ερπετό στις γράνες και βατράχια<br />
Πηχτός πέφτει ο χρόνος με πυκνώνει.<br />
Τ’ άλλο πρωί πρωτοχρονιάτικη ευδία στην πατρίδα<br />
ήλιος καλόγνωμος ξυπνά το δυόσμο της αυλής<br />
και λέξεις μιας άλλης αναγνώρισης˙<br />
πού πας τρυγόνι μου πρωί πρωί<br />
σε πόνεσα, χαρά μου, να ξανάρθεις.<br />
Απέναντι, κατάνακρα στον όχτο μπουσουλά<br />
γενάκι γήλοφου κούτσικο πράσινο<br />
σαν θρυαλλίδα του καρπού στους μουσκεμένους κήπους<br />
κι όπου κοιτάξεις γύρω<br />
παλάμη ο κάμπος τρέχοντας γραμμή ζωής ο ποταμός<br />
που φέρνει εδώ ολοένα.</p>
<p>Το βράδυ ανοίγω τον παλιό καιρό και ξαναρχίζω˙<br />
κάτι στρωσίδια μάλλινα ριγμένα μες στη ναφθαλίνη<br />
φλιτζάνια στον κομό απ’ τα προικιά της μάνας<br />
–και ας ήτανε τόσο απούσα<br />
σε εκείνη τη μοναδική φωτογραφία γάμου–<br />
χαλκώματα στον τοίχο<br />
ο μυστικός ο δείπνος να ευλογεί λίγη φακή<br />
και τις φωτογραφίες των νεκρών τριγύρω˙<br />
εδώ ο θείος Παναγιώτης στην κορνίζα<br />
είκοσι χρόνια πεθαμένος<br />
με λασπωμένες τις γαλότσες στο κατώφλι<br />
ζητά ψωμί αντίδωρο για τους λησμονημένους<br />
πιο κει παππούδες<br />
άφαντο χνάρι μέσα στο χιόνι του καιρού<br />
διψούν για βλέμμα.</p>
<p>Πατώ ελαφρά<br />
να μην ξυπνήσω τους γερόντους μου<br />
ριγμένους ήδη απ’ τις εννιά<br />
με στόμα ορθάνοιχτο<br />
σ’ έναν καιάδα ύπνου<br />
Θα βγουν κι απόψε;<br />
Χτυπούν μεσάνυχτα<br />
και περιφέρομαι στο κοιμισμένο σπίτι<br />
κρατώντας γλίσχρο εισόδημα στα χέρια μου<br />
τον ρόγχο και τα γηρατειά τους<br />
κι αυτοί κάθε που φεύγω θα μου πέμπουνε<br />
αμύθητο περίσσευμα<br />
στα μάτια την καρδιά τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Θεώνη Κοτίνη | από την ποιητική συλλογή <em>Ωσεί κήπος</em>, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/theoni-atitlo/">Θεώνη Κοτίνη: Άτιτλο</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αντωνία Γουναροπούλου: «Εύα Μ. Μαθιουδάκη, Μικρά πείσματα»</title>
		<link>https://gslreview.com/mikra-peismata/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 05 Apr 2019 08:47:45 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Προσεγγίσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2887</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η συλλογή διηγημάτων και μικροδιηγημάτων της Εύας Μαθιουδάκη Μικρά πείσματα συγκεντρώνει κείμενα που γράφτηκαν από τη συγγραφέα μέσα στον συρμό του τρένου, σε δρομολόγια που, όπως εξηγούσε η ίδια στην παρουσίαση του βιβλίου της στις 19/10 στο βιβλιοπωλείο «Σπόρος» της Κηφισιάς, έκανε κάθε πρωί από την Κηφισιά στον Πειραιά, όπου εργάζεται. Αρκετά μεγάλη η διαδρομή &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/mikra-peismata/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Αντωνία Γουναροπούλου: «Εύα Μ. Μαθιουδάκη, Μικρά πείσματα»"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/mikra-peismata/">Αντωνία Γουναροπούλου: «Εύα Μ. Μαθιουδάκη, Μικρά πείσματα»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2887"></span></p>
<p>Η συλλογή διηγημάτων και μικροδιηγημάτων της Εύας Μαθιουδάκη <em>Μικρά πείσματα</em> συγκεντρώνει κείμενα που γράφτηκαν από τη συγγραφέα μέσα στον συρμό του τρένου, σε δρομολόγια που, όπως εξηγούσε η ίδια στην παρουσίαση του βιβλίου της στις 19/10 στο βιβλιοπωλείο «Σπόρος» της Κηφισιάς, έκανε κάθε πρωί από την Κηφισιά στον Πειραιά, όπου εργάζεται. Αρκετά μεγάλη η διαδρομή και σίγουρα χωράνε πολλές σκέψεις και συνειρμοί στη διάρκειά της, είτε είμαστε συγγραφείς είτε όχι. Ωστόσο, όπως επίσης εξηγούσε στην ίδια παρουσίαση η συγγραφέας, το πού έχουν γραφτεί αυτά τα διηγήματα συνιστά το ένα από τα τρία χαρακτηριστικά της συγγραφής τους. Το δεύτερο και το τρίτο έχουν να κάνουν με το μέσο και με τον τρόπο: το μέσο ήταν το κινητό της τηλέφωνο, το μικρό του πληκτρολόγιο και η μικρή του οθόνη˙ ο τρόπος αφορά την εμπιστοσύνη της συγγραφέα στη στιγμιαία έμπνευση, απορρίπτοντας την περαιτέρω επεξεργασία των κειμένων.</p>
<p>Φυσικά, πρόκειται για τρία χαρακτηριστικά που δεν είναι αναγκασμένος να γνωρίζει ο αναγνώστης όταν θα ξεφυλλίσει σε κάποιο βιβλιοπωλείο τα Μικρά πείσματα. Δεν θα αγοράσει το βιβλίο λόγω των συνθηκών συγγραφής του, θα μπορούσε να πει κανείς. Σε αυτή την αντίρρηση υπάρχει ένα αντεπιχείρημα που δανειζόμαστε εδώ, μεταφέροντάς το στον χώρο του βιβλίου, από τη θεωρία του κριτικού τέχνης Άρθουρ Ντάντο για τον λεγόμενο «κόσμο της τέχνης» («artworld»): πρόκειται για την «ατμόσφαιρα» που κουβαλά μαζί του κάθε έργο και η οποία δημιουργείται από παράγοντες έξω από αυτό το ίδιο – εδώ, από τις βιβλιοπαρουσιάσεις, τις κριτικές, τη συγκεκριμένη συζήτηση που γίνεται γύρω από ένα βιβλίο, πράγματα τα οποία ακόμα και εάν δεν γνωρίζει ο αναγνώστης είναι πιθανό να γνωρίζει ο βιβλιοπώλης μεταφέροντάς τα στον υποψήφιο πελάτη του και καθιστώντας τα, έτσι, πιθανά κριτήρια επιλογής.</p>
<p>Μαθαίνοντας, λοιπόν, ο εν δυνάμει αναγνώστης ότι αυτά τα διηγήματα γράφτηκαν αποκλειστικά μέσα στο βαγόνι ενός τρένου, θα είχε ίσως την τάση να σκεφτεί ότι πρόκειται για την περίπτωση ενός συγγραφέα flâneur – κατά Μπέντζαμιν. Παρ’ όλα αυτά, στην περίπτωση της Μαθιουδάκη δεν ισχύει κάτι τέτοιο – όχι μόνο γιατί η καθημερινή επανάληψη του ίδιου δρομολογίου απορρίπτει την περιπλάνηση στον αστικό ιστό, αλλά και γιατί ελάχιστες φορές τα διηγήματα εστιάζουν σε κάτι που η συγγραφέας παρατηρεί γύρω της κατά τη διάρκεια του δρομολογίου. Στην πραγματικότητα, όπως εξήγησε και η ίδια εκείνο το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο «Σπόρος», έγραψε τα συγκεκριμένα διηγήματα στο τρένο απλώς επειδή αυτό το πρωινό δρομολόγιο αποτελούσε τη μόνη συνθήκη ελεύθερου χρόνου στην καθημερινότητά της, και όχι επειδή ήθελε να αντλήσει την έμπνευσή της από τον κόσμο μέσα ή έξω απ’ το βαγόνι. Άρα, όσο κι αν δίνεται έμφαση σε κάποιες παρουσιάσεις και βιβλιοκριτικές των <em>Μικρών πεισμάτων</em> στο γεγονός ότι γράφτηκαν μέσα σε ένα βαγόνι τρένου, μάλλον αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί, τελικά, ότι αφορά με ουσιαστικό τρόπο τα ίδια τα κείμενα.</p>
<p>Τα ίδια τα κείμενα μιλούν για ανθρώπους τόσο της πόλης όσο και της επαρχίας, συχνά στη μεσήλικη φάση της ζωής τους, ιδωμένα από τη συγγραφέα σε κάποια «στιγμή» της καθημερινότητάς τους. Σε τέτοιες στιγμές, η συγγραφέας συλλαμβάνει τους ήρωές της είτε να τελούν μία από τις συνηθισμένες, σχεδόν «τελετουργικές», συνήθειές τους είτε να τους συμβαίνει κάτι μικρό, ασήμαντο (π.χ., ένας ξαφνικός πόνος από κάλο στο πόδι) που τους επιβάλλει στιγμιαίες σκέψεις αποκαλυπτικές για την έως τώρα ζωή τους και για τη διάθεσή τους απέναντί της. Άλλοτε τα διηγήματα είναι ονειρικά με απρόσμενο τέλος (π.χ. «Η πιρόγα») και με συμβολισμούς που, όπως και στο όνειρο, ο αναγνώστης δεν είναι βέβαιος ότι αποκωδικοποιεί με σαφήνεια. Κυρίαρχος, ωστόσο, πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι ο χρόνος και όσα οι άνθρωποι γίνονται με το πέρασμά του, συχνά αποξεχασμένοι και χωρίς απαραίτητα να συμφωνούν με τον τρόπο που έχει κυλήσει έως τώρα η ζωή τους. Κι εδώ έρχεται ο τίτλος της συλλογής – τα «Μικρά πείσματα», όπως έχει εξηγήσει προφορικά, και πάλι, η συγγραφέας, είναι τα πείσματα ενάντια στη φθορά. Ωστόσο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στο σύνολο των διηγημάτων θα έλεγε κανείς ότι περισσότερο έντονη είναι η φθορά παρά το πείσμα εναντίον της.</p>
<p>Αν και οι ίδιες οι συνθήκες συγγραφής, και ίσως και η προτίμηση της συγγραφέα, μας έχουν δώσει μια συλλογή μικροδιηγημάτων και λίγο εκτενέστερων διηγημάτων, δεν μπορεί κανείς να αποφύγει την παρατήρηση ότι η Μαθιουδάκη συνήθως ξετυλίγει τον καλύτερο συγγραφικό της εαυτό σε διηγήματα μεγαλύτερης έκτασης – ενδεικτικά, «Οι εγκρεμνοί», «Το γλυκό», «Το ψωμί», «Το φαΐ», «Η αναπηρική», «Ήμουνα στη γη βελόνι» κ.ά. Εδώ αποφεύγονται νοηματικοί μετεωρισμοί ή το βεβιασμένο κλείσιμο της αφήγησης, και αναδεικνύεται η σημαντικότητα του αφηγηματικού πυρήνα που έκανε τη συγγραφέα να σταθεί και να παρατηρήσει μια ανθρώπινη κατάσταση αναπτύσσοντάς τη σε διήγημα.</p>
<p>Ίσως τα <em>Μικρά πείσματα</em> να προσφέρονται για μια συζήτηση γύρω από τις συνθήκες συγγραφής, ωστόσο μια τέτοια συζήτηση δεν θα έπρεπε να παίρνει τίποτα ως δεδομένο και ούτε να ξεκινά από εντυπωσιασμούς – με το «δεδομένο», εδώ, να αφορά την εξίσωση «δρομολόγιο τρένου = flâneur» και με τον «εντυπωσιασμό» να αφορά μια διάθεση άμεσου (και ίσως άκριτου) «θαυμασμού» για το μέσο της συγγραφής. Τελικά, ό,τι τραβά την προσοχή μας στις συνθήκες γέννησης κάποιου λογοτεχνικού προϊόντος είναι η ποιότητα αυτού του ίδιου, και τα <em>Μικρά πείσματα</em> πιστεύω ότι θα έπρεπε να κάνουν το έντυπο ταξίδι τους χωρίς δεκανίκια.</p>
<p>α’ δημοσίευση: <a href="https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/8724-mikra-pismata" target="_blank" rel="noopener">www.diastixo.gr</a>, 30 Δεκεμβρίου 2017</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/mikra-peismata/">Αντωνία Γουναροπούλου: «Εύα Μ. Μαθιουδάκη, Μικρά πείσματα»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αντωνία Γουναροπούλου: «Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Ξυπόλυτοι ήρωες»</title>
		<link>https://gslreview.com/ksypolytoi-hrwes/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 05 Apr 2019 08:45:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Προσεγγίσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2885</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι Ξυπόλυτοι ήρωες είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που θεματοποιεί την κατοχική Θεσσαλονίκη γενικότερα αλλά και, ειδικότερα, τη μαζική εξόντωση των Εβραίων κατοίκων της. Ωστόσο, τα ποικίλως εστιασμένα και ποικίλως δοσμένα συγγραφικά προϊόντα που έχουν αντλήσει την έμπνευσή τους από την τραγωδία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είναι αναρίθμητα, και η ιδιαίτερη δύναμη αυτού του μυθιστορήματος δεν &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/ksypolytoi-hrwes/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Αντωνία Γουναροπούλου: «Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Ξυπόλυτοι ήρωες»"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/ksypolytoi-hrwes/">Αντωνία Γουναροπούλου: «Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Ξυπόλυτοι ήρωες»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2885"></span></p>
<p>Οι <em>Ξυπόλυτοι ήρωες</em> είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που θεματοποιεί την κατοχική Θεσσαλονίκη γενικότερα αλλά και, ειδικότερα, τη μαζική εξόντωση των Εβραίων κατοίκων της. Ωστόσο, τα ποικίλως εστιασμένα και ποικίλως δοσμένα συγγραφικά προϊόντα που έχουν αντλήσει την έμπνευσή τους από την τραγωδία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είναι αναρίθμητα, και η ιδιαίτερη δύναμη αυτού του μυθιστορήματος δεν είναι το θέμα του. Η δύναμή του βρίσκεται πρωτίστως στην ποιότητα της γραφής του, φανερώνοντας μια συγγραφική δεξιοτεχνία που θα μπορούσε να στραφεί σε οποιοδήποτε θέμα επέλεγε η συγγραφέας με ανάλογα αποτελέσματα.</p>
<p>Ο τρόπος που προσλαμβάνουμε σε μια συγκεκριμένη εποχή ένα μυθιστόρημα αναπόφευκτα επηρεάζεται και από το λογοτεχνικό του περιβάλλον. Ως αναγνώστες είμαστε ήδη «πληροφορημένοι» για τρόπους γραφής και για τάσεις της εποχής μας. Έτσι, όταν προσπαθεί κανείς να προσδιορίσει τι είναι αυτό που τον έκανε να απολαύσει ένα βιβλίο, συχνά έρχονται στον νου και αποφατικές δηλώσεις. Καταρχήν, λοιπόν, οι <em>Ξυπόλυτοι ήρωες</em> εντυπώνονται ως ένα έργο στο οποίο ο αναγνώστης απαλλάσσεται από την παρουσία του συγγραφέα με τη μορφή του «συγγραφικού άγχους» – ένα άγχος, κεκαλυμμένο ως νομίζουν συχνά οι δημιουργοί, που πολλές φορές συναντάμε στη σύγχρονή μας λογοτεχνία και που αφορά την επινόηση ενός τάχα καινούριου αφηγηματικού τεχνάσματος, μιας κάποιου είδους καινοτομίας που θα προσδώσει αυτή καθαυτή βάρος στο μυθιστόρημα. Στους <em>Ξυπόλυτους ήρωες</em> η Αλεξάνδρα Μητσιάλη επιλέγει την τριτοπρόσωπη γραφή του «παντεπόπτη συγγραφέα», η ίδια εξαφανίζεται κι αρχίζουν να εμφανίζονται μπροστά μας πρόσωπα και καταστάσεις που εμείς δε γνωρίσαμε ποτέ αλλά που <em>αναγνωρίζουμε</em>. Και με αυτό τον τρόπο, η Αλεξάνδρα Μητσιάλη μας κάνει να σκεφτούμε ότι, ενάντια σε διάφορες βροντώδεις διακηρύξεις, οι παραδοσιακοί τρόποι γραφής δεν έχουν χρεοκοπήσει, αρκεί να έχουμε στ’ αλήθεια κάτι να πούμε και να ξέρουμε όχι μόνο πώς να το γράφουμε, αλλά και πώς να το <em>κοιτάμε</em>.</p>
<p>Γιατί στους <em>Ξυπόλυτους ήρωες</em> η συγγραφέας πρώτα <em>κοιτάζει</em> και ύστερα ρίχνει το συγγραφικό της ταλέντο –αδιαμφισβήτητο– στο κανάλι που επιλέγει. Κοιτάζει τον τρόπο που περπατάει κάποιος, τον τρόπο που διστάζει, που σπρώχνει μια βάρκα, που τρέχει, που λαγοκοιμάται, που ζεσταίνεται, που έχει ψευδαισθήσεις, που αγαπά, που παρακαλά, που προστάζει. Κοιτάζει τον τρόπο που ένας νεαρός παίζει ανάμεσα στα δόντια του ένα κοτσανάκι μέντας, και τα κόκκινα μάγουλα μιας νεαρής κοπέλας όταν χαμηλώνει δειλά το βλέμμα της σε κάτι παλαιικά, για μας, ασπρόμαυρα πλακάκια.</p>
<p><em>«Μα η Σταυρούλα δεν μπήκε στην κάμαρα όπου ήτανε και τα υπόλοιπα παιδιά. Έμεινε εκεί πίσω από την εξώπορτα και πλησίασε τον Τάκη. Κι η ανάσα του, μυρωμένη από ένα κοτσανάκι μέντας που ’χε κόψει από τον κήπο της γιαγιάς κι ακόμα το μασούλαγε, έπεφτε στα τσίνορά της ζεστή και την αναστάτωνε. Η Σταυρούλα κοίταξε το ασπρόμαυρο πλακάκι του χολ για να πάρει κουράγιο. </em><br />
<em>—Ο Άρης είπε ότι όλοι οι Εβραίοι πάνε κάπου που δεν είναι για καλό και να σώσουμε όσους μπορούμε, μόνο να μην κάνουμε θόρυβο, έτσι παράγγειλε, μετέφερε τα λόγια του Άρη αυτολεξεί η Σταυρούλα. </em><br />
<em>Ο Τάκης την άκουσε. Κοίταγε κι αυτός το ασπρόμαυρο πλακάκι με τους ρόμβους και τα εξάγωνα. Κοίταγε και το πορτοκαλί ύφασμα στη φούστα της Σταυρούλας. Την ίδια τη Σταυρούλα όμως δε σήκωσε τα μάτια του να τη δει</em><em>».</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κι έπειτα η συγγραφέας αποφασίζει, αυτές τις μικρές λεπτομέρειες που συνέλεξε το βλέμμα της να τις ρίξει πίσω στο παρελθόν, στη Θεσσαλονίκη του 1942-1943 και σε όσα σημάδεψαν εκείνες τις μέρες. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν εκείνες τις μέρες είναι γνωστά και τραγικά. Όμως η συγγραφέας βρίσκει τον πλέον κατάλληλο τρόπο να τα αναδείξει, τοποθετώντας τα πίσω, στη σκηνογραφία μιας παράστασης ζωής, όπου τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας ανώνυμων ανθρώπων.</p>
<p>Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι μια απολύτως επιτυχημένη σύνθεση του διεισδυτικού και αισθαντικού βλέμματος ενός επίμονου παρατηρητή της ζωής, από τη μια πλευρά, και μιας εμπνευσμένης συγγραφικής αποτύπωσης από την άλλη. Με αυτό το μυθιστόρημα, η Αλεξάνδρα Μητσιάλη έρχεται να προσφέρει στους σημερινούς εφήβους το σχεδόν  υπαρξιακό βίωμα της ανάγνωσης που πρόσφεραν παλαιότερα συγγραφείς σαν τη Ζωρζ Σαρή και την Άλκη Ζέη.</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/ksypolytoi-hrwes/">Αντωνία Γουναροπούλου: «Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Ξυπόλυτοι ήρωες»</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
