<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Μεταφράσεις Archives - Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</title>
	<atom:link href="https://gslreview.com/category/%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac/metafraseis/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://gslreview.com/category/λογοτεχνικά/metafraseis/</link>
	<description>Work in progress - Έργο εν εξελίξει</description>
	<lastBuildDate>Sat, 11 Feb 2023 10:47:11 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.2</generator>

<image>
	<url>https://gslreview.com/wp-content/uploads/2017/12/cropped-favicon-32x32.png</url>
	<title>Μεταφράσεις Archives - Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</title>
	<link>https://gslreview.com/category/λογοτεχνικά/metafraseis/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί</title>
		<link>https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Feb 2023 10:47:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Thomas Wiloch]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://gslreview.com/?p=3138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Νικόλαος Τρακάκης Αγοράζει ένα μουσικό κουτί από το παιχνιδάδικο του κυρίου Τέμπλετον. Είναι από σκαλιστό ξύλο σκούρας βελανιδιάς και έχει μπρούτζινους μεντεσέδες. «Παίζει το βαλς του Σάλτσμπαχ», λέει ο κύριος Τέμπλετον, «όταν ρυθμίζω τον μηχανισμό». Είναι σίγουρος ότι θα της αρέσει. «Παρακαλώ παραδώστε το σήμερα», λέει, και ο κύριος Τέμπλετον γνέφει με σοφία. Αργότερα, &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/">Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><img fetchpriority="high" decoding="async" class="wp-image-3140 aligncenter" src="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2023/02/dancers-e1676111456342.png" alt="" width="600" height="365" srcset="https://gslreview.com/wp-content/uploads/2023/02/dancers-e1676111456342.png 500w, https://gslreview.com/wp-content/uploads/2023/02/dancers-e1676111456342-300x182.png 300w" sizes="(max-width: 600px) 100vw, 600px" /></p>
<p><strong>Μετάφραση: Νικόλαος Τρακάκης</strong></p>
<p style="text-align: center;">Αγοράζει ένα μουσικό κουτί από το παιχνιδάδικο του κυρίου Τέμπλετον. Είναι από σκαλιστό ξύλο σκούρας βελανιδιάς και έχει μπρούτζινους μεντεσέδες. «Παίζει το βαλς του Σάλτσμπαχ», λέει ο κύριος Τέμπλετον, «όταν ρυθμίζω τον μηχανισμό». Είναι σίγουρος ότι θα της αρέσει. «Παρακαλώ παραδώστε το σήμερα», λέει, και ο κύριος Τέμπλετον γνέφει με σοφία. <span id="more-3138"></span>Αργότερα, εκείνη ανοίγει το δέμα που έφερε ο διανομέας. «Μουσικό κουτί!» φωνάζει. Είναι τόσο όμορφο. Διαβάζει την κάρτα που της έχει εσωκλείσει και χαμογελάει. Τι γλυκό. Θέλοντας να ακούσει το τραγούδι που παίζει το κουτί, σηκώνει το καπάκι. Αρχίζει μια μελωδία. Μια απαλή και χαρούμενη μελωδία. Πιάνει τον εαυτό της να χορεύει. Είναι ένας πολύ συναρπαστικός σκοπός. Εκείνο το βράδυ περνάει για να δει αν της άρεσε το δώρο του. Χτυπάει την πόρτα. Χτυπάει ξανά. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο δωμάτιό της. Είναι σωριασμένη στο πάτωμα, βαριανασαίνει και κρατά την καρδιά της. Τα πόδια της χτυπιούνται πέρα δώθε, χαράσσοντας το ξύλινο πάτωμα, στο ρυθμό της μεταλλικής μελωδίας. «Αγαπητή μου!» φωνάζει και ορμάει μπροστά. Αλλά δεν μπορεί να τη φτάσει. Δεν μπορεί να σκύψει να τη βοηθήσει. Αντίθετα, πιάνει τον εαυτό του να χορεύει…</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>[<em>Σημείωμα του μεταφραστή: </em>Οφείλω ευχαριστίες στην Dr Konstantina Georganta για την πολύτιμη βοήθειά της.]</p>
<p><strong>Thomas Wiloch, The Music Box</strong></p>
<p style="text-align: center;">He buys a music box at Mr. Templeton’s toyshop. It is carved of dark oak and has hinges of brass. “It will play the Salzbach waltz,” says Mr. Templeton, “when I set the mechanism”. He is sure she will like it. “Please deliver it today,” he says, and Mr. Templeton nods sagely. Later, she opens the package the deliveryman has brought. “A music box,” she cries. It is so very beautiful. She reads the card he has enclosed and she smiles. How sweet. Wanting to hear the song the box plays, she lifts the lid. A melody begins. A soft and lilting melody. She finds herself dancing. It is a most compelling tune. That night he stops by to see how she likes his gift. He knocks on the door. He knocks again. He opens the door and enters her room. She is crumpled on the floor, gasping and holding her heart. Her feet kick back and forth, scraping the wooden floor in time with the tinkling melody. “My dear!” he cries, rushing forward. But he cannot reach her. He cannot bend down to help her. Instead, he finds himself dancing...</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο <strong>Thomas Wiloch</strong> (1953–2008), με έδρα του το Ντιτρόιτ, ήταν ποιητής, κριτικός, πεζογράφος και εικονογράφος. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο εκδοτικό τμήμα των εκδόσεων Gale. Ο συνάδελφός του <span style="font-size: 1rem;">Thomas Ligotti, αναγνωρισμένος συγγραφέας τρόμου, έχει περιγράψει τον </span><span style="font-size: 1rem;">Wiloch ως «σπουδαίο τεχνίτη του πεζοποιήματος. Στην πραγματικότητα ήταν από τους σημαντικότερους που έχει γνωρίσει ο λογοτεχνικός κόσμος, ακόμα και αν αυτός ο κόσμος δεν το ήξερε. Ίσως κάποια μέρα να το μάθει».  Το πεζοποίημα που μεταφράζεται εδώ είναι από τη συλλογή του Wiloch <em>Mr. Templeton’s Toyshop</em> (</span><span style="font-size: 1rem;">Wordcraft of Oregon, </span><span style="font-size: 1rem;">1995).</span></p>
<p>O <strong>N. N. Trakakis</strong> διδάσκει φιλοσοφία στο Αυστραλιανό Καθολικό Πανεπιστήμιο στη Μελβούρνη, και γράφει και μεταφράζει ποίηση. Έχει μεταφράσει στα αγγλικά έργα του Λειβαδίτη, μεταξύ αυτών τα <em>Ο τυφλός με τον λύχνο</em> (<em>The Blind Man with the Lamp,</em> Denise Harvey Publications, 2014),  <em>Βιολέτες για μια εποχή</em> (<em>Violets for a Season,</em> Red Dragonfly Press, 2017), <em>Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου</em> (<em>Autumn Manuscripts,</em> Smokestack Books, 2020), <em>Εγχειρίδιο ευθανασίας</em> (<em>Enchiridion Euthanasiæ,</em> Human Side Press, 2021), και το <em>Τρίπτυχο</em> (που περιλαμβάνει τα ποιήματα<em> Μάχη στην άκρη της νύχτας</em>, <em>Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας</em> και <em>Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου</em>, Anthem Press, 2022).</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/thomas-wiloch-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af/">Thomas Wiloch, Το μουσικό κουτί</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Robert Duncan, Περσεφόνη</title>
		<link>https://gslreview.com/robert-duncan-persefoni/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 05 Dec 2018 09:57:33 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2852</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου «Έχουμε ζήσει το μεγάλο Τραύμα. Οι πληγές αυτές φανερώνουν την απώλειά μας». ανάμνηση: απόμακρα λιβάδια πρωινού, σακάτης χειμώνας, χορτάρια σφυροκοπημένα από τροχούς και οπλές, γυμνά κομμάτια γης. Ακούσαμε φήμες για την αρπαγή ανάμεσα στις γυναίκες που καρτερούν στα πηγάδια με στεγνές υδρίες, κουβέντες ανάμεσα σε φύλλα κι ανάμεσα στους γέρους που σκαλίζουν &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/robert-duncan-persefoni/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Robert Duncan, Περσεφόνη"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/robert-duncan-persefoni/">Robert Duncan, Περσεφόνη</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2852"></span></p>
<p><strong>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου</strong></p>
<p><em>«Έχουμε ζήσει το μεγάλο Τραύμα.</em><br />
<em>Οι πληγές αυτές φανερώνουν την απώλειά μας».</em></p>
<p>ανάμνηση: απόμακρα λιβάδια πρωινού,<br />
σακάτης χειμώνας, χορτάρια σφυροκοπημένα από τροχούς και οπλές,<br />
γυμνά κομμάτια γης. Ακούσαμε φήμες για την αρπαγή<br />
ανάμεσα στις γυναίκες που καρτερούν στα πηγάδια με στεγνές υδρίες,<br />
κουβέντες ανάμεσα σε φύλλα κι ανάμεσα στους γέρους<br />
που σκαλίζουν κονσερβοκούτια κι όστρακα γυρεύοντας ξεβρασμένα ξύλα<br />
να στήσουν φωτιές σε κρύες εστίες. Πέτρα καρδιές<br />
κι αρτηρίες τραχυμένες μέχρι την πέτρα.<br />
Αυτός ο ήχος του γόου μας, θρήνος καλαμιών,<br />
έρχεται πάνω απ’ τον πάγο και τις γκρίζες ερημιές του νερού.<br />
Ακούμε: σκούζει διασχίζοντας τα ερείπια πόλεων,<br />
σφυρίζει εισχωρώντας σε οπές βλημάτων<br />
και παγώνει σαν αιθέρας στα πνευμόνια μας.</p>
<p>Σκιές που πέφτουν στον ίσκιο της βελανιδιάς… σκιά πάνω σε σκιά<br />
προσηλωμένες στη θλίψη τους. Ο πόθος μιας τέτοιας θλίψης<br />
απαθής, σέρνεται πάνω απ’ το φυλλόχωμα<br />
πελματόσχημος και οπλήσχημος, χνάρι μιας περασμένης βίας.<br />
Σε τέτοιο πηλό σφαδάζουν οι ρίζες μας, ρουφώντας τη ζωή<br />
από σήψη πτωμάτων και πηλό από πέλματα<br />
κι από τη σήψη του κρανίου που ρίχνει ρίζες.</p>
<p>Κηλιδωμένος με σπόρια ο Αυνάν, καραφλός, σταλάσσοντας σπέρμα,<br />
κινήθηκε ανάμεσά μας, ή σμάρια σβέλτων γυναικών κυνηγώντας τη λεοπάρδαλη<br />
περάσαν. Η σιγαλιά αδιατάραχτη, σκοτερά κάτω από σκοτερά<br />
κλαδιά κηλιδωμένα με φως· ή ένα φλάουτο σήμανε το πρωί<br />
ανακωχή, ξυπνώντας τα φύλλα σαν πουλιά.<br />
Βλαστήσαμε χλωροί μέσα απ’ τον φλοιό στη μουσική του φλάουτου,<br />
προβάλλοντας απ’ τον κορμό μέσα σε όνειρο.</p>
<p>Ο ήλιος ήταν σαν χρυσάφι στο κορμί μου,<br />
ρίζες στο κρύο σκοτάδι κάτωθέ μου και χέρια<br />
απ’ τον λεπτό κορμό λουσμένα σε φως χρυσό και σε σκιές,<br />
δάχτυλα χλωρά λαχταρώντας τον ήλιο.</p>
<p>Χαμένη, χαμένη μια τέτοια γαλήνη, κι η Περσεφόνη χαμένη.<br />
Το ύστατο όνειρο έφερε σιωπή,<br />
σιωπηλό νήμα ονείρου με απειλή θανάτου.<u> </u></p>
<p>Mε σύμβολα αναθυμόμαστε μια τέτοια βία:<br />
το σκίσιμο του βράχου, ο ταραγμός του τραύματος<br />
όπου την πήραν μακριά μας. Σκιά<br />
πέφτει στον ίσκιο… Σκιά πάνω σε σκιά.<br />
Κηλιδωμένοι με λευκό των οστών, σκλήθρα ξεβρασμένου ξύλου,<br />
ο φλοιός μουσκεμένος στον τρόμο, ύπνος καθόλου,<br />
μονάχα αναμονή. Μονάχα περιμένουμε, οι πληγές μας μετά βίας επουλωμένες<br />
την αντεπίθεση πριν ανατείλει ο ήλιος.</p>
<p><strong>Robert Duncan, Persephone</strong></p>
<p><em>"We have passed the great Trauma.</em><br />
<em>These wounds disclose our loss."</em></p>
<p>memory: farfields of mourning,<br />
maimd winter, wheel and hoofhammerd weeds,<br />
bare patches of earth. We heard rumor of the rape<br />
among the women who wait at the wells with dry urns,<br />
talk among leaves and among the old men<br />
who sift tin cans and seashells searching for driftwood<br />
to make fires on cold hearthstones. Stone hearts<br />
and arteries harden to stone.<br />
This sound of our mourning, wailing of reeds,<br />
comes over the ice and the grey wastes of water.<br />
We listen: it shrieks thru the ruins of cities,<br />
whistles in shellholes<br />
and freezes like ether in our lungs.</p>
<p>Shades falling under the oakshadow... shade upon shade<br />
intent with their sorrow. The lust of such sorrow<br />
listless, moving over the leafmold,<br />
footmolded and hoofmolded, spoors of past violence.<br />
From such clay and our roots writhe, sucking the life<br />
from corpsemold and footclay<br />
and mold of skull rooting.</p>
<p>"Spore-spotted Onan, baldheaded, trickling with seed,<br />
moved among us, or troops of swift women pursuing the leopard<br />
passd. The quite unbroken, dark beneath dark<br />
branches spotted with light; or a flute in the morning<br />
made truce, awakening the leaves like birds.<br />
We shot green from the bark to flute music,<br />
moving out from the trunk in a dream.</p>
<p>The sun was like gold on my body,<br />
roots in the cold dark below me and arms<br />
from the slender trunk showered in gold light and shadows,<br />
fingers green seeking the sun.</p>
<p>Lost, lost such peace, and Persephone lost.<br />
Last dream brought silence,<br />
silent thread of death-threatening dream.</p>
<p>We remember in symbols such violence:<br />
the splintering of rock, the shock of the trauma,<br />
in which she was taken from us. Shade<br />
falls under the shadow... shade upon shade.<br />
Spotted with bonewhite, splinter of driftwood,<br />
the bark wet with terror, no sleep,<br />
only waiting. Only we wait, our wounds barely heald<br />
for the counterattack before sunrise.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μετάφραση έγινε για το αφιέρωμα στον Αμερικανό ποιητή Ρόμπερτ Ντάνκαν (1919-1988) που έκανε το «Με τα λόγια (γίνεται)» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, στις 17 Μαρτίου 2016, όπου και διαβάστηκε πρώτη φορά.</p>
<p>Ρόμπερτ Ντάνκαν | α΄ δημοσίευση: περιοδικό <em>The Books’ Journal</em>, τεύχ. 76</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/robert-duncan-persefoni/">Robert Duncan, Περσεφόνη</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Elizabeth Bishop, Το ζιζάνιο</title>
		<link>https://gslreview.com/elizabeth-bishop-zizanio/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 23 Feb 2018 08:24:31 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2764</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου Όνειρο είδα ότι νεκρή, συλλογισμένη, σε μνήμα ξάπλωνα, ή σε κρεβάτι, (μια κάμαρα ήταν, πάντως, κρύα και στενή). Στην κρύα καρδιά, η τελευταία της σκέψη έμενε παγωμένη, κι είχε γίνει τεράστια και καθάρια, καθώς εγώ ήμουν εκεί ασάλευτη και αδρανής˙ και παραμείναμε μαζί αμετάβλητες για έναν χρόνο, ένα λεπτό, μια ώρα. Ξάφνου, &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/elizabeth-bishop-zizanio/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Elizabeth Bishop, Το ζιζάνιο"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/elizabeth-bishop-zizanio/">Elizabeth Bishop, Το ζιζάνιο</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2764"></span><strong>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου</strong></p>
<p>Όνειρο είδα ότι νεκρή, συλλογισμένη,<br />
σε μνήμα ξάπλωνα, ή σε κρεβάτι,<br />
(μια κάμαρα ήταν, πάντως, κρύα και στενή).<br />
Στην κρύα καρδιά, η τελευταία της σκέψη<br />
έμενε παγωμένη, κι είχε γίνει τεράστια και καθάρια,<br />
καθώς εγώ ήμουν εκεί ασάλευτη και αδρανής˙<br />
και παραμείναμε μαζί αμετάβλητες<br />
για έναν χρόνο, ένα λεπτό, μια ώρα.<br />
Ξάφνου, υπήρξε κάποια κίνηση,<br />
που μέσα εκεί αιφνιδίασε σαν έκρηξη<br />
όλες τις αισθήσεις. Ύστερα καταλάγιασε<br />
σε σύρσιμο επίμονο, προσεκτικό<br />
στο μέρος της καρδιάς,<br />
και με σκούντηξε απ’ τον απεγνωσμένο ύπνο.<br />
Σήκωσα το κεφάλι. Ένα λεπτό, νεαρό ζιζάνιο<br />
είχε ανοίξει δρόμο μέσ’ απ’ την καρδιά και το<br />
χλωρό κεφάλι του σάλευε πάνω στο στήθος.<br />
(Αυτά όλα γίνονταν μες στο σκοτάδι.)<br />
Ψήλωσε μια ίντσα σαν γρασίδι˙<br />
ύστερα, βλάστησε από το πλάι του ένα φύλλο<br />
ίδιο σημαία που κυματίζει κι αναδεύεται, κι έπειτα<br />
κουνήθηκαν δυο φύλλα σαν σηματωρός.<br />
Σκλήρυνε ο βλαστός. Οι νευρικές του ρίζες<br />
απλώθηκαν στις δυο πλευρές˙ το κομψό κεφάλι<br />
άλλαξε θέση – μυστήριο,<br />
αφού ήλιος δεν υπήρχε, ούτε φεγγάρι<br />
για να τραβήξει τη νεαρή του προσοχή.<br />
Η ριζωμένη καρδιά πήρε ν’ αλλάζει<br />
(όχι να χτυπά) κι έπειτα σκίστηκε στα δυο<br />
κι απ’ αυτήν ξεχύθηκε κατακλυσμός νερών.<br />
Δυο ποταμοί ξεπήδησαν απ’ τις πλευρές της,<br />
αριστερά ο ένας, ο άλλος δεξιά,<br />
δυο χείμαρροι ορμητικοί, ημιδιάφανοι,<br />
(πάνω στα πλευρά γίνονταν καταρράκτες)<br />
που δίχως παρεκκλίσεις, σαν γυαλί απαλοί,<br />
ρίχνονταν στους λεπτούς, μαύρους κόκκους της γης.<br />
Ακόμα λίγο και το ζιζάνιο θα παρασυρόταν˙<br />
αντιστάθηκε με τα φύλλα,<br />
τα σήκωνε στεφανωμένα βαριές σταγόνες.<br />
Λίγες σταγόνες έπεσαν στο πρόσωπό μου<br />
και μες στα μάτια, έτσι μπόρεσα να δω<br />
(ή μάλλον, σ’ εκείνο τον μαύρο τόπο, νόμισα πως είδα)<br />
πως κάθε σταγόνα περιείχε ένα φως,<br />
μια μικρή, ολόφωτη σκηνή˙<br />
ο ίδιος ο χείμαρρος που το ζιζάνιο είχε εκτρέψει<br />
είχε φτιαχτεί από τρεχούμενες εικόνες.<br />
(Σαν να ’πρεπε ένας ποταμός να μεταφέρει όλες<br />
τις σκηνές που κάποτε καθρέφτισε<br />
κλεισμένες μέσα στα νερά του, κι όχι να πλέουν<br />
σ’ επιφάνειες στιγμιαίες.)<br />
Το ζιζάνιο στάθηκε ορθό στη διαιρεμένη μου καρδιά.<br />
«Τι κάνεις εκεί;» ρώτησα.<br />
Στάζοντας από παντού σήκωσε τότε το κεφάλι<br />
(τις δικές μου έσταζε, άραγε, σκέψεις;)<br />
κι αποκρίθηκε: «Μεγαλώνω», είπε,<br />
«όμως για να σου σκίσω πάλι στα δύο την καρδιά».</p>
<p><strong>Elizabeth Bishop, The weed</strong></p>
<p>Ι dreamed that dead, and meditating,<br />
I lay upon a grave, or bed,<br />
(at least, some cold and close-built bower).<br />
In the cold heart, its final thought<br />
stood frozen, drawn immense and clear,<br />
stiff and idle as I was there;<br />
and we remained unchanged together<br />
for a year, a minute, an hour.<br />
Suddenly there was a motion,<br />
as startling, there, to every sense<br />
as an explosion. Then it dropped<br />
to insistent, cautious creeping<br />
in the region of the heart,<br />
prodding me from desperate sleep.<br />
I raised my head. A slight young weed<br />
had pushed up through the heart and its<br />
green head was nodding on the breast.<br />
(All this was in the dark.)<br />
It grew an inch like a blade of grass;<br />
next, one leaf shot out of its side<br />
a twisting, waving flag, and then<br />
two leaves moved like a semaphore.<br />
The stem grew thick. The nervous roots<br />
reached to each side; the graceful head<br />
changed its position mysteriously,<br />
since there was neither sun nor moon<br />
to catch its young attention.<br />
The rooted heart began to change<br />
(not beat) and then it split apart<br />
and from it broke a flood of water.<br />
Two rivers glanced off from the sides,<br />
one to the right, one to the left,<br />
two rushing, half-clear streams,<br />
(the ribs made of them two cascades)<br />
which assuredly, smooth as glass,<br />
went off through the fine black grains of earth.<br />
The weed was almost swept away;<br />
it struggled with its leaves,<br />
lifting them fringed with heavy drops.<br />
A few drops fell upon my face<br />
and in my eyes, so I could see<br />
(or, in that black place, thought I saw)<br />
that each drop contained a light,<br />
a small, illuminated scene;<br />
the weed-deflected stream was made<br />
itself of racing images.<br />
(As if a river should carry all<br />
the scenes that it had once reflected<br />
shut in its waters, and not floating<br />
on momentary surfaces.)<br />
The weed stood in the severed heart.<br />
"What are you doing there?" I asked.<br />
It lifted its head all dripping wet<br />
(with my own thoughts?)<br />
and answered then: "I grow," it said,<br />
"but to divide your heart again."</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μετάφραση έγινε για το αφιέρωμα στην Αμερικανίδα ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (1911-1979) που έκανε το «Με τα λόγια (γίνεται)» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, στις 17 Μαρτίου 2015, όπου και διαβάστηκε πρώτη φορά.</p>
<p>Ελίζαμπεθ Μπίσοπ | α΄ δημοσίευση: περιοδικό <em>The Books’ Journal</em>, τεύχ. 65</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/elizabeth-bishop-zizanio/">Elizabeth Bishop, Το ζιζάνιο</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Elizabeth Bishop, Casabianca</title>
		<link>https://gslreview.com/elizabeth-bishop-casabianca/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 23 Feb 2018 08:21:29 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2761</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου Η αγάπη είναι το αγόρι που στεκόταν στο φλεγόμενο κατάστρωμα και πάσχιζε ν’ απαγγείλει: «Το αγόρι στεκόταν στο φλεγόμενο κατάστρωμα». Η αγάπη είναι ο μικρός που στεκόταν και τραύλιζε αγορεύσεις καθώς το άμοιρο πλοίο καιγόταν, βυθιζόταν. Η αγάπη είναι το ξεροκέφαλο αγόρι, το πλοίο, ακόμη κι οι ναύτες όταν κολυμπούσαν, που θα &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/elizabeth-bishop-casabianca/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Elizabeth Bishop, Casabianca"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/elizabeth-bishop-casabianca/">Elizabeth Bishop, Casabianca</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2761"></span><br />
<strong>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου</strong></p>
<p>Η αγάπη είναι το αγόρι που στεκόταν στο φλεγόμενο κατάστρωμα<br />
και πάσχιζε ν’ απαγγείλει: «Το αγόρι στεκόταν στο<br />
φλεγόμενο κατάστρωμα». Η αγάπη είναι ο μικρός<br />
που στεκόταν και τραύλιζε αγορεύσεις<br />
καθώς το άμοιρο πλοίο καιγόταν, βυθιζόταν.</p>
<p>Η αγάπη είναι το ξεροκέφαλο αγόρι, το πλοίο,<br />
ακόμη κι οι ναύτες όταν κολυμπούσαν, που<br />
θα ’θελαν κι αυτοί μια σχολική εξέδρα,<br />
ή ένα πρόσχημα να μείνουν<br />
στο κατάστρωμα. Και η αγάπη είναι το φλεγόμενο αγόρι.</p>
<p><strong>Elizabeth Bishop, Casabianca</strong></p>
<p>Love's the boy stood on the burning deck<br />
trying to recite “The boy stood on<br />
the burning deck.” Love's the son<br />
stood stammering elocution<br />
while the poor ship in flames went down.</p>
<p>Love's the obstinate boy, the ship,<br />
even the swimming sailors, who<br />
would like a schoolroom platform, too,<br />
or an excuse to stay<br />
on deck. And love's the burning boy.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μετάφραση έγινε για το αφιέρωμα στην Αμερικανίδα ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (1911-1979) που έκανε το «Με τα λόγια (γίνεται)» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, στις 17 Μαρτίου 2015.</p>
<p>Ελίζαμπεθ Μπίσοπ | α΄ δημοσίευση: περιοδικό <em>The Books’ Journal</em>, τεύχ. 65</p>
<p><iframe title="Elizabeth Bishop reads &quot;Casabianca&quot;" width="525" height="394" src="https://www.youtube.com/embed/rfKJ_0h9fzM?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/elizabeth-bishop-casabianca/">Elizabeth Bishop, Casabianca</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>William Carlos Williams, Στεφάνι από κισσό</title>
		<link>https://gslreview.com/stefani-williams/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 15 Feb 2018 10:59:04 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2752</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου Η όλη διαδικασία είναι ένα ψέμα, εκτός εάν, στεφανωμένη την υπερβολή, αποκοπεί με τόλμη, με όποιον τρόπο, απ’ τα όριά της – ή βρει ένα βαθύτερο πηγάδι. Ο Αντώνιος κι η Κλεοπάτρα είχαν δίκιο˙ αυτοί δείχνουν το δρόμο. Σ’ αγαπώ ή δεν έχω ζωή καθόλου. Η εποχή των ασφόδελων έχει περάσει. Έχουμε &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/stefani-williams/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "William Carlos Williams, Στεφάνι από κισσό"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/stefani-williams/">William Carlos Williams, Στεφάνι από κισσό</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2752"></span> <strong>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου</strong></p>
<p>Η όλη διαδικασία είναι ένα ψέμα,<br />
εκτός εάν,<br />
στεφανωμένη την υπερβολή,<br />
αποκοπεί με τόλμη,<br />
με όποιον τρόπο,<br />
απ’ τα όριά της –<br />
ή βρει ένα βαθύτερο πηγάδι.<br />
Ο Αντώνιος κι η Κλεοπάτρα<br />
είχαν δίκιο˙<br />
αυτοί δείχνουν<br />
το δρόμο. Σ’ αγαπώ<br />
ή δεν έχω ζωή<br />
καθόλου.</p>
<p>Η εποχή των ασφόδελων<br />
έχει περάσει. Έχουμε τώρα<br />
καλοκαίρι, καλοκαίρι!<br />
λέει η καρδιά,<br />
κι ακόμη δεν το ζήσαμε όλο.<br />
Δεν επιτρέπονται<br />
αμφιβολίες –<br />
παρόλο που θά ’ρθουν<br />
και ίσως<br />
μας εξαντλήσουν<br />
πολύ νωρίς.<br />
Είμαστε βέβαια απλοί θνητοί<br />
μα κι έτσι μπορούμε<br />
να προκαλούμε τη μοίρα.<br />
Σε κάποιο γύρισμα της τύχης<br />
μπορεί ακόμα<br />
και να νικήσουμε! Δε ζητάμε<br />
να δούμε<br />
νάρκισσους και βιολέτες<br />
να επιστρέφουν,<br />
υπάρχουν όμως<br />
ακόμη<br />
τα τριαντάφυλλα!</p>
<p>Δεν ταιριάζουν τα ρομάντζα στην αγάπη.<br />
Η αγάπη έχει να κάνει<br />
με πράγματα σκληρά,<br />
που η δική μας θέληση<br />
αλλάζει τη μορφή τους<br />
για χάρη ενός «μαζί».<br />
Έχει τις εποχές της,<br />
ευνοϊκές κι ενάντιες,<br />
κι ας ψάχνει στα τυφλά<br />
η καρδιά κάποια επαλήθευση<br />
μες στα σκοτάδια<br />
ενός Μάη που τελειώνει.<br />
Όπως τα βάτα έχουν στη φύση τους<br />
να σκίζουνε τη σάρκα,<br />
έτσι διέσχισα κι εγώ<br />
την κάθε εποχή.<br />
Λένε,<br />
κράτα τα βάτα<br />
μακριά.<br />
Δεν μπορείς να ζεις<br />
χωρίς να μπλέκεσαι<br />
σε βάτα.</p>
<p>Τα παιδιά μαζεύουνε λουλούδια.<br />
Ας μαζεύουν.<br />
Αν και, αφού βρεθούν<br />
στο χέρι τους<br />
δεν έχουν πια τι να τα κάνουν<br />
και τα πετούν τσαλακωμένα<br />
στην άκρη του κρασπέδου.<br />
Στην ηλικία μας, τα γεγονότα<br />
που μας λύπησαν τα διατρέχει η φαντασία<br />
και μας σηκώνει όρθιους ξανά,<br />
ώστε να κάνουμε τα ρόδα<br />
να στέκουν αντικριστά στ’ αγκάθια.<br />
Σίγουρα<br />
είναι σκληρή η αγάπη,<br />
και εγωίστρια<br />
και τελείως πεισματάρα –<br />
ή έστω, τυφλωμένη απ’ το φως,<br />
τέτοια είναι η νεανική αγάπη.<br />
Αλλά εμείς γεράσαμε αρκετά,<br />
εγώ για ν’ αγαπώ<br />
κι εσύ για ν’ αγαπιέσαι,<br />
με τη βοήθεια της θέλησης<br />
αντέξαμε,<br />
ό,τι κι αν κόστισε αυτό,<br />
και τώρα πια κρατάμε<br />
το κοσμημένο έπαθλο<br />
παντοτινά<br />
στα δάχτυλά μας.<br />
Έτσι το θέλουμε<br />
και έτσι είναι<br />
πέρα από οτιδήποτε τυχαίο.</p>
<p><strong>William Carlos Williams, The Ivy Crown</strong></p>
<p>The whole process is a lie,<br />
unless,<br />
crowned by excess,<br />
It break forcefully,<br />
one way or another,<br />
from its confinement—<br />
or find a deeper well.<br />
Antony and Cleopatra<br />
were right;<br />
they have shown<br />
the way. I love you<br />
or I do not live<br />
at all.</p>
<p>Daffodil time<br />
is past. This is<br />
summer, summer!<br />
the heart says,<br />
and not even the full of it.<br />
No doubts<br />
are permitted—<br />
though they will come<br />
and may<br />
before our time<br />
overwhelm us.<br />
We are only mortal<br />
but being mortal<br />
can defy our fate.<br />
We may<br />
by an outside chance<br />
even win! We do not<br />
look to see<br />
jonquils and violets<br />
come again<br />
but there are,<br />
still,<br />
the roses!</p>
<p>Romance has no part in it.<br />
The business of love is<br />
cruelty which,<br />
by our wills,<br />
we transform<br />
to live together.<br />
It has its seasons,<br />
for and against,<br />
whatever the heart<br />
fumbles in the dark<br />
to assert<br />
toward the end of May.<br />
Just as the nature of briars<br />
is to tear flesh,<br />
I have proceeded<br />
through them.<br />
Keep<br />
the briars out,<br />
they say.<br />
You cannot live<br />
and keep free of<br />
briars.</p>
<p>Children pick flowers.<br />
Let them.<br />
Though having them<br />
in hand<br />
they have no further use for them<br />
but leave them crumpled<br />
at the curb's edge.</p>
<p>At our age the imagination<br />
across the sorry facts<br />
lifts us<br />
to make roses<br />
stand before thorns.<br />
Sure<br />
love is cruel<br />
and selfish<br />
and totally obtuse—<br />
at least, blinded by the light,<br />
young love is.<br />
But we are older,<br />
I to love<br />
and you to be loved,<br />
we have,<br />
no matter how,<br />
by our wills survived<br />
to keep<br />
the jeweled prize<br />
always<br />
at our finger tips.<br />
We will it so<br />
and so it is<br />
past all accident.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μετάφραση έγινε ειδικά για το αφιέρωμα στoν Αμερικανό ποιητή Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (1883-1963) που έκανε το «Με τα λόγια (γίνεται)» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, στις 31 Μαρτίου 2014, όπου και διαβάστηκε πρώτη φορά.</p>
<p>Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς | α΄ δημοσίευση: περιοδικό <em>The Book’s Journal</em>, τεύχ. 50, Δεκέμβριος 2014</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/stefani-williams/">William Carlos Williams, Στεφάνι από κισσό</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Emily Dickinson, J 586/Fr 392, Μιλήσαμε όπως τα κορίτσια…</title>
		<link>https://gslreview.com/emily-dickinson-j/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 12 Feb 2018 10:21:58 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2741</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου Μιλήσαμε όπως τα Κορίτσια – Με αγαλλίαση, ως αργά – Διατυπώσαμε με θάρρος εικασίες, για τα πάντα, εκτός από το Μνήμα – Το δικό μας, δεν μας αφορούσε. Ορίσαμε τα Πεπρωμένα, ψύχραιμες – Όσο ήμασταν – εμείς – οι Διευθέτες – Κι ο Θεός, Εταίρος Σιωπηλός Στην Εξουσία μας. Μα επιμείναμε με &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/emily-dickinson-j/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Emily Dickinson, J 586/Fr 392, Μιλήσαμε όπως τα κορίτσια…"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/emily-dickinson-j/">Emily Dickinson, J 586/Fr 392, Μιλήσαμε όπως τα κορίτσια…</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2741"></span></p>
<p><strong>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου</strong></p>
<p>Μιλήσαμε όπως τα Κορίτσια –<br />
Με αγαλλίαση, ως αργά –<br />
Διατυπώσαμε με θάρρος εικασίες, για τα πάντα, εκτός από το Μνήμα –<br />
Το δικό μας, δεν μας αφορούσε.</p>
<p>Ορίσαμε τα Πεπρωμένα, ψύχραιμες –<br />
Όσο ήμασταν – εμείς – οι Διευθέτες –<br />
Κι ο Θεός, Εταίρος Σιωπηλός<br />
Στην Εξουσία μας.</p>
<p>Μα επιμείναμε με αγαλλίαση βαθύτερη, στον Εαυτό μας<br />
Όπως θα ήμασταν – εν τέλει –<br />
Όταν μες στη θαλπωρή, τα Κορίτσια γίνονται Γυναίκες<br />
Κατακτάμε – Αναβαθμούς –</p>
<p>Χωρίσαμε μ’ ένα συμβόλαιο<br />
Ν’ αγαπιόμαστε, να γράφει η μια στην άλλη<br />
Αδύνατα όμως και τα δύο, έκρινε ο Θεός<br />
Πριν καν βραδιάσει πάλι.</p>
<p><strong>Emily Dickinson, J 586/Fr 392, We talked as Girls do</strong></p>
<p>We talked as Girls do —<br />
Fond, and late —<br />
We speculated fair, on every subject, but the Grave —<br />
Of ours, none affair —</p>
<p>We handled Destinies, as cool —<br />
As we — Disposers — be —<br />
And God, a Quiet Party<br />
To our Authority —</p>
<p>But fondest, dwelt upon Ourself<br />
As we eventual — be —<br />
When Girls to Women, softly raised<br />
We — occupy — Degree —</p>
<p>We parted with a contract<br />
To cherish, and to write<br />
But Heaven made both, impossible<br />
Before another night.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μετάφραση έγινε ειδικά για το αφιέρωμα στην Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886) που έκανε το «Με τα λόγια (γίνεται)» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, τον Μάρτιο του 2013, όπου και διαβάστηκε πρώτη φορά.</p>
<p>Έμιλι Ντίκινσον | α΄ δημοσίευση: περιοδικό <em>The Book’s Journal</em>, τεύχ. 41, Μάρτιος 2014</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/emily-dickinson-j/">Emily Dickinson, J 586/Fr 392, Μιλήσαμε όπως τα κορίτσια…</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Emily Dickinson, J 712/Fr 479, Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον θάνατο…</title>
		<link>https://gslreview.com/emily-dickinson/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 06 Feb 2018 08:51:25 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2723</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον Θάνατο – Σταμάτησε ιπποτικά Αυτός για μένα – Η Άμαξα δεν είχε άλλον επιβάτη από Εμάς – Και την Αθανασία. Πηγαίναμε αργά – Αυτός δεν γνώριζε βιασύνη Κι εγώ στην άκρη άφησα Τον μόχθο, την ανάπαυλα, Για τη Λεπτή Του Χάρη. Περάσαμε απ’ το Σχολειό &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/emily-dickinson/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Emily Dickinson, J 712/Fr 479, Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον θάνατο…"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/emily-dickinson/">Emily Dickinson, J 712/Fr 479, Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον θάνατο…</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2723"></span><br />
<strong>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου</strong></p>
<p>Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον Θάνατο –<br />
Σταμάτησε ιπποτικά Αυτός για μένα –<br />
Η Άμαξα δεν είχε άλλον επιβάτη από Εμάς –<br />
Και την Αθανασία.</p>
<p>Πηγαίναμε αργά – Αυτός δεν γνώριζε βιασύνη<br />
Κι εγώ στην άκρη άφησα<br />
Τον μόχθο, την ανάπαυλα,<br />
Για τη Λεπτή Του Χάρη.</p>
<p>Περάσαμε απ’ το Σχολειό – και τα Παιδιά παλεύανε<br />
Σε κάποιο Διάλειμμα – μες στον Περίβολο –<br />
Περάσαμε απ’ τους Αγρούς, το Ατενές Βλέμμα του Σίτου –<br />
Περάσαμε τη Δύση του Ηλίου –</p>
<p>Ή μάλλον – Αυτός προσπέρασε Εμάς –<br />
Οι στάλες της δροσιάς μαζεύτηκαν με σύγκρυο και ρίγος –<br />
Απλό Αραχνοΰφαντο, το Φόρεμά μου –<br />
Το Σάλι μου – μονάχα από Δαντέλα –</p>
<p>Σταθήκαμε σε κάποιο Οίκημα που έμοιαζε<br />
Σαν να ’ταν Οίδημα στο Χώμα –<br />
Τη Στέγη μόλις που τη διέκρινες –<br />
Και η Μαρκίζα – μες στο Χώμα.</p>
<p>Αιώνες – φύγαν από τότε – κι όμως<br />
Σαν να ’ναι πιο κοντά παρά η Μέρα<br />
Που μάντεψα πως τα Κεφάλια των Αλόγων<br />
Έδειχναν την Αιωνιότητα.</p>
<p><strong>Emily Dickinson, J 712/Fr 479, Because I could not stop for Death</strong></p>
<p>Because I could not stop for Death —<br />
He kindly stopped for me —<br />
The Carriage held but just Ourselves —<br />
And Immortality.</p>
<p>We slowly drove — He knew no haste,<br />
And I had put away<br />
My labor and my leisure too,<br />
For His Civility —</p>
<p>We passed the School, where Children strove<br />
At recess — in the ring—<br />
We passed the Fields of Gazing Grain —<br />
We passed the Setting Sun —</p>
<p>Or rather — He passed Us —<br />
The Dews drew quivering and chill —<br />
For only Gossamer, my Gown —<br />
My Tippet — only Tulle —</p>
<p>We paused before a House that seemed<br />
A Swelling of the Ground —<br />
The Roof was scarcely visible —<br />
The Cornice — in the Ground —</p>
<p>Since then — 'tis centuries — and yet<br />
Feels shorter than the Day<br />
I first surmised the Horses' Heads<br />
Were toward Eternity —</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μετάφραση έγινε ειδικά για το αφιέρωμα στην Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886) που έκανε το «Με τα λόγια (γίνεται)» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, τον Μάρτιο του 2013, όπου και διαβάστηκε πρώτη φορά.</p>
<p>Έμιλι Ντίκινσον | α΄ δημοσίευση: περιοδικό The Book’s Journal, τεύχ. 41, Μάρτιος 2014</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/emily-dickinson/">Emily Dickinson, J 712/Fr 479, Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον θάνατο…</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Edvard Kocbek, Οι παπαγάλοι</title>
		<link>https://gslreview.com/edvard-kocbek-oi-papagaloi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 31 Jan 2018 09:44:24 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2666</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου Στην περιοχή επιτέθηκαν τερμίτες Κατατρώγοντας γέφυρες και μνημεία. Τραπέζια και κρεβάτια γίναν σκόνη. Στα εργαστήρια διεισδύσαν βάκιλλοι Κι εγκαταστάθηκαν στ’ αποστειρωμένα όργανα Παραπλανώντας ακολούθως τους ειδικούς. Συνέβησαν όλα τόσο τρομακτικά ήσυχα. Σε μας έπεσε μια μάστιγα παπαγάλων˙ Πράσινοι και κίτρινοι, τσίριζαν Σε κήπους, σπίτια και κουζίνες, Αδηφάγοι, βρόμικοι και χυδαίοι Εισέβαλαν στα &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/edvard-kocbek-oi-papagaloi/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Edvard Kocbek, Οι παπαγάλοι"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/edvard-kocbek-oi-papagaloi/">Edvard Kocbek, Οι παπαγάλοι</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2666"></span></p>
<p><strong>Μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου</strong></p>
<p>Στην περιοχή επιτέθηκαν τερμίτες<br />
Κατατρώγοντας γέφυρες και μνημεία.<br />
Τραπέζια και κρεβάτια γίναν σκόνη.<br />
Στα εργαστήρια διεισδύσαν βάκιλλοι<br />
Κι εγκαταστάθηκαν στ’ αποστειρωμένα όργανα<br />
Παραπλανώντας ακολούθως τους ειδικούς.<br />
Συνέβησαν όλα τόσο τρομακτικά ήσυχα.</p>
<p>Σε μας έπεσε μια μάστιγα παπαγάλων˙<br />
Πράσινοι και κίτρινοι, τσίριζαν<br />
Σε κήπους, σπίτια και κουζίνες,<br />
Αδηφάγοι, βρόμικοι και χυδαίοι<br />
Εισέβαλαν στα μπάνια και τις κρεβατοκάμαρες<br />
Κι εντέλει εγκαταστάθηκαν μέσα στους ανθρώπους.<br />
Συνέβησαν όλα τόσο τρομακτικά εκκωφαντικά.</p>
<p>Κανείς μας δεν μπορεί να πει ψέματα πια.<br />
Κανείς μας δεν μπορεί να πει την αλήθεια.<br />
Μιλούμε τη γλώσσα μιας άγνωστης φυλής˙<br />
Φωνάζουμε, καταριόμαστε, ουρλιάζουμε και μουγκρίζουμε,<br />
Τραβάμε πίσω τα χείλη, πετώντας τα μάτια μας έξω,<br />
Κι ο γελωτοποιός ακόμα έχει τρελαθεί<br />
Και τσιρίζει σαν όλους τους άλλους.</p>
<p>Κι όμως κάπου μες στον κύκλο στέκονται άνθρωποι<br />
Σιωπηλά κοιτάζοντας ίσια στο ακίνητο κέντρο.<br />
Σιωπηλά κοιτάζοντας ίσια στο ακίνητο κέντρο.<br />
Στέκονται δίχως να κινούνται, σε μια μακάρια σιωπή,<br />
Οι ώμοι τους πλαταίνουν και πλαταίνουν<br />
Κάτω απ’ το αρχαίο βάρος της σιωπής.<br />
Τη στιγμή που θα στραφούνε σε μας,<br />
Οι παπαγάλοι μέσα μας θα πεθάνουν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από την αγγλική μετάφραση του Alasdair MacKinnon, βλ. “The parrots”, στο Alan Bold (επιμ.), <em>The Penguin Book of Socialist Verse</em>, 1970</p>
<p>O Edvard Kocbek ήταν ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής και θεωρείται ένας από τους καλύτερους ποιητές της σλοβενικής γλώσσας.</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/edvard-kocbek-oi-papagaloi/">Edvard Kocbek, Οι παπαγάλοι</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
