<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Ιστορική κοινωνιολογία Archives - Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</title>
	<atom:link href="https://gslreview.com/category/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://gslreview.com/category/ιστορική-κοινωνιολογία/</link>
	<description>Work in progress - Έργο εν εξελίξει</description>
	<lastBuildDate>Tue, 16 Oct 2018 12:45:08 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://gslreview.com/wp-content/uploads/2017/12/cropped-favicon-32x32.png</url>
	<title>Ιστορική κοινωνιολογία Archives - Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</title>
	<link>https://gslreview.com/category/ιστορική-κοινωνιολογία/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Προφορική μαρτυρία: Χρύσα Κυριακάτη, κάτοικος Αλιάρτου 1956-1962</title>
		<link>https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%87%cf%81%cf%8d%cf%83%ce%b1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ac%cf%84%ce%b7-%ce%ba/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 Oct 2018 12:43:58 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ιστορική κοινωνιολογία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2842</guid>

					<description><![CDATA[<p>Χρύσα Κυριακάτη, 77 ετών, σύζυγος του Νίκου Κυριακάτη, ανώτερου υπαλλήλου του Οργανισμού Κωπαΐδας κατά τα έτη 1956-62. Μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Τρίτη 26 Μαΐου 2009, Βούλα, στο σπίτι της κα Χρύσας. &#160; Η κα Χρύσα μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμά της στη Βούλα, ένα μεγάλο, ευάερο και καλόγουστο σπίτι, που φανερώνει αμέσως την οικονομική άνεση της οικογένειας &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%87%cf%81%cf%8d%cf%83%ce%b1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ac%cf%84%ce%b7-%ce%ba/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Προφορική μαρτυρία: Χρύσα Κυριακάτη, κάτοικος Αλιάρτου 1956-1962"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%87%cf%81%cf%8d%cf%83%ce%b1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ac%cf%84%ce%b7-%ce%ba/">Προφορική μαρτυρία: Χρύσα Κυριακάτη, κάτοικος Αλιάρτου 1956-1962</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2842"></span>Χρύσα Κυριακάτη, 77 ετών, σύζυγος του Νίκου Κυριακάτη, ανώτερου υπαλλήλου του Οργανισμού Κωπαΐδας κατά τα έτη 1956-62. Μόνιμος κάτοικος Αθηνών.<br />
Τρίτη 26 Μαΐου 2009, Βούλα, στο σπίτι της κα Χρύσας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η κα Χρύσα μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμά της στη Βούλα, ένα μεγάλο, ευάερο και καλόγουστο σπίτι, που φανερώνει αμέσως την οικονομική άνεση της οικογένειας – σε έντονη διαφοροποίηση από ό,τι έχουμε δει μέχρι τώρα. Πρόθυμη να μιλήσει για κείνα τα χρόνια, ανήσυχη αν όντως μπορούσε να προσφέρει κάτι στην έρευνα, με καλή μνήμη και εύγλωττη, η κα Χρύσα μας έδωσε πρόσβαση σε μια πτυχή της κοινωνικής ζωής του Αλιάρτου που μέχρι τώρα είχαμε συναντήσει μόνο κάνοντας εικασίες μπροστά στα σπίτια της περιοχής [Κήποι και Νέα Σπίτια]. Όταν, στο τέλος, την ευχαριστήσαμε και τη διαβεβαιώσαμε ακριβώς γι’ αυτό, ότι δηλαδή το συγκεκριμένο κομμάτι της ζωής του Αλιάρτου για μας ήταν ως τώρα απροσπέλαστο, η κα Χρύσα συμφώνησε αμέσως, δείχνοντας ότι είχε πλήρη επίγνωση της θέσης της μέσα στην τότε τοπική κοινωνία: «Μα ναι, φυσικά: Αυτά ούτε οι ντόπιοι δεν τα ήξεραν, τότε».</p>
<p>Η κα Χρύσα κατάγεται από την οικογένεια Θεοδωροπούλου, μεγαλοοικογένεια της Λιβαδειάς. Από τη Λιβαδειά, αλλά όχι από μεγαλοοικογένεια, καταγόταν και ο Νίκος Κυριακάτης. Στον Οργανισμό τον έβαλε το 1956 ο Κονίτσας, βουλευτής της δεξιάς [Θεμιστοκλής Κονίτσας, 1901-1980. Διετέλεσε βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια Βοιωτίας. Υπηρέτησε ως πρώτος αντιπρόεδρος της Βουλής και χρημάτισε υφυπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Καραμανλή από το 1958 ως το 1961]. «Η οργάνωση που είχαν εκεί οι Εγγλέζοι ήταν καταπληκτική» μας είπε. «Βέβαια, ήταν αποικιοκρατία, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό» συμπλήρωσε. Μεταφέροντας τις αφηγήσεις που άκουγε επί χρόνια από τον άντρα της, αναφέρθηκε στον τρόπο πώλησης της Εταιρείας στο ελληνικό δημόσιο: «Όταν ο Παπασπύρου θέλησε να βάλει την Εταιρεία στο ελληνικό δημόσιο, η Φρειδερίκη έθεσε έναν όρο: Ζήτησε να υπάρχει διαδοχή της βασίλισσας για τις γυναίκες της οικογένειας, κι αυτό να θεσπιστεί στο Σύνταγμα – κι ο Παπασπύρου το έκανε». Επίσης, μεταφέροντας και πάλι τα λόγια του άντρα της, μας είπε ότι όταν έγιναν τα πρώτα έργα της αποξήρανσης, τον προηγούμενο αιώνα, «έπιασε φωτιά η τύρφη, ένα χρόνο καιγόντουσαν τα χόρτα του πυθμένα – κι έγινε έπειτα τόσο εύφορο το χώμα».</p>
<p>Μας είπε ότι οι Εγγλέζοι έφυγαν από τον Αλίαρτο σταδιακά, κι αναφέρθηκε στους Κήπους: «Μες στον περιφραγμένο χώρο ήταν 60 δωμάτια. Εκεί οι Εγγλέζοι φιλοξενούσαν τη Φρειδερίκη κι άλλα πρόσωπα της βασιλικής οικογένειας, στο σπίτι του γενικού διευθυντή. Και είχαν μάθει και τους υπαλλήλους να είναι υποτακτικοί – εγώ ξαφνιάστηκα όταν πήγα εκεί».</p>
<p>Μας είπε ότι ο τελευταίος διευθυντής του Οργανισμού [σημ. – ίσως αναφέρεται στον MacElderry, τελευταίο διευθυντή της Lake Copais Co. Ltd.] είχε ζητήσει όταν πεθάνει να τον βάλουνε σε κάσα από λεύκα Κωπαΐδας. «Κι έπειτα, μετά από αυτόν, ήρθαν ο οικονομικός διευθυντής Λουδοβίκος Ταβουλάρης, εξαιρετικός άνθρωπος, Ζακυνθινός, “άρχοντας”, αριστοκράτης, σπουδαγμένος, και οι υπόλοιποι». Ο σύζυγός της διορίστηκε Τμηματάρχης Προμηθειών από το βουλευτή Κονίτσα. «Είχε τόσο καλό μυαλό» μας είπε «που κάθε έξι μήνες έπαιρνε προαγωγή, ανέβαινε στην ιεραρχία μέχρι που έφτασε στο ανώτερο που του επιτρεπόταν να πάει».</p>
<p>Η κα Χρύσα, με φανερό θαυμασμό, μας μίλησε ξανά για τους Κήπους: «60 γεωπόνοι δούλευαν για τους Κήπους. Έβγαζαν μέχρι και μαύρα τριαντάφυλλα». Και, αναλογιζόμενη την κατάληξη, μας μετέφερε και πάλι ιστορίες που είχε ακούσει από το σύζυγο: «Όταν έφυγαν οι Εγγλέζοι είπαν: “Σε δέκα χρόνια θα βλέπετε την Κωπαΐδα και θα κλαίτε” – και πράγματι, έτσι έγινε. Άρχισαν οι διορισμοί, οι ίντριγκες...». Τη ρωτήσαμε πού έμειναν όταν πήγαν στον Αλίαρτο: «Στην αρχή μείναμε στο αμέσως επόμενο μεγάλο σπίτι μέσα στους Κήπους». Και συμπλήρωσε: «Φυτεύανε φράουλες και σπαράγγια, σπάνιο είδος τότε, δεν υπήρχαν στην Ελλάδα, και πωλούνταν κατευθείαν στην Αγγλία…». Μας είπε ότι σ’ εκείνο το σπίτι έμειναν για ένα χρόνο, κι έπειτα μετακόμισαν στα Νέα Σπίτια: «Όπως ερχόμαστε από Αθήνα, στα δεξιά ήταν το σπίτι του Ζάγγα [σημερινή στάση Ζάγγα]. Μετά το τρίτο σπίτι πάνω στο δρόμο, δεξιά ήταν τα Νέα Σπίτια». Η κα Χρύσα, ακόμα και σήμερα, παρέμενε εντυπωσιασμένη από τη συνοικία αυτή: «Ήταν μια κατάσταση τελείως εξωπραγματική, ακόμα και για μένα. Τα σπίτια είχαν κήπους που έρχονταν και τους κλάδευαν κηπουροί από τον Οργανισμό. Φανταστείτε, είχαμε πρόβλημα με το θερμοσίφωνα, για παράδειγμα: Ο ηλεκτρολόγος ερχόταν από την πίσω πόρτα, σκούπιζε τα πόδια του, και ζήταγε συγγνώμη που ενοχλούσε!»</p>
<p>Ζητήσαμε από την κα Χρύσα να μας περιγράψει την καθημερινή τους ζωή στον Αλίαρτο: «Με τον άντρα μου κλεφτήκαμε, κι εγώ δεν είχα τίποτα – με τους γονείς μου τότε δε μιλούσα». «Και πώς σας φάνηκε η αλλαγή;» τη ρωτήσαμε. Γέλασε. «Μα ήμουν ερωτευμένη! Περνούσαμε πολύ καλά. Επειδή είχαμε δικό μας σπίτι, κι ήμασταν μόνοι μας, συνέχεια έρχονταν οι φίλοι μας από τη Λιβαδειά – κάθε Κυριακή είχαμε πάρτι. Τις καθημερινές, οι υπάλληλοι έκαναν ένα διάλειμμα στη μία για το μεσημεριανό φαγητό, κι ύστερα πήγαιναν πάλι πίσω στον Οργανισμό, μέχρι τις εφτά. Κοινωνική ζωή δεν είχε ο Αλίαρτος, έτσι μαζευόμασταν κάθε μέρα στα σπίτια, ακούγαμε μουσική και χορεύαμε». «Τι μουσική ακούγατε;» ρωτήσαμε. «Ευρωπαϊκή. Δημοτικά, όχι, καθόλου. Θυμάμαι ότι χορεύαμε σουίνγκ, π.χ., κι άλλα – όμως πάντα ευρωπαϊκά». Τη ρωτήσαμε για τους υπόλοιπους υπαλλήλους της παρέας: «Οι υπάλληλοι ήταν κυρίως απ’ την Αθήνα, αλλά όχι μόνο. Υπήρχαν και πολλοί κοσμοπολίτες – ήταν ένας Ρώσος, π.χ., παλιός αξιωματικός του ρωσικού στρατού – αυτός πάντα μας χαιρετούσε με χειροφίλημα, και είχε τόση πλάκα όταν έλεγε “θα πάρετε ένα <em>μπισκατάκι</em>;”. Άλλοι ήταν Έλληνες από την Αίγυπτο. Αλλά μετά πολλοί φύγαν, κάποιοι για το εξωτερικό – δεν ήταν ικανοποιημένοι από τον Οργανισμό».</p>
<p>Εξηγώντας η ίδια την κοινωνική τους ζωή και το περιβάλλον τους, μας είπε: «Εγώ ήταν γνωστό από πού προερχόμουν. Ο σύζυγός μου ήταν ο μοναδικός υπάλληλος που έκανε παρέα με τους διευθυντές. Κάθε Κυριακή απόγευμα ήμασταν καλεσμένοι σε κάποιο από τα πέντε σπίτια για τσάι, πινάκλ, κι έπειτα φαγητό – γυρίζαμε πίσω στις 12 το βράδυ.</p>
<p>»Με όποιον διευθυντή ερχόταν απ’ την Αθήνα, υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, κάναμε παρέα. Με τους ντόπιους δεν κάναμε παρέα – μόνο με κάποιον που είχε ένα μύλο, ψηλά [ενν. τον Ιωάννου στο Μαλάκι], όπως και με έναν παπά, τον Μανώλη…, πολύ με αυτόν. Διασκεδάζαμε. Επίσης κάναμε παρέα και με τον πρόεδρο του Υψηλάντη – ωραίος τύπος, βάζαμε μεζέδες, περνούσαμε ωραία».</p>
<p>Ρωτήσαμε την κα Χρύσα γιατί έφυγαν από τον Αλίαρτο: «Τον πέμπτο χρόνο έμεινα έγκυος. Την εποχή που γεννήθηκε το παιδί, το επίπεδο των δραστηριοτήτων του Οργανισμού άρχισε να πέφτει. Τότε κάλεσε τον άντρα μου ο κ. Ταβουλάρης, ο οποίος δεν είχε παιδιά και τον αγαπούσε πολύ, και του είπε “Νίκο, έγινες Τμηματάρχης Προμηθειών, την έχεις τελειώσει πια την ιεραρχία, έχεις φτάσει στο ανώτερο που σου επιτρέπει το πτυχίο του Γυμνασίου. Έκανες κι ένα παιδί. Η γυναίκα σου έχει τέτοια μόρφωση και παιδεία που δε θα δεχτεί να μεγαλώσει εδώ ο γιος σου. Να φύγεις, να πας στην ιδιωτική οικονομία, εκεί θα διαπρέψεις. Και να πας στο Πανεπιστήμιο, στην Πάντειο”. “Τώρα στο Πανεπιστήμιο;” λέει ο άντρας μου. “Είμαι μεγάλος”. “Σε πέντε χρόνια” του λέει ο Ταβουλάρης “χωρίς πτυχίο δε θα μπορείς να βρεις δουλειά”. Και πράγματι, όταν ο γιος μας πήγε στην πρώτη δημοτικού, ο άντρας μου έπαιρνε το πτυχίο του».</p>
<p>Μετά τον Οργανισμό, ο σύζυγος έπιασε δουλειά στη ΒΙΑΜΥΛ [βλέπε <a href="https://www.newsbeast.gr">https://www.newsbeast.gr</a>, 11.03.2018], όπου και έμεινε μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. «Πώς βρήκε τη νέα του δουλειά;» ρωτήσαμε. «Τη ΒΙΑΜΥΛ την είχε τότε ο πεθερός ενός φίλου μας. Ο πεθερός του ήταν πολύ μορφωμένος, είχε σπουδάσει εκείνη την εποχή χημικός στην Ελβετία. Κάποια φορά που βρεθήκαμε, ο Νίκος είπε ότι ψάχνει να φύγει από την Κωπαΐδα – είχε, τότε, δυο τρεις επιλογές. Μίλησε φαίνεται εκείνος με τον πεθερό του, και τον κάλεσε σε συνέντευξη μαζί του. Μάθαμε ότι του είχε πει ότι “O Νίκος είναι ένα έντιμο άτομο, κεφάλαιο για την εταιρεία”. Βρεθήκαν, συζήτησαν, “Πότε μπορείς να έρθεις;” ρώτησε τον Νίκο. “Σε δύο μήνες” λέει ο άντρας μου. “Μα – τόσο πολύ;” Του φάνηκε περίεργο. “Αν έφευγα από τη δική σας δουλειά, δε θα έπρεπε πρώτα να εκπαιδεύσω κάποιον να πάρει τη θέση μου;” Πράγματι, γύρισε στον Αλίαρτο και σε δυο μήνες φύγαμε. Κι έτσι κατέβηκε στην Αθήνα, στην αρχή εμπορικός διευθυντής, οικονομικός διευθυντής μετά – έγινε το δεξί χέρι της εταιρείας.</p>
<p>»Όταν μπήκε στη ΒΙΑΜΥΛ» συνέχισε η κα Χρύσα «δεν είχε κανείς πτυχίο – σε πέντε χρόνια δεν υπήρχε κανείς που να μην έχει πτυχίο». Η μετακόμιση έγινε το 1962. Μετακόμισαν σε ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη, στην ίδια πολυκατοικία με τους Σαρρήδες [Φίλης Σαρρής, 1926-2005, δικηγόρος, και Άννα Γκέρτσου-Σαρρή, 1936-2011, συγγραφέας], με τους οποίους και τους έδεσε, έκτοτε, πολύ στενή φιλία. Ξεκίνησε τότε μια νέα εποχή για την οικογένεια της κα Χρύσας, η οποία της έχει επίσης αφήσει τις καλύτερες αναμνήσεις: «Εμείς ήμασταν πάντα πολύ ανοιχτοί – και το σπίτι μας ήταν μεγάλο, των Σαρρήδων ήταν πιο μικρό, μαζευόμασταν όλοι επάνω. Κάθε μέρα το σπίτι μας είχε κόσμο, κουβεντιάζαμε, πήγαινε 4 η ώρα το πρωί. Ο άντρας μου κι ο Φίλης περνούσαν ώρες να συζητούν».</p>
<p>Μας είπε για το παράθυρο του διαμερίσματος που έβλεπε στη Φωκίωνος Νέγρη – ήταν το σήμα τους: «Όταν το παράθυρο αυτό έχει φως» έλεγε ο κ. Νίκος στους φίλους «οποιαδήποτε ώρα της νύχτας χτυπάτε. Αν δεν έχει, σημαίνει ότι κοιμόμαστε». Η κα Χρύσα θυμόταν ατελείωτες μέρες, ατελείωτα βράδια, με το σπίτι γεμάτο κόσμο, «Έβγαινε ο Νίκος με τις πιτζάμες και τους έλεγε να φύγουν και δε φεύγανε – “εσύ κοιμήσου, εμείς θα κάτσουμε” του έλεγαν», θυμόταν ολοζώντανα την πόρτα που χτύπαγε μετά τις 10 και μετά τις 11 το βράδυ. «Θυμάμαι, κάποιο βράδυ, χτυπάει η πόρτα στις 10 η ώρα, ήταν ένας ξάδερφός μου. Περνάει λίγη ώρα, έρχεται ο Σαρρής. Μετά από λίγο, πάλι χτυπάει η πόρτα, έρχεται ο κουμπάρος του Σαρρή. Γυρίζει λοιπόν ο ξάδερφος και λέει του Νίκου “Μα καλά, δε μου λες, την εκδίδεις την ξαδέρφη μου;». Μια άλλη φορά, διηγιόταν, το ζεύγος Κυριακάτη έπρεπε να πάει σε κάτι βαφτίσια. «Ήταν Κυριακή μεσημέρι, μαζεμένοι όλοι οι φίλοι, μεζέδες, τα παιδιά, κουβέντα... Τους λέμε “Τι θα γίνει, πρέπει να φύγουμε”, “Ε, φύγετε” μας λένε “και πάρτε και τα παιδιά μαζί – πηγαίνετε εσείς στα βαφτίσια, κι όταν γυρίσετε θα ’μαστε εδώ”. Και πήραμε πράγματι τα παιδιά, πήγαμε στα βαφτίσια, μείναν εκείνοι, κι όταν γυρίσαμε είχαν φτιάξει φαΐ, ήταν όλοι μαζεμένοι... Περνούσαμε πολύ όμορφα εκείνα τα χρόνια. Μετά χωρίσαμε, η Άννα πήγε στην Κηφισιά, εμείς φτιάξαμε αυτό το σπίτι...»</p>
<p>«Και μετά απ’ όλα αυτά» τη ρωτήσαμε «πού θα λέγατε ότι ήταν καλύτερα; Στην Κυψέλη ή στον Αλίαρτο;» Η κα Χρύσα δε δίστασε καθόλου: «Στον Αλίαρτο!... Ενώ δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο, ενώ ήταν ένα χωριό, εμείς είχαμε μια ωραία παρέα, από ανθρώπους υψηλού επιπέδου, κάναμε ωραίες κουβέντες». Τι συζητούσατε; ρωτήσαμε. «Διάφορα πράγματα. Θα μιλούσαμε για πολιτική, για λογοτεχνία – είχαμε στην παρέα τη σύζυγο ενός υπαλλήλου που ήταν φιλόλογος, δε δίδασκε τότε, αργότερα δούλεψε –, για θέματα της εταιρείας».</p>
<p>Ρωτήσαμε την κα Χρύσα αν γνώριζε τον Μαράκη: «Ακουστά μόνο, σαν όνομα», κι επανέλαβε ότι δεν έκαναν παρέες με ντόπιους πέρα απ’ τον Ιωάννου, απ’ τον παπά, κι ένα γιατρό που έμενε απέναντί τους, μάλλον Κόλιας – «Πολύ συμπαθητική η γυναίκα του, κάναμε παρέα».</p>
<p>«Βέβαια» συνέχισε η κα Χρύσα «ήταν πολύ πρωτόγονα τα πράγματα εκεί. Όταν έπρεπε να κάνει το παιδί την ένεση, κατεβαίναμε στην Αθήνα. Και είχε πάρει ο γιατρός ένα λεμόνι, και μου ’δειχνε πώς να κάνω την ένεση μόνη μου. Κι έπρεπε τώρα εγώ, μετά το λεμόνι να κάνω ένεση στο παιδί! Στον Αλίαρτο χανόταν ο γιατρός. Είχε και δυο τρία σκυλιά, άμα κλεινότανε στο σπίτι δεν τον έβρισκες».</p>
<p>Αργότερα, μετά τον πρώτο ενάμισι χρόνο κατά τον οποίο οι σχέσεις με την οικογένεια της κα Χρύσας είχαν κοπεί εξαιτίας του γάμου της, όταν άρχισαν και πάλι να μιλάνε, η κοινωνική ζωή του ζεύγους περιλάμβανε πια κι επισκέψεις από τη μία οικογένεια στην άλλη. Τη ρωτήσαμε αν στον Αλίαρτο πήγαιναν στην εκκλησία: «Όχι, στον Αλίαρτο όχι. Σχεδόν κάθε Σάββατο ερχόταν ένα ταξί, και μας έπαιρνε εμάς και δύο ακόμα υπαλλήλους του Οργανισμού, και πηγαίναμε στη Λιβαδειά. Εκεί πηγαίναμε στην εκκλησία. Και είτε θα κοιμόμασταν εκεί – στην πεθερά μου όσο δε μίλαγα με τους γονείς –, θα βγαίναμε το σαββατόβραδο, θα βλέπαμε τους φίλους και θα επιστρέφαμε την επόμενη μέρα, είτε θα γυρνούσαμε το βράδυ του Σαββάτου». Τη ρωτήσαμε πού έμενε στη Λιβαδειά, και μας είπε ότι το πατρικό της ήταν ένα διώροφο, το σπίτι που έχει γίνει τώρα «Το σπίτι του σκιέρ».</p>
<p>Έπειτα τη ρωτήσαμε αν θυμόταν να αναφέρει ο σύζυγος προβλήματα σε σχέση με τον Οργανισμό. Το πρώτο που της ήρθε στο νου δεν ήταν πρόβλημα, αλλά σχετιζόταν με τον εξοπλισμό του Οργανισμού: «Έζησα όλη την ιστορία πώς έγινε το αντλιοστάσιο. Ήταν υπεύθυνος ο άντρας μου, στο τμήμα των Προμηθειών. Ήταν αγορά μηχανημάτων πολύ υψηλού κόστους, κι εκείνος, με τη σκέψη του και μόνο, γλίτωσε τον Οργανισμό από πόσων ετών τους μισθούς. Όταν ολοκληρώθηκε η αγορά, πήρε προαγωγή». Τη ρωτήσαμε από πού έρχονταν τα μηχανήματα: «Από τη Γερμανία. Θυμάμαι τη SIEMENS, αλλά ήταν κι άλλες εταιρείες». Θυμόταν τους αντιπροσώπους της SIEMENS και των άλλων εταιρειών που επισκέπτονταν τον Οργανισμό. Και, όσον αφορά την πορεία γενικά του Οργανισμού, μας είπε: «Το 1956 ακόμα υπήρχαν προοπτικές. Το ’60 όχι. Όλοι φύγανε. Εγώ είχα έναν συμμαθητή, Ταξιάρχη Παπαϊωάννου, που έμεινε – αλλά ήταν εξαίρεση». «Πόσα άτομα εργάζονταν στον Οργανισμό συνολικά;» ρωτήσαμε. «Πολλοί, πάρα πολλοί» απάντησε. «Εξήντα ήταν μόνο οι γεωπόνοι. Δε θα ήταν άλλοι εξήντα και οι υπάλληλοι των γραφείων; Μόνο των γραφείων...»</p>
<p>Της ζητήσαμε ύστερα να μας περιγράψει τη ζωή της στη Λιβαδειά. Πρώτα μας διηγήθηκε μια ιστορία από τους πρώτους μήνες του γάμου της, ο οποίος την είχε φέρει σε τόση κόντρα με την οικογένειά της: «Κι εγώ κι η αδερφή μου μαθαίναμε γαλλικά. Όταν παντρεύτηκα ήταν Φεβρουάριος, κι οι εξετάσεις ήταν το Μάιο. Εγώ, φυσικά, τα άφησα τα γαλλικά, έφυγα. Η αδερφή μου είχε παντρευτεί τον Απόστολο Λιανό, [αργότερα] του ΠΑΣΟΚ, αλλά συνέχισε τα μαθήματα κανονικά, και πέρασε με άριστα. Εγώ πήγα το Μάιο και έδωσα έτσι, χωρίς διάβασμα, και πέρασα με passable. Διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου ήταν τότε ο Ροζέ Μιλλιέξ [1913-2006. Γάλλος φιλόλογος, καθηγητής στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας από το 1936, διανοούμενος και φιλέλληνας], που είχε παντρευτεί την Τατιάνα, μαθήτριά του [Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, 1920-2005, πεζογράφος]. Όταν ήρθε στη Λιβαδειά για να δώσει τους επαίνους, στο κινηματοθέατρο ΑΡΜΟΝΙΑ, δίνει το βραβείο στην αδερφή μου κι ύστερα με έψαχνε κι εμένα – εγώ έλειπα, δεν είχα λόγο να βρίσκομαι εκεί. “Πού είναι;” ρωτάει την αδερφή μου, κι εκείνη του είπε ότι έχω παντρευτεί και πώς. Του Μιλλιέξ αυτά του άρεσαν, γιατί κι εκείνος είχε παντρευτεί τη μαθήτριά του. Κι όταν, αργότερα, με συνάντησε, μου λέει: “Κάθε φορά που θα λέτε την ιστορία σας, θα είναι επίκαιρη”».</p>
<p>Τη ρωτήσαμε για την οικογένειά της, τη θέση τους και τη ζωή τους στη Λιβαδειά: «Ο πατέρας μου ήταν από τους μεγαλύτερους βαμβακέμπορους στη Λιβαδειά, μαζί με τους δύο αδερφούς του, και έκαναν και εξαγωγές. Στην αρχή εμπορεύονταν υφάσματα. Όταν άρχισαν το εμπόριο βαμβακιού, οι τρεις αδερφοί ανέλαβαν πόστα: Ο πατέρας μου, ο Γιώργης, είχε αναλάβει τα εκκοκιστήρια και τους παραγωγούς, ο ένας θείος μου το γραφείο στην Αθήνα – μαζί με τον Κατσάμπα – και ο άλλος θείος την επικοινωνία με τους εμπόρους. Αυτό κράτησε μέχρι το 1935. Έπειτα ο Μεταξάς κατάργησε τους συνεταιρισμούς, και οι αδερφοί Θοεδωρόπουλοι βρέθηκαν με πολλά λεφτά στην τράπεζα και χωρίς δουλειά. Αγόρασαν τότε ένα τσιφλίκι στη Θεσσαλία 1.200 στρέματα, και πάλι κι οι τρεις μαζί, κι έβαλαν στα 600 στρέματα σιτάρι και στα 600 στρέματα βαμβάκι. Είχαν χρήματα, αγόρασαν αμέσως μηχανήματα κι έκαναν μηχανοκαλιέργεια, είχαν εκεί μόνιμα δύο γεωπόνους – πολύ καλή δουλειά». Τη ρωτήσαμε τι απέγινε αυτό το τσιφλίκι, και μας είπε ότι αργότερα, όταν μπήκαν τα παιδιά των αδερφών στο Πανεπιστήμιο ή παντρεύτηκαν, το πούλησαν και μοίρασαν τα χρήματα στα έξι παιδιά τους: κανένα δεν είχε ακολουθήσει τη γεωπονία ή κάτι αντίστοιχο για να συνεχίσει.</p>
<p>Θέλοντας να τονίσει το πόσο ενωμένα ήταν τα αδέρφια μεταξύ τους, μας είπε πως, όταν είχαν πια εγκατασταθεί στη Λιβαδειά, έφεραν μαζί τους και την αδερφή τους, που είχε μείνει στο Δίστομο παντρεμένη με έναν τσέλιγκα. Της έχτισαν σπίτι και αγόρασαν για τους δύο γιους της από ένα φορτηγό για να δουλέψουν – «Αλλά ήταν χαραμοφάηδες αυτοί, τα έφαγαν» γέλασε η κα Χρύσα. Θυμήθηκε ότι δεν οδηγούσαν καλά, κι όταν οι θείοι έλεγαν στον ανιψιό τους να προσέχει γιατί «Θα σε σκοτώσουν», εκείνος, ανέμελος, απαντούσε: «Πάσα γη τάφος».</p>
<p>Η κα Χρύσα είχε κρατήσει πολύ ζωντανή τη μνήμη του θείου της του τσέλιγκα: «Ο τσέλιγκας ερχόταν στη μαμά μου. Είχαμε τότε αυτές τις σόμπες, τις “σαλαμάνδρες”, με τη ζελατίνη μπροστά, που έκαιγαν ανθρακίτη. Αυτές τις άναβες μια φορά τον Οκτώβριο κι έσβηναν Μάιο. Ο τσέλιγκας καθόταν δίπλα στη σόμπα, κρατούσε την γκλίτσα του και σφύριζε. Κια, θυμάμαι, όταν ήμουν 15 χρονών, μου λέει “Μαρή, κοίταν μη σε παντρέψει αυτός ο γέρος ο χτικιάρης με κάνα γέρο με λεφτά. Εσένα πρέπει να σε πάρει λεβέντης και να σ’ αγαπάει”. Κι ήρθε η ώρα, και με αρραβώνιασαν με ένα γέρο φαρμακοποιό στην Αθήνα. Αυτός 43, εγώ 22. Δε σκέφτηκε καν να με ρωτήσει. Εγώ δύο φορές τον είχα δει, και δυο φορές είχα πει “Δεν θέλω”. Την Τρίτη φορά ήρθε ο πατέρας μου και μου είπε ότι “πιάσανε τα χέρια”. Εγώ έραψα τότε στη μοδίστρα ένα φόρεμα, πήγαμε στην Αθήνα για τον αρραβώνα, κι εκεί συναντήθηκα με τον Νίκο. Τρεις ώρες κουβεντιάζαμε, τρεις ώρες προσπαθούσε να με πείσει να πάω μαζί του. “Αν πεθάνει ο πατέρας μου, θα πεθάνω κι εγώ” έλεγα. Και μου λέει ο Νίκος “Θα πεθάνουμε μαζί”».</p>
<p>«Δεν μπόρεσα να τη διηγηθώ ποτέ αυτή την ιστορία» είπε η κα Χρύσα. «Κλεφτήκαμε, κι όταν παντρεύτηκα, ο πατέρας μου μου έγραψε ένα γράμμα και μου ’λεγε “Χώρισε, κι έλα εδώ να παντρευτείς όποιον θέλεις”. Κι όταν γνώρισε τον άλλο γαμπρό, της Λιάνας, της αδερφής μου, του λέει “Να αρραβωνιαστείς αυτή τη στιγμή και σου δίνω όλη μου την περιουσία”. Αλλά, φυσικά, ο γαμπρός μου δεν το δέχτηκε αυτό. “Σε έξι μήνες θα το έχεις μετανιώσει” είπε στον πατέρα μου».</p>
<p>Μας είπε ότι ο πατέρας της ήταν πολύ αυστηρός. Θυμήθηκε ότι, όταν τελείωσε η αδερφή της το σχολείο, του είπε: «Θέλω να μπω στη Νομική, αλλά πες μου από τώρα αν θα με αφήσεις να πάω». Κι εκείνος της απάντησε: «Να μη δώσεις εξετάσεις, γιατί θα περάσεις και δε θα πας». Κι όταν η Λιάνα παντρεύτηκε, ζήτησε από τον άντρα της αυτό που ήθελε πιο πολύ: να ολοκληρώσει τις σπουδές της.</p>
<p>Η μητέρα της κα Χρύσας, πάλι, ήταν «πολύ τρυφερή, με ποιότητα». Καθώς ο πατέρας ήταν πολύ ζηλιάρης, η μητέρα δίπλα του «βασανιζόταν».</p>
<p>Πέρα από την αυστηρότητά του, πάντως, ο πατέρας ήθελε οι κόρες του να μορφωθούν και, ιδίως, να μάθουν γλώσσες. «Εκείνη την εποχή οι κοπέλες δε μάθαιναν γαλλικά. Ξεκινήσαμε τριάντα και μόνο τέσσερις τελειώσαμε». Οι άλλες, μας είπε, είτε κουράζονταν είτε παντρεύονταν και σταματούσαν. Ο πατέρας τους, θυμάται η κα Χρύσα, συνήθιζε να λέει στις κόρες τους: «Δυο μήνες λείπω στα χωράφια. Από σας, θέλω μονάχα καλές επιδόσεις».</p>
<p>Έπειτα ρωτήσαμε την κα Χρύσα τι σχέσεις είχε με τη Θήβα. «Εγώ από τη Θήβα ήξερα μόνο τον Νότη το Σταυρή. Δεν είχαμε σχέσεις με Θηβαίους – δεν ξέρω κανέναν». Γέλασε, θυμήθηκε ένα τσιτάτο που έχουν οι Λιβαδείτες: «Λένε ότι όταν πας στη Λιβαδειά, οι Λιβαδείτες είναι πολύ φιλόξενοι, σου λένε “Καλωσόρισες” – κι όταν πας στη Θήβα, οι Θηβαίοι σου λένε “Βρε, καλωσόρισες, πότε θα φύγεις;”».</p>
<p>Η επόμενη ερώτηση αφορούσε τη Λιβαδειά σε σχέση με την Κωπαΐδα: «Είχαν χωράφια οι Λιβαδείτες στην Κωπαΐδα; Από τους Άγγλους, ήδη;». Η απάντηση ήταν αρνητική: «Επί Άγγλων οι Λιβαδείτες δεν είχαν χωράφια – τα χωριά είχαν. Το μόνο που υπήρχε στη Λιβαδειά από την Εταιρεία ήταν το γραφείο του Καρόζου. Τα χωριά όμως είχαν, σίγουρα. Θυμάμαι ότι πάντρευαν οι χωριανοί τα παιδιά τους κι έδιναν προίκα, π.χ. 20 στρέματα, από την Κωπαΐδα». «Πώς κι έτσι;» ρωτήσαμε. «Πώς και δεν είχαν χωράφια οι Λιβαδείτες;» «Οι Λιβαδείτες είχαν δικό τους κάμπο» μας είπε. «Είχαν τα χωράφια γύρω από τη Λιβαδειά». «Εσείς; Ο πατέρας σας;» συνεχίσαμε. «Είχαμε, πολύ λίγα στρέματα όμως, 50-60 στρέματα, κοντά στον Άγιο Δημήτρη».</p>
<p>Σε αυτό το σημείο επιστρέψαμε στον Αλίαρτο: «Τον Τρούγκα τον γνωρίζατε;» ρωτήσαμε. Η κα Χρύσα δε φάνηκε να αναγνωρίζει ούτε καν το όνομα: «Τρούγκα; Όχι, δε μου λέει τίποτα». Της είπαμε ότι ήταν εργάτης στον Μαράκη, κι ήταν ένα πρόσωπο που φαίνεται να αγαπούσε όλος ο κόσμος. Και η κα Χρύσα, σκεφτόμενη τους εργάτες του Αλιάρτου, θυμήθηκε: «Το απόγευμα που τελειώνανε τα γραφεία, και πριν θερίσουν τα στάχυα, περνούσα από ένα δρόμο όπου βρίσκονταν οι παράγκες των εργατών – ξέρετε, αυτές οι τσίγκινες... Ακόμα θυμάμαι τι ωραία που μύριζε το φαγητό, μαγειρεμένο λαδερό φαγητό...»</p>
<p>«Εσείς θα ζούσατε σε αυτές τις παράγκες;» τη ρωτήσαμε. Η απάντηση ήταν κάθετη: «Όχι, δε θα ζούσα». «Ούτε αν ήσασταν ερωτευμένη;». Χαμογέλασε: «Ούτε. Δεν ήμουν μαθημένη έτσι εγώ». Η κα Χρύσα φάνηκε να έχει πλήρη συνείδηση της θέσης της: «Όταν μου έλεγε ο Νίκος να έρθω μαζί του στον Οργανισμό, του έλεγα “Εγώ τι να έρθω να κάνω στον Αλίαρτο; Εγώ την γκαζιέρα δεν ξέρω ν’ ανάβω”. Και πώς να ξέρω» συνέχισε «στη Λιβαδειά είχα υπηρέτρια». Γέλασε, και θυμήθηκε το άγχος που είχε σε κάποια περίσταση που χρειάστηκε να μαγειρέψει και να κάνει το τραπέζι σε καλεσμένους: «Κάποια μέρα, ο Κονίτσας, που ήταν τότε στο υπουργείο Συγκοινωνιών, ήρθε μαζί με τον πρόεδρο της Βουλής, τον Πλατή από τη Λαμία, για κάποια εγκαίνια στον Αλίαρτο. Λέει ο Πλατής στον άντρα μου “Εγώ μόνο την κορδέλα θα κόψω, και θα φύγω, θα έρθω σπίτι σας να φάω. Πες στη Χρύσα να φτιάξει ένα φαγητό”. Θυμάμαι, έφτιαξα ντολμάδες και κοτόπουλο με πατάτες – είχαμε μιλήσει πια τότε ξανά με τους γονείς μου, είχαμε και περισσότερα λεφτά, είχαμε επιπλώσει το σπίτι. Λοιπόν, στο Χρυσό είχαμε κτήματα με ελιές, κι εκεί βγάζουν αυτές τις μεγάλες, τις λαδοελιές, μεγάλες σαν φυρίκια. Ο Κονίτσας ήταν από την Αράχωβα, κι εκεί έχουν κάτι ελιές τόσες δα. Στρώνω το τραπέζι, βγάζω κι ένα βαθύ πιάτο με 10-15 ελιές. Τις κοίταζαν. “Tι ’ναι αυτά;” ρωτάει ο Κονίτσας, “Ελιές είναι” λέω. Παίρνει εκέινος δυο πιάτα, τις μοιράζει με τον Πλατή, ξεκίνησαν πρώτα με τις ελιές κι ύστερα έφαγαν».</p>
<p>Τη ρωτήσαμε πώς ήταν στην αρχή το σπίτι τους στους Κήπους. Μας είπε ότι ήταν ένα μεγάλο σπίτι, αριστερά από τα αμφιθεατρικά σκαλιά. «Μέναμε δυο οικογένειες, δυο ζευγάρια. Είχαμε ένα τεράστιο δωμάτιο, και το σπίτι είχε μέσα όμορφα τζάκια. Το σπίτι απέξω, γύρω γύρω, ήταν χτισμένο με κόκκινο πυρότουβλο». Τη ρωτήσαμε αν είχαν υπηρέτες. «Όχι, δεν υπήρχε υπηρετικό προσωπικό» είπε. Θυμήθηκε τον τότε διευθυντή: «Ένας γεωπόνος ήτανε, ζώον όρθιο, και μόνο αυτός είχε κάνα δυο που του έκαναν τις δουλειές, ντόπιες γυναίκες». Συνέχισε εξηγώντας μας γιατί έφυγαν από κει: «Εγώ είχα μάθει απ’ τη μαμά μου ότι μόλις ξυπνήσω έπρεπε να μαγειρέψω – πήγαινα για ψώνια κι έφτιαχνα το φαΐ. Κι όταν το μεσημέρι ερχόταν ο άντρας μου, το φαΐ ήταν έτοιμο κι έτρωγε. Ο άλλος, Βούδιμος λεγόταν, που έμενε μαζί μας, ερχόταν απ’ τη δουλειά και περίμενε – η γυναίκα του ξεκινούσε το μαγείρεμα στις 12 η ώρα. Παραπονιόταν εκείνος, της έλεγε “δε βλέπεις το κορίτσι”… E, αυτή έβαλε λόγια, και μας έδωσαν τελικά το σπίτι στα Νέα Σπίτια. Και, θυμάμαι, αφού είχαμε φύγει, την είδα μια φορά στο δρόμο, κι έκανε τη στενοχωρημένη, πως μας έδιωξαν απ’ το μεγάλο σπίτι, και πώς είμαστε... “Δε βαριέστε κυρία Βουδίμου” της λέω “εγώ από δικό μου σπίτι έφυγα και σε δικό μου θα καταλήξω – εγώ από δω είμαι περαστική”. Μικρή ήμουνα, αλλά ήξερα να απαντήσω» κατέληξε η κυρία Χρύσα.</p>
<p>Εδώ ουσιαστικά η συνέντευξη τελείωσε. Παρόλα αυτά η κουβέντα συνεχίστηκε για λίγο, χωρίς σύστημα. Η κα Χρύσα δεν είχε κανένα πρόβλημα, αντιθέτως έμοιαζε να θέλει πραγματικά να συνεχίσουμε τη συνέντευξη, αν και είχαν ήδη περάσει δύο ώρες. Πολύ πρόθυμη, μας έδωσε ένα χειρόγραφό της δωδεκασέλιδο στο οποίο μετά από παρότρυνση του ανιψιού της κατέγραψε πριν από δύο περίπου μήνες την ιστορία της οικογένειάς της, μας μίλησε για ένα ταξίδι στη Ρωσία με τον Σύλλογο Λιβαδειτών και μας έδωσε το περιοδικό τους, και, τέλος, μας δάνεισε το μοναδικό αντίτυπο που είχε του βιβλίου <em>Η καλλιέργεια του μπαμπακιού</em> της Ελισάβετ Σακελλαριάδου [Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1982], διηγήματα στην ντοπιολαλιά της Λιβαδειάς. Η καλύτερη στιγμή της κυρίας Χρύσας ήταν όταν είχαμε πια σηκωθεί και πηγαίναμε προς την πόρτα – όταν ξανάγινε τυπική Λιβαδείτισσα, και μιλώντας άπταιστα στη διάλεκτο του τόπου, μας διηγήθηκε δυο ανέκδοτα που λένε μεταξύ τους οι Λιβαδείτες.</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%87%cf%81%cf%8d%cf%83%ce%b1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ac%cf%84%ce%b7-%ce%ba/">Προφορική μαρτυρία: Χρύσα Κυριακάτη, κάτοικος Αλιάρτου 1956-1962</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προφορική μαρτυρία: Λεωνίδας Ντόβολος, κάτοικος Μουλκίου Αλιάρτου.</title>
		<link>https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82-%ce%bd%cf%84%cf%8c%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%bf/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 21 Sep 2018 08:11:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ιστορική κοινωνιολογία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2838</guid>

					<description><![CDATA[<p>Λεωνίδας Ντόβολος, περίπου 55 ετών, μόνιμος κάτοικος Μουλκίου, πωλητής φρούτων στη λαϊκή αγορά. 21 Ιουλίου 2009, Αλίαρτος, Μούλκι, στο σπίτι του κ. Λεωνίδα. Σχεδόν απέναντι από το σπίτι του κ. Λεωνίδα βρίσκεται το εγκαταλελειμμένο, πια, εκκοκκιστήριο του Κοντογιώργη, κάτι που αποτέλεσε την αφορμή για τη συνάντησή μας. Στη συνέντευξη όμως αυτή, ο κ. Λεωνίδας μπόρεσε &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82-%ce%bd%cf%84%cf%8c%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%bf/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Προφορική μαρτυρία: Λεωνίδας Ντόβολος, κάτοικος Μουλκίου Αλιάρτου."</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82-%ce%bd%cf%84%cf%8c%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%bf/">Προφορική μαρτυρία: Λεωνίδας Ντόβολος, κάτοικος Μουλκίου Αλιάρτου.</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2838"></span>Λεωνίδας Ντόβολος, περίπου 55 ετών, μόνιμος κάτοικος Μουλκίου, πωλητής φρούτων στη λαϊκή αγορά. 21 Ιουλίου 2009, Αλίαρτος, Μούλκι, στο σπίτι του κ. Λεωνίδα.</p>
<p>Σχεδόν απέναντι από το σπίτι του κ. Λεωνίδα βρίσκεται το εγκαταλελειμμένο, πια, εκκοκκιστήριο του Κοντογιώργη, κάτι που αποτέλεσε την αφορμή για τη συνάντησή μας. Στη συνέντευξη όμως αυτή, ο κ. Λεωνίδας μπόρεσε να μας δώσει και μια καλή εικόνα της εξέλιξης της συγκεκριμένης αυτής περιοχής του Αλιάρτου, περίπου από το 1950 και μετά.</p>
<p>«Εσείς από πού είσαστε και πότε εγκατασταθήκατε εδώ;» ρωτήσαμε τον κ. Λεωνίδα.</p>
<p>«Εγώ είμαι Βλάχος, και ήρθαμε εδώ το 1960, σε μια εσωτερική μετανάστευση πριν από αυτήν των Ευρυτάνων το 1964 [-1966]».</p>
<p>«Είστε Βλάχος ή Σαρακατσάνος;»</p>
<p>«Βλάχος. Υπάρχει διαφορά μεταξύ Σαρακατσαναίων και Βλάχων. Οι Σαρακατσαναίοι είναι αυτοί που το χειμώνα φεύγαν απ’ τα βουνά κι έρχονταν στην Κωπαΐδα για χειμαδιό. Οι Βλάχοι μένανε μόνιμα στ’ Άγραφα. Εμείς τα βλάχικα δεν τα ξέρουμε, είναι όμως μια ξεχωριστή γλώσσα φτιαγμένη από τα ρουμάνικα, τα αρβανίτικα και την ελληνική, γιατί οι Βλάχοι ταξίδευαν από τη Ρουμανία στην Ελλάδα. Έπιαναν την Πίνδο, περνούσαν στην Αλβανία, μετά στη Γιουγκοσλαβία κι έφταναν στη Ρουμανία. Κι έτσι φτιάχτηκε και η γλώσσα τους. Οι γονείς μου την ήξεραν, δεν τη μίλαγαν όμως. Κι εγώ καταλαβαίνω λίγο, αλλά όχι πολλά πράγματα. Οι Βλάχοι έχουν πολλά συνθηματικά, έχουν δικούς τους κώδικες».</p>
<p>«Πώς ήταν εδώ η περιοχή το 1960, όταν ήρθατε εσείς;»</p>
<p>«Υποβαθμισμένη. Το 1960 όλη η περιοχή εδώ ήταν υποβαθμισμένη, με εξαίρεση το σημείο εκείνο στον κεντρικό δρόμο όπου ήταν τα γραφεία του Οργανισμού [Κωπαΐδας] και είχε κίνηση».</p>
<p>«Την ίδια περίοδο με σας ήρθε κι άλλος κόσμος;»</p>
<p>«Μέχρι το ’65 έρχονταν δικοί μας [ενν. Βλάχοι]. Έρχονταν είτε από τη Θήβα να δουλέψουν εποχιακοί στον Οργανισμό, στο καλαμπόκι, στο βαμβάκι, είτε, αργότερα, έρχονταν για τη βιομηχανική περιοχή της Θήβας».</p>
<p>«Ποιο είναι το όνομα αυτής της συγκεκριμένης περιοχής; Εδώ που είναι το σπίτι σας;»</p>
<p>«Εδώ λέγεται Τσαπρινιά. Όταν ήρθαμε υπήρχε η οδός Καραϊσκάκη και μόνο τρία τέσσερα σπίτια».</p>
<p>«Τα Νέα Σπίτια υπήρχαν;»</p>
<p>«Ναι, αυτά υπήρχαν. Δεξιά ήταν όλα τα σπίτια του Οργανισμού, αριστερά όποιος μπορούσε να χτίσει έχτιζε. Ήταν, ας πούμε, του Παπαδημητρίου, του Μιχάλαινα, αυτά αραιά μεταξύ τους. Κάθε 60-70 μέτρα υπήρχε κι ένα σπίτι. Αυτοί που σας λέω είχανε πλούσια σπίτια».</p>
<p>«Πώς κι έτσι; Θεωρούνταν εδώ καλή περιοχή;»</p>
<p>«Καλή περιοχή ήταν το ίσιωμα. Στην πέτρα πάνω πώς να χτίσεις. Όμως όλα τα σπίτια ήταν πλίθινα, και εδώ και στο Μούλκι, που αρχίζει κάτω από τις γραμμές. Όταν έγινε ο σεισμός το ’81, τα σπίτια γκρεμίστηκαν και τότε ξαναχτίστηκαν καινούρια».</p>
<p>«Πείτε μας λίγο πιο αναλυτικά για την Τσαπρινιά. Τι σημαίνει το όνομα; Πώς εξελίχτηκε;»</p>
<p>«Τσαπρινιά ήταν μαυροματέικα χωράφια που τα καλλιεργούσαν. Όταν έγινε ο δρόμος, τα έκοψαν και τα πουλούσαν σαν οικόπεδα. Εμείς αγοράσαμε το οικόπεδο το ’73».</p>
<p>«Τα χωράφια αυτά οι Μαυροματέοι τα είχαν από τη διανομή της Κωπαΐδας;»</p>
<p>«Όχι, μάλλον από την πρώτη μοιρασιά, τότε με τους αγωνιστές [ενν. του 1821]. Ήταν ιδιώτες. Εκτός από το χωράφι του Πάικου, τα υπόλοιπα τα είχαν Μαυροματέοι».</p>
<p>«Η λίμνη μέχρι πού έφτανε;»</p>
<p>«Έφτανε μέχρι τον Κηφισό, εδώ πιο κάτω. Εκεί που είναι σήμερα το ΚΤΕΟ ήταν η μύτη της λίμνης, ήταν κόλπος – κι ακόμα και σήμερα έχει άμμο εκεί».</p>
<p>«Συνολικά ο Αλίαρτος πώς ήταν την εποχή εκείνη;»</p>
<p>«Ένα μικρό χωριό ήταν ο Αλίαρτος. Υπήρχε το κέντρο, ο Κριμπάς, όπου εκεί ήταν το χάνι του Πρωτόπαπα, του παππού του Σωτήρη».</p>
<p>«Πού ακριβώς βρισκόταν αυτό το χάνι;»</p>
<p>«Ήταν λίγο πιο μέσα απ’ τον κεντρικό, πίσω από κει που είναι σήμερα τα σουβλάκια. Δεν ήταν μεγάλο, πέντε επί πέντε. Υπήρχε έπειτα το χάνι του Καρβούνη, το εστιατόριο του Κομίνη… Σ’ αυτόν σταματούσαν και τα ΚΤΕΛ, ήταν και πρακτορείο».</p>
<p>«Πόσων χρονών ήσασταν εσείς όταν ήρθατε εδώ;»</p>
<p>«Το ’60 πήγαινα έκτη δημοτικού. Μετά πήγα στο γυμνάσιο ως το 1962. Μετά δούλευα, σε χωράφια, σε μαγαζιά, όπου υπήρχε δουλειά. Η «Γη της Επαγγελίας» ήταν εδώ ως το ’74, όλοι εδώ δουλεύανε. Αλλά δεν την προσέξανε την περιοχή».</p>
<p>Στο σημείο αυτό παρενέβη και η γυναίκα του κ. Λεωνίδα.</p>
<p>«Ήταν πραγματικά η Γη της Επαγγελίας, είχε δουλειά. Αλλά… Ορισμένοι που ήταν κεφαλαιοκράτες, άρχοντες, κοίταξαν άλλα συμφέροντα».</p>
<p>«Τι νομίζετε ότι φταίει που δεν αναπτύχθηκε ο Αλίαρτος;»</p>
<p>Ο κ. Λεωνίδας εδώ ήταν απόλυτος: «Η Θήβα και η Λιβαδειά δεν άφησαν να αναπτυχθεί ο Αλίαρτος. Εφόσον είχε 200.000 στρέμματα χωράφια, χρειαζότανε να γίνει εδώ μια Γεωπονική Σχολή. Κι όλοι τους αυτό υπόσχονταν, συνέχεια. Πριν από δέκα χρόνια σταμάτησαν οι πολιτικοί να το συζητάνε. Και ούτε τον Οργανισμό πρόσεξαν. Ο Οργανισμός είχε 200-300 εργάτες, και με τους εποχιακούς θα έφταναν, σαν να λέμε, τους 400-500. Από τον Πλάτανο ως εκεί που γίνεται σήμερα η λαϊκή ήταν όλο παράγκες. Είχε ζώα. Έκαναν πειράματα για αναπαραγωγή… Σκεφτείτε ότι ο Οργανισμός είχε μέχρι και δικό του υπάλληλο που μάζευε τα σκουπίδια, το ’60, με το κάρο. Είχαν τους Κήπους – 3-4 κηπουροί δούλευαν στους Κήπους, παράδεισος ήταν. Δε θα μπορούσαν να κάνουν εκεί ένα περίπτερο, να πηγαίνει ο κόσμος, να σταματάνε τα ΚΤΕΛ; Τα ρήμαξαν όλα».</p>
<p>«Πριν έρθετε εσείς πώς ήταν η περιοχή;»</p>
<p>«Εδώ στην αρχή, ως το ’55 περίπου, έμεναν μόνο Αρβανίτες. Το ’55 ήρθε ο Κολοβός, ήρθαν κι οι πρώτοι Βλάχοι, οι Καρανασαίοι. Απ’ τις γραμμές όμως και κάτω ήταν Αρβανίτες. Αυτοί ήρθαν όταν έγινε η αποξήρανση. Οι πιο πολλοί εδώ έχουνε καταγωγή από το Μαυρομάτι κι από τα γύρω χωριά. Το Μούλκι δεν είναι και πολύ παλιό χωριό. Πιο παλιά μπορεί να υπήρχαν καλύβια για τα ζώα, όχι όμως σπίτια, χωριό. Βαλμαριό [Σαρακατσάνικη έκφραση για τα ζώα της στάνης] το είχανε, δέναν τα γαϊδούρια και τα άλογα».</p>
<p>«Γίνονταν και παζάρια ζώων στο Μούλκι;»</p>
<p>«Όχι, τα παζάρια γίνονταν στον Ορχομενό, στη Θήβα και στη Λιβαδειά».</p>
<p>«Οι σχέσεις των κατοίκων μεταξύ τους πώς ήταν;»</p>
<p>«Καλές ήταν… Ε, μικροπροβλήματα υπήρχαν, αλλά γενικά ήταν καλές».</p>
<p>«Τι είδους προβλήματα;»</p>
<p>«Οι Μουλκαίοι ήθελαν τους εσωτερικούς μετανάστες, τους Βλάχους, για δουλειά. Είχαν πέντε στρέμματα χωράφι και νόμιζαν πως κάτι ήταν, γιατί οι Βλάχοι δεν είχαν τίποτα. Κι εμείς, που ήρθαμε εδώ το ’60, δεν είχαμε λεφτά. Δουλέψαμε όμως, δουλεύαμε κάθε μέρα. Αν δουλεύεις κάθε μέρα για 10-15 μέρες, βγάζεις λεφτά και τα έχεις στην τσέπη. Ενώ ο ντόπιος περίμενε τον έμπορο να του δώσει τα λεφτά. Θα περίμενε πότε να πουλήσει το βαμβάκι και πότε το στάρι. Κι <em>αν</em> τα έπαιρνε τα λεφτά. Είναι όπως με τους Αλβανούς σήμερα. Λέμε “Α, Αλβανός είναι αυτός”, αλλά έρχονται οι Έλληνες στη λαϊκή κι αγοράζουν πέντε, δέκα ευρώ. Έρχεται ο Αλβανός και γεμίζει τις σακούλες μήλα, κι αφήνει είκοσι, είκοσι πέντε. Γιατί οι Αλβανοί δουλεύουν, κι έχουν λεφτά στην τσέπη».</p>
<p>«Εκτός από τον Οργανισμό, πού αλλού δούλευαν οι άνθρωποι που έρχονταν εδώ;»</p>
<p>«Ήτανε και το Δασικό Φυτώριο. Εκεί πάει από τον δρόμο που βγάζει στο ΚΤΕΟ. Το μεγαλύτερο φυτώριο ήταν, και πολύ όμορφο, αυτό τροφοδοτούσε με δέντρα όλη την Ελλάδα. Από δω πήραν όλα τα πεύκα που φύτεψαν στο Μαυρομάτι, σ’ αυτή την έκταση μόλις μπαίνεις στο χωριό. Και στη Θήβα το ίδιο. Με εργάτες του φυτωρίου τα βάλανε. Το 1960 δούλευε ο κόσμος εκεί. Η μάνα μου κι η αδερφή μου δούλευαν εκεί, δούλευαν τα κορίτσια του Παπαδημητρίου… Αλλά αυτές ήταν οι μόνες γυναίκες απ’ τον Αλίαρτο. Περισσότερο δούλευαν εκεί από άλλα χωριά, από τα Κούκουρα, τον Αϊ-Γιώργη, το Μαυρομάτι – εποχιακά».</p>
<p>«Πόσοι ήταν οι μόνιμοι εργάτες;»</p>
<p>«Καμιά τριανταριά ήταν οι μόνιμοι, κυρίως γυναίκες, κι έφταναν τις 200 εργάτριες με τις εποχιακές».</p>
<p>«Άνηκε στον Οργανισμό;»</p>
<p>«Όχι, το φυτώριο άνηκε στο Δασαρχείο, στο Υπουργείο Γεωργίας. Δουλεύει ακόμα. Έχει δύο έλατα από τον Καναδά που φτάνουν τα 30-40 μέτρα».</p>
<p>«Θυμάστε πόσο πήγαιναν τα μεροκάματα τη δεκαετία του ’60;»</p>
<p>«Οι γυναίκες έπαιρναν 45-48 δραχμές τη μέρα, οχτάωρο, και οι άντρες 52. Εκεί δούλευαν οχτάωρο. Στα χωράφια, όμως, ο κόσμος δούλευε ήλιο με ήλιο».</p>
<p>«Στα χωράφια του Οργανισμού;»</p>
<p>«Και όχι μόνο. Παντού».</p>
<p>«Ξέρετε αν ο Οργανισμός άλεθε σιτάρι;»</p>
<p>«Για να άλεθε, δεν νομίζω. Πάντως ο Οργανισμός νοίκιαζε κάποιες αποθήκες, στον κεντρικό, τις νοίκιαζε στον Ντάουλο ο οποίος αποθήκευε εκεί σιτάρι για μπίρα. Αλλά αυτό δεν ήταν για άλεσμα, και τις αποθήκες τις νοίκιαζε για λίγο διάστημα, όχι για όλο το χρόνο. Σε τσουβάλια τα αποθήκευε, μέχρι και πριν από 5-7 χρόνια».</p>
<p>«Οι κάτοικοι εδώ έκαναν παρέα με τους υπαλλήλους που έμεναν στα Νέα Σπίτια;»</p>
<p>«Όχι, αυτοί έκαναν παρέα κυρίως μεταξύ τους. Ήρθαν εδώ νιόπαντροι όλοι, ώσπου να μεγαλώσουν τα παιδιά τους έπρεπε να περάσουν είκοσι χρόνια, γι’ αυτό κυρίως – μέσα απ’ τα παιδιά γίνονται οι παρέες».</p>
<p>«Θα λέγατε ότι συμπεριφέρονταν αλαζονικά προς τους άλλους;»</p>
<p>«Μπα, δεν μπορείς να πεις ότι το παίζαν αριστοκράτες. Ήταν καλοί. Αλλά ο καθένας έχει το σινάφι του».</p>
<p>«Έμεναν στα Νέα Σπίτια και διοικητικά στελέχη ή μόνο πιο χαμηλόμισθοι;»</p>
<p>«Σπάνια, διοικητικά στελέχη έμεναν σπάνια».</p>
<p>«Ξέρετε κάποιον Νίκο Κυριακάτη; Από τη Λιβαδειά;»</p>
<p>«Κυριακάτης… Υπήρχε κάποιος Χρήστος, ο μπαρμπα-Χρήστος ο Κυριακάτης που δούλευε στον Οργανισμό».</p>
<p>«Σε σχέση με τα οικόπεδα και τα όριά τους, ή με τα χωράφια, υπήρχαν διενέξεις ανάμεσα στους κατοίκους;»</p>
<p>«Διενέξεις, όχι, δεν υπήρχαν. Εμείς εδώ είμαστε όλοι ξαδέρφια, στη σειρά. Γιατί πώς γίνεται και μαζεύεται ο κόσμος σε μια περιοχή… Χτίζεται εδώ, ας πούμε, ένα σπίτι, κι ύστερα αρχίζουν και χτίζονται γύρω γύρω, ο ένας φέρνει τον άλλον. Έτσι ξανοίγονται τα χωριά. Αν πούλαγαν στα Κριμπέικα, θα ’χε γίνει το χωριό εκεί – γι’ αυτό ξανοίχτηκε το χωριό στο Κολωνάκι και όχι στα Κριμπέικα. Εδώ ήταν καλό μέρος, ίσιωμα, γι’ αυτό ήρθαμε».</p>
<p>«Είχε μείνει από τον εμφύλιο η διαφορά μεταξύ δεξιών και αριστερών;»</p>
<p>«Ναι, υπήρχαν διαφορές. Ο κόσμος ήταν χωρισμένος, δεξιοί – αριστεροί. Δεν ήξερες από πού να φυλαχτείς. Ένας που σου ’κανε τον αριστερό, μπορεί να ήταν δεξιός».</p>
<p>«Είχε πολλούς αριστερούς στον Αλίαρτο;»</p>
<p>«Οι εκδηλωμένοι αριστεροί ήταν τρεις-τέσσερις. Επί Χούντας τους έπιασαν, αλλά μάλλον μεσολάβησε ο δήμαρχος και τους άφησαν. Αυτό ήταν το καλό εδώ. Ότι παρόλο που άλλος ήταν δεξιός κι άλλος αριστερός, μέτραγε πιο πολύ ότι ήσουν ξάδερφος με τον άλλον, ότι ήσουν γνωστός. Λέγαν παλιά, με τον Εμφύλιο, ας πούμε, ότι είχαν έρθει δεξιοί από αλλού να δείρουν κάποιον ντόπιο αριστερό στο Μούλκι – κι ήρθανε ντόπιοι δεξιοί και τους λένε “Τι θέλετε εδώ, φύγετε”.</p>
<p>»Δεν είχε σημασία τι πίστευες. Οι ντόπιοι σε στήριζαν, γι’ αυτό και στο Μούλκι δεν υπήρχαν θύματα στον Εμφύλιο – ενώ στο Μάζι υπήρχαν. Εδώ υπάρχει όμως η ιστορία του Ζάγγα, το φονικό… Τον ξέρετε τον Ζάγγα;»</p>
<p>«Μόνο σαν όνομα, ξέρουμε ότι υπάρχει η στάση στο όνομά του, αλλά δεν ξέρουμε την ιστορία. Ποιος ήταν;»</p>
<p>«Αυτές οι ιστορίες πρέπει να μένουνε, για να μην επαναληφθούν ποτέ ξανά. Τον Ζάγγα τον παλούκωσαν ζωντανό επί εμφυλίου πολέμου. Εκεί που στρίβει ο δρόμος για Παλιοπαναγιά, που το ’χει τώρα ο Τσαπάρας, ήταν το κτίριο του Ζάγγα. Ήταν δεξιός. Κάποια μέρα είχανε πει ότι θα έρθει ο στρατός από τη Θήβα, κι αυτός ύψωσε σημαία να τους υποδεχτεί. Αλλά ο στρατός δεν ήρθε. Ήρθαν οι αντάρτες και τον κύκλωσαν, όλη τη νύχτα αυτός από μέσα πολέμαγε μόνος του. Όταν ξημέρωνε, μια σφαίρα χτύπησε την κόρη του και της έκοψε τα δάχτυλα, έτρεχε το αίμα, αιμορραγούσε. Και για να μην πεθάνει η κόρη του, ο Ζάγγας λέει “Παραδίνομαι”, και βγαίνουν όλοι έξω. Αυτοί παίρνουν την κόρη του, τον έναν του γιο που ήταν μαζί του – ο άλλος κάπου είχε κρυφτεί, δεν ήταν στο σπίτι – και τον ίδιο το γερο-Ζάγγα, και τους πήγαιναν στο βουνό να τους εκτελέσουν. Όπως περνούσαν από το Μάζι βγαίνει ένας γιατρός, ο Λάμπρου, τους λέει “Αφήστε την κόρη, θα πεθάνει ούτως ή άλλως” και την άφησαν. Κι έτσι σώθηκε το κορίτσι. Τα ουρλιαχτά του Ζάγγα και του γιου του ακούγονταν ως το Ζαγαρά. Όταν φύγαν οι αντάρτες πήγαν οι χωριανοί να δούνε, και βρήκαν και τον πατέρα και τον γιο σουβλισμένους – τους είχαν σουβλίσει ζωντανούς.</p>
<p>»Το λέω κι ανατριχιάζω. Δεν έχει σημασία τι είσαι, αριστερός, δεξιός. Αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να γίνονται. Και το κτίριο έπρεπε να ’χε μείνει, άλλωστε ο γιος που γλίτωσε ζει, έφυγε και πήγε στην Αμερική – φαίνονταν ακόμα πάνω οι σφαίρες. Η κόρη του Ζάγγα ζει κι αυτή, έχει παντρευτεί τον Κώστα τον Καραμάνο».</p>
<p>Στο σημείο αυτό περάσαμε στο εκκοκκιστήριο.</p>
<p>«Πότε άρχισε να λειτουργεί το εκκοκκιστήριο;»</p>
<p>«Το ’60 που ήρθαμε δεν λειτουργούσε. Έγινε το ’62-’63».</p>
<p>«Υπήρχε πριν άλλο κτίσμα το οποίο επέκτεινε; Άλλο εκκοκκιστήριο;»</p>
<p>«Όχι, το έφτιαξε ο Κοντογιώργης όλο απ’ την αρχή. Μάλλον πήρε δάνειο, γιατί όταν έκλεισε του το πήρε η τράπεζα».</p>
<p>«Πώς ήταν σαν άνθρωπος ο Κοντογιώργης; Τον γνωρίζατε;»</p>
<p>«Α, και ποιος τον ήξερε αυτόν… Δεν τον βλέπαμε πολύ, έμενε στη Λιβαδειά. Πάντως υπήρχε κι άλλο κτίριο στην αρχή, που το γκρεμίσανε. Οι αποθήκες ήταν πολύ μεγάλες».</p>
<p>«Από πού έπαιρνε το βαμβάκι;»</p>
<p>«Έπαιρνε από ιδιώτες εδώ γύρω, έπαιρνε κι από τη Θεσσαλία…»</p>
<p>«Υπήρχε και το εργοστάσιο του Γρίβα εδώ, έτσι δεν είναι;»</p>
<p>«Αυτό ήταν σπορελαιουργείο. Έπαιρνε το σπόρο από το βαμβάκι, έφτιαχναν τη βαμβακόπιτα για τα ζώα, κι αυτό το πατούσαν κι έβγαινε το λάδι».</p>
<p>«Ποιο είναι αυτό το Σωματείο που μας είχατε πει ότι δούλευε στο εκκοκκιστήριο;»</p>
<p>«Σωματείο Ελεύθερων Εργατών. Παλιά δεν υπήρχαν μηχανήματα να ξεφορτώσουν, να σηκώσουνε τα σακιά. Φορτώνανε οι άνθρωποι τα σακιά και τα ξεφορτώνανε. Τίποτα άλλο δεν κάνανε: μόνο φόρτωναν και ξεφόρτωναν. Δούλευαν γενικά 40-50 άτομα έτσι από τον Αλίαρτο. Ερχόταν, ας πούμε, ένα αυτοκίνητο να ξεφορτώσει, πήγαινε το Σωματείο και το ξεφόρτωνε. Αυτή ήταν δική τους δουλειά, δεν την έκανε κανείς άλλος».</p>
<p>«Μόνο με το εκκοκκιστήριο δούλευαν;»</p>
<p>«Παντού – όπου χρειαζόταν φόρτωμα και ξεφόρτωμα. Και στον Μαράκη πήγαιναν, παντού. Αυτοί ήταν μόνοι τους, είχαν Δ.Σ., ψήφιζαν. Και πώς δούλευαν; Δεν είχε ο καθένας το μεροκάματό του. Ό,τι έπιαναν τη μέρα το μοίραζαν όλοι μαζί. Βγάζαν την ασφάλειά τους, το έκανε αυτό ο γραμματέας, κι ό,τι έμενε το μοιραζόντουσαν».</p>
<p>«Υπήρχε ανταγωνισμός με άλλα παρόμοια σωματεία ή εργάτες;»</p>
<p>«Όχι, δεν έκανε άλλος αυτή τη δουλειά. Ήταν κλειστό επάγγελμα».</p>
<p>«Γιατί; Πώς κι έτσι; Με τόση ανάγκη που υπήρχε για δουλειά;»</p>
<p>«Α, ήταν η πιο βαριά δουλειά, δεν πήγαινε κανείς. Τα σακιά ζύγιζαν 50-60 κιλά. Η μπάλα το βαμβάκι ήταν 150-200 κιλά. Το πήγαιναν κυλώντας, το σήκωναν στα χέρια και το φόρτωναν στο αμάξι. Πάνω στο φορτηγό βάζαν 3-4 μπάλες. Σκέψου να σηκώνεις ψηλά 150-200 κιλά με τα χέρια…»</p>
<p>«Εδώ στο Μούλκι τι γνώμη επικρατούσε για τον Μαράκη;»</p>
<p>«Γενικά ήταν καλός. Δεν είχε ακουστεί τίποτα κακό. Δεν είχε κάνει κάτι κακό στον Αλίαρτο. Πάντως, γενικά, ο κόσμος δε μίλαγε γιατί φοβόταν, ήθελε δουλειά».</p>
<p>«Τον κ. Νίκο Τρούγκα τον ξέρετε;»</p>
<p>«Ο μπαρμπα-Νίκος… Δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν. Στην οικογένειά του ίσως, τα ’πινε. Όμως ήταν καλός, ήταν γραφικός. Σαν τους παλιούς τους γεροντόμαγκες. Έπινε βέβαια, αλλά ήταν καλός. Σήμερα είναι αλλιώς τα πράγματα, για τον τότε κόσμο, όμως, θεωρούνταν ξύπνιος. Γιατί τότε το να βγαίνεις και να μπορείς να κάνεις διάλογο στα καφενεία ήταν κάτι. Ο μπαρμπα-Νίκος ήταν αγράμματος, αλλά άμα κυκλοφορείς στην αγορά, βλέπεις και ξέρεις πιο πολλά. Κατέβαινε στον Κριμπά, στον μπαρμπα-Σπύρο τον Κομίνη, πιο μετά πήγαινε στον Αραμπάνο, στον Κυριακάτη…»</p>
<p>«Με ποιους έκανε παρέα;»</p>
<p>«Ήταν ο μπαρμπα-Μπέλιος, ο Πολίτης, ο Τρούγκας, ήταν μαζί. Αλλά, ούτε μπορούσες να τον κοροϊδέψεις εύκολα τον Τρούγκα. Με το που σ’ έβλεπε ήξερε με τι πνεύμα του μιλάς. Το κρασάκι τους, το καλαμπουράκι τους, αλλά ούτε δέχονταν να τους κάνεις τον πονηρό».</p>
<p>Στο σημείο αυτό σταματήσαμε εξαιτίας της ώρας, με τον κ. Λεωνίδα και τη σύζυγό του πρόθυμους για μια επόμενη συνάντηση, για οτιδήποτε επιπλέον χρειαστεί.</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82-%ce%bd%cf%84%cf%8c%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%bf/">Προφορική μαρτυρία: Λεωνίδας Ντόβολος, κάτοικος Μουλκίου Αλιάρτου.</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προφορική μαρτυρία: Γιωργία Κρεμμύδα, εργαζόμενη στο Χημείο της Αλευροβιομηχανίας ΕΕ Α&#038;Μ και Σία, Αλίαρτος.</title>
		<link>https://gslreview.com/proforiki-martiria-kremmuda/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 27 Aug 2018 17:27:44 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ιστορική κοινωνιολογία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2833</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γιωργία Κρεμμύδα, περίπου. 65 χρονών, εργαζόμενη στο Χημείο του Ι. Μαράκη από το 1966-7 μέχρι το 1969-70, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. Κυριακή, 10 Μαΐου 2009, απόγευμα, στο σπίτι της. &#160; Ζει μαζί με τον άντρα της σε ένα σπίτι πάνω στον κεντρικό δρόμο [της Αλιάρτου], παλιό αλλά καλοδιατηρημένο και πεντακάθαρο, με έναν πολύ όμορφο κήπο μπροστά, &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/proforiki-martiria-kremmuda/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Προφορική μαρτυρία: Γιωργία Κρεμμύδα, εργαζόμενη στο Χημείο της Αλευροβιομηχανίας ΕΕ Α&#038;Μ και Σία, Αλίαρτος."</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/proforiki-martiria-kremmuda/">Προφορική μαρτυρία: Γιωργία Κρεμμύδα, εργαζόμενη στο Χημείο της Αλευροβιομηχανίας ΕΕ Α&#038;Μ και Σία, Αλίαρτος.</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2833"></span>Γιωργία Κρεμμύδα, περίπου. 65 χρονών, εργαζόμενη στο Χημείο του Ι. Μαράκη από το 1966-7 μέχρι το 1969-70, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. Κυριακή, 10 Μαΐου 2009, απόγευμα, στο σπίτι της.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ζει μαζί με τον άντρα της σε ένα σπίτι πάνω στον κεντρικό δρόμο [της Αλιάρτου], παλιό αλλά καλοδιατηρημένο και πεντακάθαρο, με έναν πολύ όμορφο κήπο μπροστά, καταπράσινο, περιποιημένο και δροσερό – είναι το πατρικό της, και κάνει αμέσως εντύπωση η φροντίδα που αντιλαμβάνεται κανείς με το που ανοίγει, ήδη, την καγκελόπορτα. Καθίσαμε στη βεράντα, μας ετοίμασε καφέ κι αρχίσαμε.</p>
<p>Ο πατέρας της κυρίας Γιωργίας, Γιάννης Τζάμος, καταγόταν από την Κοζάνη και η μητέρα της από τη Σμύρνη. Παντρεύτηκαν στη Λιβαδειά το 1939, και το 1944[;] γεννήθηκε η Γιωργία, μοναχοκόρη. Ο πατέρας της εργαζόταν στην Εταιρεία [αγγλική εταιρεία – «Λίμνη Κωπαΐδος ΑΕ»] ως εργοδηγός τεχνικών έργων, μία δουλειά πολύ καλή και σταθερή από την οποία ήταν πολύ ευχαριστημένος. Το 1955, όταν πια η Εταιρεία είχε περάσει στο ελληνικό δημόσιο ως «Οργανισμός», ο πατέρας της κα Γιωργίας βρήκε δουλειά στο υπουργείο Δημοσίων Έργων και, μαζί με την οικογένειά του, μετακόμισε στην Αθήνα, στη Νέα Σμύρνη, όπου έζησαν για 10 χρόνια, μέχρι το 1965. Η κα Γιωργία έζησε τα πρώτα δύο της χρόνια στη Λιβαδειά, έβγαλε το δημοτικό σχολείο στον Αλίαρτο και το γυμνάσιο στην Αθήνα. Όταν τη ρωτήσαμε πού της άρεσε καλύτερα, δεν είχε κανένα δισταγμό: «Στην Αθήνα!». Στην Αθήνα βρέθηκε και αργότερα, παντρεμένη, όταν έζησε στο Παγκράτι για άλλα 10 χρόνια – και η εντύπωσή της από την πρωτεύουσα, όπως και η προτίμησή της, παρέμεινε η ίδια: Η κα Γιωργία πολύ θα ήθελε να μετακόμιζε και πάλι και να μην ξαναγύρναγε στον Αλίαρτο.</p>
<p>«Στην Αθήνα ζεις όπως θέλεις. Μπορείς να διασκεδάσεις. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, θες να κάνεις παρέες κάνεις, δε θες δεν κάνεις. Εδώ είναι στενός ο κύκλος. Δεν έχει να πας κάπου. Εγώ είμαι και μοναχικός τύπος. Τι να πω, μ’ αρέσει η ζωή της Αθήνας: Δε σου κάνει έλεγχο κανένας». Τη ρωτήσαμε αν την ίδια γνώμη είχαν και οι γονείς της το 1955, μας είπε ότι ο πατέρας της προτιμούσε τον Αλίαρτο ενώ η μητέρα της την Αθήνα. «Η μόνη απασχόληση που μου αρέσει» συνέχισε «είναι η Εκκλησία. Πάντα μέσα στην Εκκλησία». Γιατί; τη ρωτήσαμε. «Μου αρέσει να εξυπηρετώ τους ανθρώπους. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, είχαμε τους τρόφιμους στη Μητρόπολη, στην εκκλησιαστική στέγη. Εδώ δεν έχει τόσες δραστηριότητες η εκκλησία. Ο ιερέας είναι καλός, όμως».</p>
<p>Της ζητήσαμε να μας περιγράψει πώς ήταν η γειτονιά όταν ήταν μικρή. «Δυο σπίτια ήταν όλα κι όλα» είπε. «Του Καρθάτη, του Αρσένη και του Βαλμά». Καθώς δίπλα ακριβώς απ’ το σπίτι της υπάρχει ένα άλλο παλιό κτίσμα, που φαίνεται ότι μάλλον θα ήταν μαγαζί και όχι σπίτι, τη ρωτήσαμε και γι’ αυτό. Μας είπε ότι ήταν καφενείο κι ότι είχε πίσω δυο δωματιάκια όπου έμεναν οι ιδιοκτήτες του. «Οι άνθρωποι στη γειτονιά ήταν πολύ λίγοι» είπε. «Θυμάμαι τη Ζωή του Σταμαδούρα από παλιά, είχαν ένα μικρό σπίτι». Πώς ήταν η ζωή στη γειτονιά; ρωτήσαμε. Γέλασε. «Μέχρι το βράδυ παίζαμε, ως τις 12 τη νύχτα. Ή θα θερίζαμε τα στάχυα μες στις θημωνιές». Σ’ αυτό το σημείο φάνηκε να νοσταλγεί. «Ήταν άλλα τα συναισθήματα των ανθρώπων τότε, ήταν πιο κοντά. Παίζαμε, γελούσαμε, γλεντούσαμε – τότε <em>είχαμε</em> χρόνο να παίξουμε» είπε «τώρα τα παιδιά δεν έχουν». Τη ρωτήσαμε πού πήγε σχολείο, και πάλι γέλασε, γιατί θυμήθκε το «σχολικό» τους: Πήγε δημοτικό στο Μούλκι, και κάθε πρωί ερχόταν ένα κάρο, μετά ένα τρακτέρ, κι έπαιρνε τα παιδιά – ανέβαιναν πάνω καμιά δεκαριά-δεκαπενταριά παιδιά.</p>
<p>Τι παιχνίδια παίζατε με τα άλλα παιδιά; τη ρωτήσαμε. Κρυφτό, κυνηγητό, σκοινάκι, κουτσό, τις δασκάλες..., θυμήθηκε. Και της ήρθε στο νου μια δασκάλα τους, που «η συγχωρεμένη... μας είχε ταράξει στο ξύλο». Θυμήθηκε επίσης, γελώντας ακόμα, κι ένα περιστατικό από την εποχή των παιχνιδιών τους: Μας έδειξε, σ’ αυτόν τον ίδιο κήπο που είχαμε μπροστά μας, αριστερά και κοντά στη μάντρα περίπου στο κέντρο της, μια τζιτζιφιά. Μας είπε ότι τότε δεν είχαν φράχτη αλλά σύρματα, κι ο πατέρας της είχε φτιάξει στην τζιτζιφιά μια κούνια με σκοινί. Μια γειτονοπούλα, η Πολυξένη, φορώντας το καλό της παλτό, ανέβηκε στην κούνια, το παλτό κάπου πιάστηκε στα σύρματα και σκίστηκε. Η Πολυξένη έφυγε κλαίγοντας, κι έφαγε το ξύλο της χρόνιας της όταν πήγε σπίτι της. Μας είπε ότι είχε καλές φίλες. «Οι φίλες μου δεν είχανε πονηριά».</p>
<p>Μας είπε ότι στην Αθήνα δεν είχε στενές φιλίες, κι ότι όσο διέμενε εκεί δεν είχε συχνά πηγαινέλα με Αλίαρτο – οι φίλες της, σιγά σιγά, όλες παντρεύτηκαν. Αλλά εδώ στάθηκε, και τόνισε ότι, στην πραγματικότητα, η μόνη στενή της φίλη ήταν η κόρη του Βαλμά, η Στέλλα, φιλία αδερφική που διατηρείται μέχρι και σήμερα.</p>
<p>Ποια ήταν τότε τα όνειρά σας; τη ρωτήσαμε. Γάμος, Πανεπιστήμιο; «Πανεπιστήμιο; Όχι, δεν είχα όνειρα για πανεπιστήμιο» είπε. «Εγώ ήθελα να φύγω απ’ τον Αλίαρτο για να πάω στην Αθήνα». Επιστρέψαμε στη γειτονιά, κι επανέλαβε ότι οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν πολλοί. Τη ρωτήσαμε αν γνώριζαν την οικογένεια Ζώτα, και μας είπε ότι η μάνα της φυσικά και γνώριζε τη μάνα των αδερφών.</p>
<p>Στη συνέχεια ζητήσαμε περισσότερα στοιχεία για τη μητέρα της: Ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη, εκείνη μαζί με τον πατέρα της και την αδερφή της – η μητέρα [η γιαγιά της Γιωργίας] είχε πεθάνει. Πρώτα έζησαν στη Λιβαδειά και ύστερα στον Αλίαρτο. Η θεία της πήγε στον Ορχομενό, κι αργότερα μετακινήθηκε κι εκείνη στον Αλίαρτο. «Δε μου έχουν λείψει τα αδέρφια» είπε. «Και πού ξέρεις αν έχεις έναν αδερφό, μια αδερφή, ότι θα συνεννοείσαι;». Κι επανέλαβε ότι η παιδική της φίλη η Στέλλα είναι για κείνη αδερφή.</p>
<p>Έχοντας στο νου τις περιγραφές των αδερφών Ζώτα για το πώς έκαναν οι γυναίκες όλες μαζί τις δουλειές, ρωτήσαμε την κα Γιωργία αν ίσχυε το ίδιο και για τη μητέρα της. Απάντησε αρνητικά, είπε ότι δε μαζεύονταν όλες μαζί, κι ότι μαζί κάνανε βασικά τις γιορτές, π.χ. το Πάσχα, όταν ψήναν όλοι παρέα – κάτι που συνεχίστηκε και αφού παντρεύτηκε η κα Γιωργία.</p>
<p>Επιστρέψαμε στη μητέρα της. Μας είπε ότι πριν παντρευτεί δούλευε νοσηλεύτρια στη Λιβαδειά. Με τον πατέρα της ήταν «το ιδανικότερο αντρόγυνο» είπε. «Δεν είχαν ανταλλάξει μια κουβέντα. Είχαν τόση αγάπη, τόση εκτίμηση μεταξύ τους. Το έχω πρότυπο, ήθελα κι εγώ να βρω έναν άντρα σαν τον πατέρα μου». Τη ρωτήσαμε αν ήταν συνοικέσιο ή γνωριμία, δεν ήταν σίγουρη, μάλλον γνωριμία. Ο πατέρας της, όταν εργαζόταν για την Εταιρεία, δούλευε μέσα στην Κωπαΐδα, και η μητέρα της δε δούλεψε ποτέ στα χωράφια. Πώς κι έτσι; τη ρωτήσαμε, κι απάντησε ότι δεν είχαν ανάγκη με το μισθό του πατέρα κι ότι, ούτως ή άλλως, δεν είχαν δικά τους χωράφια – οι άλλες γυναίκες είχαν. Θυμήθηκε τον Βαλμά, μας είπε ότι είχε χωράφια και πολλούς εργάτες και άλογα, όπως και ο Ζωγράφος – είχε κι αυτός άλογα. Θυμήθηκε ότι παλιά ο γιος του Ζωγράφου είχε το φούρνο πιο κάτω απ’ το σπίτι της.</p>
<p>Ζητήσαμε να μας περιγράψει μια καθημερινή μέρα όταν ήταν μικρή στον Αλίαρτο. «Ξυπνούσα το πρωί... Μου άρεσε να έχω το σπίτι συγυρισμένο. Έκανα τις δουλειές μου πίσω στην αυλή, σκούπιζα το χώμα, μάζευα τον κήπο εδώ». Μας είπε ότι δεν υπήρχε τότε υδροδότηση, αλλά ότι ο πατέρας της είχε ένα πηγάδι με τρόμπα, απ’ το οποίο έρχονταν κι έπαιρναν νερό κι άλλοι απ’ τη γειτονιά – η μητέρα της έκανε τις εσωτερικές δουλειές. Όταν τελείωναν οι δουλειές, μαζί με τη Στέλλα, κάθονταν στην πίσω αυλή κάτω απ’ την ακακία ή την ελιά και κεντούσαν. ΄Υστερα πήγαιναν η καθεμιά στο σπίτι της για το μεσημεριανό φαγητό. Τι τρώγατε; ρωτήσαμε. Είχατε κρέας; «Από μας δεν έλειψε το κρέας ποτέ» είπε και τόνισε: «Από <em>μας</em> δεν έλειψε, επειδή η δουλειά του πατέρα μου ήταν πολύ καλή». Θυμήθηκε, έπειτα, ότι επειδή ήταν μοναχοπαίδι, αν άκουγε τη φράση «καλομαθημένη σ’ έχει η μαμά σου» μπορούσε να σκοτώσει άνθρωπο. «Ήμουν πολύ απλός άνθρωπος» είπε. Μετά το μεσημεριανό ξαπλώνανε, κι ύστερα, από το απόγευμα ως αργά το βράδυ, όλα τα παιδιά βγαίναν στη γειτονιά και παίζανε – σε μια αλάνα, π.χ., που είχε πίσω απ’ το σπίτι, αλλά όχι μόνο εκεί. Εδώ θυμήθηκε γελώντας, και με μεγάλη νοσταλγία, πόσο διασκέδαζαν τα παιδιά όταν έριχνε χιόνι και το ’στρωνε, κι έπαιζαν χιονοπόλεμο κι έφτιαχναν χιονάνθρωπους.</p>
<p>Ρωτήσαμε τι ιστορίες άκουγε απ’ τους γονείς της. Μας είπε ότι η μητέρα της μίλαγε για τη Σμύρνη, για το σπίτι τους εκεί, μια μονοκατοικία με αυλή και πολλές γλάστρες με λουλούδια. Μας είπε ότι και η μητέρα της και η θεία της ήταν πολύ καλοί χαρακτήρες, ότι η μητέρα της δεν είχε πάει σχολείο κι όμως φαινόταν μορφωμένη. Για τον πατέρα της είπε ότι είχε πάει σε μια σχολή εργοδηγών στην Κοζάνη, ότι ήταν πολύ γλεντζές και χόρευε πολύ τα ηπειρώτικα – θυμήθηκε τα γλέντια που γίνονταν κάθε χρόνο στην ονομαστική του εορτή, όταν μαζεύονταν όλοι οι φίλοι του απ’ τον Οργανισμό.</p>
<p>Πώς μιλούσε για τους Άγγλους; ρωτήσαμε. «Για τους Άγγλους; Με τα καλύτερα λόγια. Ήταν πολύ ευχαριστημένος απ’ τους Άγγλους» είπε. Εδώ θυμήθηκε τους Κήπους, ακόμα με θαυμασμό. Ήταν «ένα κομμάτι απ’ τον Παράδεισο» είπε. Η ίδια μπορούσε να μπαίνει εκεί, γιατί εξαιτίας του πατέρα της είχε πολλές φίλες, κόρες υπαλλήλων της Εταιρείας, που ζούσαν στους Κήπους.</p>
<p>Για τους Γερμανούς, μας είπε πως ήξερε ότι το σπίτι τους το είχαν επιτάξει Γερμανοί αξιωματικοί, χωρίς όμως να δημιουργήσουν προβλήματα, «κανένα πρόβλημα» τόνισε. Για τον Εμφύλιο, μας είπε ότι δεν είχε ακούσει καμία αναφορά απ’ τους γονείς της. «Εγώ δεν πολυασχολιόμουνα» είπε. Κι όσο για το αν είχε περάσει ο διχασμός στα παιδιά, μας είπε ότι όλα τα παιδιά ήταν αγαπημένα μεταξύ τους.</p>
<p>Στον Μαράκη δούλεψε τρία χρόνια, από το 1966-67 ως το 1969-70, καθώς ο πατέρας της ήταν πολύ φίλος μαζί του. Δούλεψε στο Χημείο, μαζί με τον Χαρτάκη. Της ζητήσαμε να μας περιγράψει το τι ακριβώς έκανε εκεί: «Έπαιρνα δείγμα από το αλεύρι με το χέρι και το ’βαζα κάτω απ’ τη βρύση, το ζύμωνα, κι αυτό έβγαινε σαν ζυμαράκι, “γλουτένη” το λέγαμε, και το κρεμούσαμε σ’ ένα σκοινί. Αν το ζυμαράκι κρέμαγε δεν ήταν καλό, αν δεν κρέμαγε ήταν καλό». Η κα Γιωργία δεν τα θυμόταν όλα καθαρά, σαν να μην είχαν μείνει ζωντανά στη μνήμη της κι έπρεπε να προσπαθήσει.</p>
<p>Το Χημείο ήταν ένα μικρό δωμάτιο, «σαν τη μισή βεράντα», μας έδειξε. «Ζυγίζαμε το βάρος της γλουτένης» πρόσθεσε «ή κοιτάζαμε τη θερμοκρασία των σταριών μέσα σ’ ένα κοντίσιονερ». Μας είπε ότι από τα σιλό τα στάρια πήγαιναν στο πλυντήριο και τα πλένανε, κι ύστερα τα στεγνώνανε γιατί, για να γίνει το αλεύρι, το στάρι έπρεπε να είναι εντελώς στεγνό. Μας είπε ότι δούλεψε για μια μικρή περίοδο και στο Λογιστήριο, πριν πάει στο Χημείο. Το ωράριο, είπε, ήταν πρωί και απόγευμα. Το πρωί ως τις 2, κι ύστερα από τις 5 ως τις 8.</p>
<p>Επιμείναμε, να περιγράψει ακόμα πιο αναλυτικά τη δουλειά της στο εργοστάσιο. «Το πρωί έβαζα μπρος ένα μηχάνημα για να ’ρθει ο υπεύθυνος και να μπει μπρος ο μύλος – δηλ. το κοντίσιονερ του σταριού. Πήγαινα μισή ώρα πριν τη βάρδιά μου. Κάθε μία ώρα έπρεπε να γίνει ο έλεγχος στην ποιότητα των αλεύρων. Το πλύσιμο και το στέγνωμα γινόντουσαν ταυτόχρονα. Μετά, υπήρχαν κάτω δυο εργάτες που σακιάζανε, και υπήρχαν και δυο γυναίκες που έραβαν τα σακιά. Ο μύλος δούλευε ως τις 10 το βράδυ. Και είχε τέσσερα αυτοκίνητα.</p>
<p>»Δούλεψα εκεί τρία χρόνια, από το 1966-67 μέχρι το 1969-70. Το 1971, μαζί με τον άντρα μου, φύγαμε για την Καλαμάτα».</p>
<p>Τη ρωτήσαμε περισσότερες πληροφορίες για τις γυναίκες που έραβαν. Μας είπε ότι τα σακιά με το αλεύρι τα πήγαιναν οι οδηγοί στους φούρνους, τα ξεφόρτωναν, κι ύστερα στην επιστροφή φέρναν μαζί τους επιστρεφόμενα σακιά τα οποία τα επιδιόρθωναν. Θυμήθηκε ότι, όταν ήταν εκείνη εκεί, η μία γυναίκα που έραβε ήταν η Μαρία του Γιάννου [«ω ρε τι καλαμπούρι είχαμε!...» γέλασε] και η Ζαχάρω. Γενικά, μας είπε ότι από τον Μαράκη είχε καλές αναμνήσεις.</p>
<p>Μας είπε ότι το Χημείο κι ο χώρος που δούλευαν οι γυναίκες με τα σακιά ήταν πολύ κοντά, κι ήταν όλη η μέρα τους πειράγματα κι αστεία. Μια φορά, θυμήθηκε, η Ζαχάρω είχε πάρει ένα σπουργίτι και το είχε κλείσει στο συρτάρι της ραπτομηχανής της Μαρίας. «Πες της ν’ ανοίξει το συρτάρι, πες της να το ανοίξει» έλεγε στη Γιωργία. Κι όταν το άνοιξε, πετάχτηκε έξω το σπουργίτι και πετάχτηκε και η Μαρία ως εκεί πάνω.</p>
<p>Ποια ήταν η εντύπωσή σας από τον ίδιο τον Μαράκη; ρωτήσαμε. «Ε, ο Μαράκης ήταν λίγο σφιχτός, οικονόμος, σπάγγος, δεν ήθελε να χάσει τίποτα. Να μη φύγει ούτε στάρι – και δικαιολογημένα κιόλας» είπε, εννοώντας ότι έτσι πρέπει να είναι κάθε επιχειρηματίας [και φοβούμενη να μην πει κακιά κουβέντα για κανέναν, αυτό φαινόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης)]. Τη ρωτήσαμε αν ο Μαράκης έμπαινε μες στο εργοστάσιο, μας είπε ότι ερχόταν ο ίδιος στο Χημείο. «Το φοβόσασταν αυτό;» Απάντησε αρνητικά: «Δεν είχα πρόβλημα εγώ». Όσο για το μισθό, μας είπε ότι ένσημα κόλλαγε αλλά ότι οι μισθοί ήταν πολύ χαμηλοί, ίσα οι βασικοί. «Καλύτερα όμως απ’ τα χωράφια» είπε. Κι όταν ζητήσαμε να κάνει σύγκριση με τον Οργανισμό ως προς τις συνθήκες, «άλλο ο Οργανισμός άλλο η ιδιωτική εταιρεία» είπε, για να δείξει πόσο καλύτερα ήταν στο δημόσιο.</p>
<p>Ο νους της πήγε στην εποχή που δούλευε εκεί ο πατέρας της. «Οι Άγγλοι ήταν πολύ διαφορετικοί από μας τους Έλληνες. Ο πατέρας μου ήταν πολύ ευχαριστημένος – αλλά ήταν κι ο ίδιος πολύ καλός στη δουλειά του».</p>
<p>Έπειτα ρωτήσαμε για τον άντρα της, Λουκά Κρεμμύδα, ο οποίος ήταν οδηγός στον Μαράκη για 5-6 χρόνια – μετά έφυγε και πήγε στην Πανοπέλ ως χειριστής ανυψωτικών μηχανημάτων. Μετά δούλεψε στην Καλαμάτα, από κει επέστρεψε στον Αλίαρτο και δούλεψε ως οδηγός στον Γρίβα, ένα εργοστάσιο με ζωοτροφές – και πάντα ήταν πολύ καλός στη δουλειά του, μας είπε η κα Γιωργία.</p>
<p>Από τη δουλειά του στον Μαράκη ήταν και ο Λουκάς ευχαριστημένος. Μάλιστα, εκεί είχε βοηθό για το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα, ενώ στον Γρίβα όχι – εκεί, στον Γρίβα, το ωράριό του ήταν «30 ώρες το 24ωρο».</p>
<p>«Πόσα βράδια έλειπε απ’ το σπίτι...» θυμήθηκε η κα Γιωργία. «Όμως στα μακρινά δρομολόγια, πήγαινα κι εγώ. Θυμάμαι» είπε «πηγαίναμε μια φορά στη Δράμα, στα σύνορα με Κακαβιά. Ήταν Αύγουστος, περάσαμε ένα μαντρί, ήταν ένα μονοπάτι που το φορτηγό ίσα ίσα που χωρούσε. Και μας πιάνει μια καταιγίδα... ο Χριστός κι η Παναγία! Εγώ να κλαίω... Μια άλλη φορά ήμασταν στα Γρεβενά, και πέσαμε πάλι σε καταιγίδα. Κόλλησε το φορτηγό, ήρθε ένα τρακτέρ, ήρθε κι άλλο, προσπαθούσαν οι άνθρωποι να το ξεκολλήσουν – με καδρόνια, με ό,τι μπορούσαν. Δεν κουνιόταν με τίποτα. Εγώ μέσα, παίρνω και διαβάζω την παράκληση της Παναγίας. Δεν πρόλαβα να την τελειώσω... και το φορτηγό κινήθηκε, ξεκόλλησε μεμιάς».</p>
<p>Μας είπε ότι στον Μαράκη ο Λουκάς δεν είχε τόση δουλειά, όπως αργότερα στον Γρίβα. Μόνο κάποιες φορές, όχι συχνά, έπρεπε να δουλέψει και Κυριακή. Τα ταξίδια του ήταν στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο. Από την Αμφίκλεια, με ενδιάμεσους σταθμούς, κατέληγε στην Αθήνα. Φόρτωναν στάρια εκεί, πήγαιναν το πρωί και γύριζαν το μεσημέρι.</p>
<p>Είπε ότι ο Μαράκης πλήρωνε κανονικά το μισθό, κι ύστερα και τις υπερωρίες – όπως έκανε αργότερα και ο Γρίβας.</p>
<p>Καθώς ήταν και εκείνη και ο Λουκάς εργαζόμενοι του Μαράκη όταν παντρεύτηκαν, τη ρωτήσαμε αν πήγε ο Μαράκης στο γάμο. «Μου έκαναν δώρο στο γάμο μου, ναι» είπε, και πρόσθεσε ότι στο γάμο είχε πάει η κόρη τους. Εδώ ο νους της πήγε στο παρεκκλήσι του Μαράκη, το οποίο ακόμα πηγαίνει και φροντίζει όταν η οικογένεια Μαράκη έρχεται και το ανοίγουν. «Είναι πολύ όμορφο» είπε. «Κάτω η εκκλησία έχει στρωμένες πλάκες, χωρίς αρμό».</p>
<p>Επιμείναμε για το τι εντύπωση της είχε κάνει προσωπικά ο Μαράκης, πώς ήταν εξωτερικά, ό,τι θυμόταν. «Ας πούμε, ντυνόταν “κυριλέ”, πώς ντυνόταν, τι θυμάστε;»</p>
<p>«Δεν ήταν τόσο κυριλέ. Ήταν απλά ντυμένος – θυμάμαι, φορούσε ένα ψαθάκι το καλοκαίρι. Η γυναίκα του ήταν πολύ ευγενική. Με τη Σ. [κόρη του Μαράκη] παίζαμε καμιά φορά μαζί όταν ήμασταν μικρές. Τα πεθερικά του Μαράκη ήταν απ’ τη Μικρά Ασία – ο Αμπατζόγλου ήταν πολύ δίκαιος, πολύ σωστός, αν και δεν πολυανακατευότανε». Πώς ήταν με τους εργάτες; ρωτήσαμε, κι επανέλαβε ότι ήταν πολύ δίκαιοι. Μας είπε, έπειτα, ότι ο τάφος του Μαράκη βρίσκεται πίσω απ’ το παρεκκλήσι – και πρόσθεσε ότι «η νοοτροπία τους και η φτιασιά τους ήταν έτσι που νόμιζες πως ήταν όλοι τους μορφωμένοι».</p>
<p>Τη ρωτήσαμε αν ήξερε γιατί προς το τέλος είχε αναλάβει ο Σ. Στο σημείο αυτό φάνηκε να μη θέλει να μιλήσει, όπως επίσης κι ότι δεν συμπαθούσε τον συγκεκριμένο άνθρωπο. «Είχε τον λογιστή...» είπε, κι έκανε μια γκριμάτσα. «Τον Σ… Και την ανιψιά του τη Γ...» Και δεν ήθελε να μιλήσει άλλο.</p>
<p>Το εργοστάσιο είχε πολλή ζωή, είπε. Τα αυτοκίνητα των χωρικών έφταναν σειρά ως το δρόμο για να ξεφορτώσουν. Θυμήθηκε ότι η γυναίκα του Σ. είχε κάποια συγγένεια με τον Μαράκη, κι ότι το μύλο, απ’ όσο θυμόταν, τον είχε αναλάβει ο Σ. μαζί με κάποιους άλλους – «και τα ’κανε θάλασσα ο Σ.». Μετά ο Σ. έφτιαξε ένα μύλο στη Θήβα. «Ήταν η καταστροφή του αυτή» – είπε, εννοώντας την καταστροφή του Μαράκη.</p>
<p>Πόσοι εργάτες δούλευαν τότε στον Μαράκη, όταν δούλευε κι εκείνη; ρωτήσαμε. «Συνολικά, θα ’ταν δε θα ’ταν είκοσι» είπε, και πρόσθεσε ότι, σχετικά συχνά, ερχόταν ένας επόπτης κι έκανε έλεγχο στα βιβλία του εργοστασίου.</p>
<p>Σε αυτό το σημείο αφήσαμε το εργοστάσιο και κατευθύναμε τη συζήτηση στην εκκλησία.</p>
<p>Μας είπε ότι όταν πήγαινε δημοτικό στον Αλίαρτο υπήρχε μόνο μια μικρή εκκλησούλα που είχε φτιάξει η Καρθάταινα στη μνήμη των δύο παιδιών της, του Δημήτρη και του Χαράλαμπου, που τα είχαν σκοτώσει οι αντάρτες. Πιο παλιά, υπήρχε εκκλησία, μας είπε, μόνο στο Μάζι. Στον Αλίαρτο μετά το 1955. «Αυτή η γυναίκα, η Καρθάταινα» συνέχισε η κα Γιωργία «ήταν τόσο καλός χαρακτήρας που, παρόλο που σκότωσαν τα παιδιά, εκείνη πήγαινε στην εκκλησία. Πιο μετά, έδωσαν περισσότερο οικόπεδο για να μεγαλώσει ο ναός». Ρωτήσαμε αν πήγαινε πολύς κόσμος στην εκκλησία, και μας είπε ότι οι άνθρωποι ήταν τότε πολύ λίγοι, κι ότι πήγαιναν όλοι. Δε χωρούσαν όμως – στην Ανάσταση έμεναν έξω. Στη λειτουργία της Κυριακής, η προσέλευση του κόσμου μάς είπε ότι ήταν όπως και τώρα. Τότε ήταν παπάς ο παπα-Χαραλάμπης – ή, αλλιώς, παπα-Λιάμης. Γέλασε που τον θυμήθηκε. Μας είπε ότι ήταν αμόρφωτος κι ότι σαν ιερέας ήταν αυστηρός – αμέσως μόλις τέλειωνε η λειτουργία θα φώναζε να κλείσουν τα φώτα, π.χ., ή έλεγχε τα υφάσματα [?] να είναι καλά σιδερωμένα. Ήταν «νευρικούλης», είπε. Πέθανε από ζάχαρο, όταν η ίδια ήταν μεγάλη πια.</p>
<p>«Σήμερα, δυστυχώς» είπε «υπάρχουν έλλειψη πίστης και έλλειψη αγάπης. Εγώ, πάω τώρα στο ναό. Προσφέρω στο ναό. Γιατί να με σχολιάζουν όμως; Δεν κάνω κάτι κακό. Εγώ 19 χρόνια τώρα προσφέρω αφιλοκερδώς».</p>
<p>⁎⁎⁎</p>
<p>Σε αυτό το σημείο επέστρεψε στο σπίτι ο σύζυγος, ο κ. Λουκάς. Σήμερα είναι κι αυτός συνταξιούχος, και επίτροπος της εκκλησίας. Έγιναν οι συστάσεις, ο κ. Λουκάς κάθισε στη βεράντα, πρόθυμος αμέσως κι εκείνος να κουβεντιάσει μαζί μας. Αυτήν τη φορά δεν υπήρξε συνοχή στην κουβέντα, μέσα όμως απ’ τα λεγόμενα και των δύο βγήκαν οι ακόλουθες πληροφορίες:</p>
<p>● Στον Γρίβα μπορεί να έπαιρνε περισσότερα λεφτά απ’ ό,τι στον Μαράκη, αλλά στο τέλος έφτασαν μέχρι τα δικαστήρια.</p>
<p>● Ο παπα-Λιάμης ήταν νευρικός. «Δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του» είπε ο κ. Λουκάς, κι ανέφερε ότι κάποια φορά, μέσα στην εκκλησία, είχε χαστουκίσει τον Γιάννη τον Τσαπάρα. «Δούλευε και στα χωράφια» πρόσθεσε. «Πριν γίνει ιερέας ποτίζαμε μαζί, ήμουν 16 χρονών τότε – γύρω στο ’56-’57». Ο παπα-Λιάμης ήταν από το Μάζι. Ο κ. Λουκάς τον θυμάται να ψέλνει από τότε που ποτίζανε. Ο Λουκάς κι η Γιωργία παντρεύτηκαν το 1968. Ο παπα-Λιάμης τότε είχε ήδη γίνει ιερέας, ήταν κάτι που ήθελε. Είχε μελωδική φωνή. [Η μάνα Ζώτα το κορόιδευε αυτό.] Ρωτήσαμε αν τον αγαπούσε ο κόσμος, κι απάντησαν κι οι δυο «Ο κόσμος δεν είναι ευχαριστημένος από τίποτα». Δεν υπήρχε κατηχητικό τότε, το κατηχητικό λειτουργεί εδώ και 3 χρόνια.</p>
<p>● Άλλοι ιερείς: ο παπα-Γιώργης, για 1 χρόνο πριν το 1990. Ο παπα-Φιλόθεος [μάλλον μετέπειτα].</p>
<p>● Ρωτήσαμε αν η εκκλησία είχε παρουσία στο εργοστάσιο, αν γίνονταν αγιασμοί, κτλ. Η απάντηση ήταν όχι. Μας είπαν ότι στο παρεκκλήσι [του Μαράκη] πήγαιναν κι οι εργάτες.</p>
<p>● Ο Λουκάς δούλευε στην Πανοπέλ από το 1972. Η Πανοπέλ ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1960. Ο Λουκάς δούλεψε εκεί 13 χρόνια.</p>
<p>● Ο Λουκάς μας μίλησε για το βοηθό που είχε όταν δούλευε ως οδηγός στον Μαράκη. Τον έλεγαν Γιάννη Θεοφιλάκη [γιος της Λίνας Βούλγαρη]. Ήταν εργάτης-φορτωτής στον Μαράκη που έφυγε μετά για μετανάστης. Στην αρχή ζούσε στην Αθήνα και δούλευε στα λατομεία, μετά στον Μαράκη, μετά πάλι στα λατομεία, και τελικά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε 10 χρόνια. Ηταν Κρητικός που είχε έρθει στον Αλίαρτο εξαιτίας του Μαράκη.</p>
<p>● Ο γαμπρός του Μαράκη [από την κόρη του Σ.] είχε λατομεία στην Πεντέλη. Ο Λ. είχε λατομείο στον Παρνασσό απ’ όπου έβγαζε βωξίτες.</p>
<p>● Ο Λουκάς πολλές φορές φόρτωνε και μαρμαρόσκονη σε άλλα λατομεία.</p>
<p>● Τους ρωτήσαμε αν ήξεραν τον Τρούγκα. Αμέσως και οι δύο γέλασαν, πολύ καλοπροαίρετα. «Δεν υπήρχε πιο καλύτερος άνθρωπος», «Ποτέ δεν ήταν ξεμέθυστος», «Άνθρωπος του ποτηριού αλλά και πολύ εργατικός», «Περνούσε και τραγουδούσε». Μας είπαν την ιστορία με τη ρέγγα: «Ο Μαράκης είχε ζάχαρο, ο Τρούγκας κράταγε μια ρέγγα και του ’λεγε “Φάε ρέγγα άμα θέλεις, μπορείς;”». Τους ρωτήσαμε τι τραγούδαγε ο Τρούγκας. «Ό,τι τραγούδια της εποχής». Αν είχε ωραία φωνή. «Ε, τώρα ένας μεθυσμένος τι ωραία φωνή να έχει;» Πήγαινε πάντα μόνος του, μας είπαν. Έπινε μόνος του, «μόνο όταν σχολάγαμε απ’ τον Μαράκη πηγαίναμε κι εμείς» είπε ο κ. Λουκάς [ενν. στον Τσαπάρα]. Πέθανε πριν το 1972.</p>
<p>● Ο Κέντρος ήταν δάσκαλος στο Μούλκι, όταν πήγαινε δημοτικό ο Λουκάς. Ήταν πολύ αυστηρός. «Μας είχε ρημάξει» είπε ο κ. Λουκάς. Άλλη δασκάλα ήταν η κα Χαριτώ: «Δεν ήθελε να στεναχωρήσει κανέναν». Είχε μια κόρη, τη Λένα. Στο σχολείο είχαν μια σόμπα με ξύλα. Το χειμώνα κάθε παιδί κουβαλούσε ένα δυο ξύλα τη μέρα για να μπορεί η σόμπα να καίει. Άλλη δασκάλα ήταν η κυρία Ευαγγελία, αυστηρή.</p>
<p>● Πριν έρθει στο σπίτι, ο κ. Λουκάς ήταν με τον κ. Μουράτη [Ευάγγελος Μουράτης, τέως Κοινοτάρχης Αλιάρτου και ιδρυτής του Δήμου Αλιάρτου το 1964].</p>
<p>● Τους ρωτήσαμε αν θυμόντουσαν κάποιον γάμο, πώς γινόταν ακριβώς. Μας είπαν για το γάμο της Μαριγούλας – η κα Γιωργία ήταν στο δημοτικό, και της είχε κάνει εντύπωση. Ο γάμος κράτησε τρία μερόνυχτα. Είχε πάρα πολύ κόσμο, πολλά φαγητά, και όργανα. «Φτιάχναμε φαγητά στα μεγάλα ταψιά, τα χαλκώματα» είπε. Έξω [έξω απ’ το σπίτι] όλο χόρευαν. Ο άντρας που παντρευόταν η Μαριγούλα ήταν έμπορος, εμπορευόταν βαμβάκι και σιτάρι. Ο γάμος έγινε στο Μάζι. Ο κόσμος πήγε με τα πόδια ή με γαϊδούρια – κάποιοι ίσως και με φορτηγά που είχε βάλει ο αδερφός της Μαριγούλας. Αλλά το γλέντι έγινε στη γειτονιά, κι εντυπωσίασε πολύ την κα Γιωργία. Στην επιμονή μας να θυμηθεί κάτι συγκεκριμένο, πέρα απ’ το πλήθος του κόσμου και των φαγητών, μας είπε ότι οι γυναίκες στην εκκλησία έμπαιναν κρατώντας ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι τους κουλούρες. Ο γάμος έγινε μέρα, οι οικογένειες ήταν πλούσιες, κυρίως της νύφης. Τα τραγούδια που παίζονταν ήταν δημοτικά, και οι οργανοπαίκτες συνήθως φερμένοι από τον Ορχομενό. Όσο για τα φαγητά, «τα μαγείρευαν μεταξύ τους» οι γυναίκες της οικογένειας, το ψωμί ζυμωμένο και ψημένο στο φούρνο – όπως και τις καθημερινές –, ενώ όσον αφορά τα δώρα που γίνονταν δε θυμόντουσαν κάτι ιδιαίτερο – «όπως και σήμερα» είπαν.</p>
<p>● Τους ρωτήσαμε αν θυμόντουσαν κάποια επικήδεια τελετή, μας είπαν μόνο ότι τότε γινόταν πολύ πιο απλά, χωρίς όλους αυτούς τους στολισμούς της εκκλησίας. Οι γυναίκες μοιρολογούσαν πολύ, «πάρα πολύ», κυρίως στο σπίτι όταν ξενυχτούσαν τον νεκρό και λιγότερο στην εκκλησία – αυτό το έθιμο φάνηκε να μην αρέσει καθόλου ούτε στον κ. Λουκά ούτε στην κα Γιωργία.</p>
<p>● Σχετικά με τα βαφτίσια, μας είπαν ότι ο νονός πέταγε στον αέρα κέρματα για τα παιδιά. Επίσης ότι η μητέρα δεν πήγαινε στην εκκλησία, κι ήταν συνήθειο να τρέχουν τα παιδιά και να συναγωνίζονται ποιο θα πάει πρώτο στο σπίτι της μαμάς για να της πει το όνομα – θα αμειβόταν πάλι με κάποιο χαρτζηλίκι. Αυτό θυμούνταν ότι κράτησε περίπου ως το 1970.</p>
<p>Εδώ σταματήσαμε, μιας και ούτως ή άλλως η συνέντευξη παρέκκλινε συχνά σε κουβέντα. Και οι δύο, και κυρίως η κα Γιωργία, φάνηκαν πολύ ευχαριστημένοι, μας κάλεσαν να πάμε ξανά και ξανά, μέχρι και να μας φιλοξενήσουν, και προσφέρθηκαν ολοπρόθυμα για επόμενες συνεντεύξεις.</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/proforiki-martiria-kremmuda/">Προφορική μαρτυρία: Γιωργία Κρεμμύδα, εργαζόμενη στο Χημείο της Αλευροβιομηχανίας ΕΕ Α&#038;Μ και Σία, Αλίαρτος.</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προφορική μαρτυρία: Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός</title>
		<link>https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%80%ce%af%cf%84%cf%83%ce%b1/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 06 Aug 2018 17:19:52 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ιστορική κοινωνιολογία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2828</guid>

					<description><![CDATA[<p>Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός στο εργοστάσιο του Ι. Μαράκη (Αλευροβιομηχανία Ε.Ε. Ι. Αμπατζόγλου – Ι. Μαράκης και Σία) από το 1953 μέχρι το 1977, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. Κυριακή, 12 Απριλίου 2009, απόγευμα, Αλίαρτος, στο ζαχαροπλαστείο του. &#160; Συναντήσαμε τον κ. Αγγελή στο ζαχαροπλαστείο του το απόγευμα της Κυριακής. Η συνάντησή μας κράτησε περίπου δύο ώρες. &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%80%ce%af%cf%84%cf%83%ce%b1/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Προφορική μαρτυρία: Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%80%ce%af%cf%84%cf%83%ce%b1/">Προφορική μαρτυρία: Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2828"></span>Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός στο εργοστάσιο του Ι. Μαράκη (Αλευροβιομηχανία Ε.Ε. Ι. Αμπατζόγλου – Ι. Μαράκης και Σία) από το 1953 μέχρι το 1977, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. Κυριακή, 12 Απριλίου 2009, απόγευμα, Αλίαρτος, στο ζαχαροπλαστείο του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Συναντήσαμε τον κ. Αγγελή στο ζαχαροπλαστείο του το απόγευμα της Κυριακής. Η συνάντησή μας κράτησε περίπου δύο ώρες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο κ. Αγγελής κατάγεται από την Ευαγγελίστρια. Έχει ακόμα έναν αδερφό. Τα δυο παιδιά έμειναν ορφανά από πολύ νωρίς, όταν ο κ. Αγγελής ήταν 3 χρονών, κι έτσι, το 1944, στα οχτώ του χρόνια, τον ίδιο και τον αδερφό του ανέλαβε να τους μεγαλώσει ένας θείος αστυνομικός στη Λάρισα, και συγκεκριμένα στο χωριό Αμπελώνας. Εκεί έζησε ο κ. Αγγελής μέχρι το 1953, όταν επέστρεψε στον Αλίαρτο σε ηλικία 17 ετών. «Γιατί γυρίσατε;» ρωτήσαμε. «Μας ξεγέλασαν» είπε. «Μας ξεγέλασαν με τα κτήματα. Εκεί [ενν. στον Αμπελώνα] ήταν καλύτερα. Εδώ μας έβγαλαν μαζί με τον αδερφό μου 20 στρέματα, που τα έφτασαν τελικά στα 12. Την Κωπαΐδα έπρεπε να την πάρει η περιφέρεια, η καρδιά ήταν η Αλίαρτος». Τον ρωτήσαμε αν θυμόταν τους Άγγλους, μας είπε κάποια ονόματα – ο Μπελλ ήτανε Γενικός Διευθυντής, ο Μακιαντέρ είχε τα γεωργικά, ο Λιντς τα γελάδια και τα άλλα ζώα [μάλλον ο κ. Αγγελής δε θυμόταν σωστά τη θέση του καθενός, αλλά εδώ σημειώνουμε τις πληροφορίες όπως έχουν μείνει στη μνήμη του].</p>
<p>Ρωτήσαμε τον κ. Αγγελή τι δουλειά έκανε στον Μαράκη. «Στον Μαράκη πήγα το 1953. Δε λεγόταν έτσι, ήταν <em>Αμπατζόγλου-Μαράκης</em>. Πρώτα ο Αμπατζόγλου είχε εκκοκιστήριο. Πρέπει να έγινε, το εκκοκιστήριο, γύρω στο 1925-26. Αλλά από τότε είχε μέσα και δυο μικρούς κυλίνδρους». Ζητήσαμε να μας πει ακριβώς τι δουλειά έκανε εκείνος στο εργοστάσιο, κι απάντησε ότι το 1954 δούλευε τις μηχανές ντίζελ –Χόφμαν–, που ήταν πετρελαιομηχανές. Με αυτές, μας είπε, λειτουργούσε ο μύλος, γιατί ακόμα δεν είχε έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα. Ο μόνος που είχε τότε ρεύμα στον Αλίαρτο ήταν ο Μακιαντέρ [μάλλον εννοεί τον Οργανισμό Κωπαΐδας, καθώς ο Μακιαντέρ μετά το 1953 δεν υπάρχει πια στον Αλίαρτο]. Τρεις τέτοιες μηχανές είχε το εργοστάσιο, μία 100 ίππων, μία 60 και μία 45.</p>
<p>Μας είπε ότι το 1954 ο Μαράκης πήρε ένα δάνειο, από τα δάνεια που έδιναν τότε με το σχέδιο Μάρσαλλ, και μεγάλωσε το εργοστάσιο – κι έγινε, έτσι, το δεύτερο μεγαλύτερο εργοστάσιο της περιοχής [το πρώτο ήταν ο Οργανισμός]. Τον ρωτήσαμε πόσος κόσμος δούλευε εκεί. «Πολύς κόσμος. Θα ’ταν καμιά δεκαριά» [?].</p>
<p>Είπε ότι ο Χαρτάκιας, ο Ζυγογιάννης και ο ίδιος ήταν οι πιο παλιοί εργάτες στον Μαράκη, οι σταθεροί από το τεχνικό προσωπικό. Από το διευθυντικό προσωπικό θυμόταν τον Σ. και τον γαμπρό του Μαράκη, τον Π., ενώ μας είπε ότι ο Σ. ο λογιστής ήρθε πιο μετά, γύρω στο 1957-58 – έτος κατά το οποίο ο ίδιος ο κ. Αγγελής πήγε φαντάρος, για να γυρίσει πίσω το 1960.</p>
<p>Θέλαμε να προσδιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο την εργασία του στο εργοστάσιο και τον τρόπο που δούλευε τις μηχανές. Μας είπε: «Ήμουν μηχανικός. Η αγάπη μου ήταν οι μηχανές. Ήταν αυτό που αγαπούσα. Όπου άκουγα και δούλευε μηχανή ήθελα να πάω ν’ ακούσω πώς δουλεύει». Στις μηχανές του Μαράκη δούλευε ο ίδιος ο κ. Αγγελής και ένας Λειβαδίτης – λίγο αργότερα και ο Γιώργος ο Χαρτάκιας. Επανέλαβε ότι ξεκινούσαν τον κυλινδρόμυλο με τις μηχανές. Δούλευε όλη μέρα, συνεχόμενα από τις 6 το πρωί ως τις 10 το βράδυ. «Και πού τρώγατε» ρωτήσαμε. «Ο Τσαπάρας [ταβέρνα Αλιάρτου] από απέναντι έφερνε φασόλια στο εργοστάσιο» είπε και γέλασε. «Τρεις δραχμές πέντε φασόλια σ’ ένα πιάτο».</p>
<p>Οι μηχανές ντίζελ που δούλευε ο ίδιος, μας εξήγησε, ήταν εσωτερικής καύσεως – στο εξωτερικό, στο πλοίο <em>Ατλαντίδα</em> όπου εργάστηκε πολύ αργότερα, δούλευε μία ντίζελ 12.000 ίππων. Οι μηχανές του Μαράκη ήταν σταθερές μηχανές βάσεως κι έδιναν κίνηση με λουριά, από τον 2ο όροφο στον 4ο, κι έτσι λειτουργούσε ο μύλος. Τον μύλο, όπως μας είπε, τον δούλευε ο Γιώργος [σημ.: Γιώργος Ζυγογιάννης]. «Ο Γιώργος ήταν μυλωνάς – όταν μπήκε το ρεύμα, έγινα κι εγώ μυλωνάς».</p>
<p>«Ποτέ δεν μπορείς να προχωρήσεις σ’ ένα εργοστάσιο αν είσαι λάσκα ή αν έχεις φορτίο πάνω σου» είπε, θέλοντας να δείξει πόσο απαιτητική ήταν αυτή η δουλειά. «Ο τεχνικός είναι πάντα επί ποδός, πάντα επιβλέπει». Τον ρωτήσαμε τι είδους προβλήματα παρουσιάζονταν στη δουλειά. «Κόβονταν τα λουριά, π.χ. Υπήρχε ένα Ημερολόγιο της παραγωγής, έπρεπε να βγουν 20 τόνοι το 8ωρο. Οποιαδήποτε καθυστέρηση συνέβαινε μείωνε την παραγωγή, κι αυτό το έγραφες αναλυτικά – π.χ. “κόπηκε ένα λουρί και είχε 30 λεπτά καθυστέρηση”. Ο λογιστής έπαιρνε μετά το Ημερολόγιο και έβγαζε την παραγωγή της ημέρας». Τον ρωτήσαμε αν οι εργάτες είχαν προβλήματα όταν καθυστερούσε η παραγωγή, και απάντησε αρνητικά, τονίζοντας ότι απλώς έπρεπε να ενημερώσουν το Ημερολόγιο.</p>
<p>Στη συνέχεια επιμείναμε να μας περιγράψει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις μηχανές. «Τα λουριά τα έλεγαν φασκιές [σημ.: από το ρήμα φασκιώνω], κι αυτά ανέβαζαν τα αναβατόρια πάνω. Παλιά οι μύλοι λειτουργούσαν με αναβατόρια, που είχανε μέσα κουβαδάκια». Στο σημείο αυτό ο κ. Αγγελής θυμήθηκε: «Πρέπει να ’χαν περάσει πάνω από 3.000 κόσμος – ένας ερχόταν, άλλος έφευγε. Ο Μαράκης ήταν στρατιωτικός, είχε πειθαρχία, κι όσοι μείναμε ως το τέλος και μάστορες βγήκαμε και οικογενειάρχες». Μας είπε ότι εκείνος έφυγε από το εργοστάσιο στα 40 του, το 1977, ενώ ο Γιώργος το 1980. Και συνέχισε με τις μηχανές:</p>
<p>Τα αναβατόρια συνδέονταν με έναν άξονα, όσα γύριζαν γύρω γύρω, αποκάτω ως πάνω [από τον 1ο ως τον 4ο όροφο]. Μας εξήγησε ότι υπήρχε ένα κουβαδάκι, κατέβαιναν τα αναβατόρια, γέμιζαν αλεύρι και το ανέβαζαν στα πλασίστερ, τα οποία αυτόματα έκαναν τη διαλογή – φαρίνα, πίτουρο, κλπ. «Ο μύλος είναι ολόκληρη επιστήμη» είπε. Στο πρώτο πάτωμα ήταν το πρώτο πλασίστερ, ξεχώριζε το πιο χοντρό, στο επόμενο το πιο χοντρό, κι έτσι συνέχιζε μέχρι να φτάσει ο σπόρος στα 20 σπασίματα. Δέκα κυλίνδρους είχε το εργοστάσιο του Μαράκη, δηλαδή είκοσι σπασίματα [10 κύλινδροι και 20 φασκιές]. Οι μυλομαραγκοί ήταν οι τεχνίτες που έφτιαχναν τα αναβατόρια κτλ, μηχανήματα που ήταν κατασκευασμένα και από ξύλο. Έπρεπε να φροντίζουν ώστε τα λούκια να έχουν ροή για να μην μπουκώνουν.</p>
<p>Ύστερα από την επιμονή μας να καταλάβουμε ακριβώς πώς ήταν το εργοστάσιο, να το ανασυνθέσουμε αν γινόταν, ο κ. Αγγελής επανήλθε στις φασκιές. «Η φασκιά ήταν το λουρί. Όταν λέμε όμως λουρί, δεν εννοούμε από καουτσούκ, αυτό ήταν υφαντό λουρί. Τις έβγαζαν ειδικά εργοστάσια». «Ελληνικά;» ρωτήσαμε. «Δε νομίζω να ήταν ελληνικής παραγωγής» είπε. «Τα καλύτερα μηχανήματα τα είχε η ΜΙΑΓΚ, η ΜΠΟΥΛΕΡ [Bühler / Miag flour mill grinders]. Αν το λουρί κοβόταν, το μπολιάζαμε εμείς. Είχαμε κάτι βίδες, τις κουβαδόβιδες με το μεγάλο κεφάλι, και τρυπάγαμε τη φασκιά με την σγκόρμπια...»</p>
<p>Όλα τα τελικά προϊόντα φτάναν στο ισόγειο. Ο κύλινδρος είχε διάμετρο 1.20 μ. Έπεφτε μέσα το στάρι, το έσπαγε στα τέσσερα. Ύστερα το ανέβαζε στο πλασίστερ όπου γινόταν η διαλογή, πήγαινε δίπλα στον επόμενο κύλινδρο, γινόταν το επόμενο σπάσιμο, πήγαινε στο επόμενο πλασίστερ κ.ο.κ. Αυτός ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρι να φτάσει ο σπόρος στο 20ό σπάσιμο. Το κάθε πλασίστερ έκανε μία διαλογή. Για παράδειγμα, το κάθε πλασίστερ έβγαζε τρεις φαρίνες. Ο κοχλίας έπαιρνε το αλεύρι και το πήγαινε στις χαρμανιέρες, που χωρούσαν 500 κιλά η καθεμιά. Από κει σακιάζανε τα αλεύρια, και οι διάφορες ποιότητες, π.χ. το ενενηντάρι, το άλευρο τύπου 78, τύπου 70, κ.ο.κ., πήγαιναν στον αντίστοιχο όροφο. [προσδιορισμός επί τοις εκατό με βάση το πόσο πίτουρο έβγαινε έξω].</p>
<p>Προϊόν της διαλογής ήταν επίσης και οι βήτες [από «βήτα» ποιότητα]. Οι βήτες ήταν το πολύ σκούρο αλεύρι που έβγαινε στο τέλος στα τελευταία σπασίματα, το οποίο είχε πολλή τέφρα και πήγαινε για ζωοτροφές. Μας εξήγησε ότι το αλεύρι τύπου 70 δε βγάζει βήτες, ενώ τα τύπου 50, 55, 58 βγάζουν.</p>
<p>Μιλώντας για όλη αυτήν τη διαδικασία, ο κ. Αγγελής είπε: «Αυτός ο μύλος είχε τις καλύτερες προδιαγραφές. Είχε οχτώ χαρμανιέρες, έπαιρναν 4.000 σακιά. Το κάθε σακί ζύγιζε 60 κιλά, αργότερα τα έκαναν πενηντάρια, και σαραντάρια πιο μετά».</p>
<p>Στη συνέχεια εστιάσαμε τη συζήτηση στον ίδιο τον κ. Αγγελή. «Θυμάστε την πρώτη σας μέρα στο εργοστάσιο; Θυμάστε τι εντύπωση σας έκανε;». Ο κ. Αγγελής γέλασε. «Εκεί πάνω στη Λάρισα» είπε «είχαμε αυτούς τους μεγάλους κρίνους, τους λευκούς. Είχα φτιάξει μια ανθοδέσμη. Όταν κατέβηκα, η μικρή κόρη [του Μαράκη], η Δ., ήταν ακόμα στο καλάθι. Η Μαράκαινα περίμενε στην πόρτα. Της έδωσα την ανθοδέσμη και μου είπε “Πάρε το καλάθι και πήγαινέ το πάνω”». Τον ρωτήσαμε ποια ήταν η διαδικασία για να ζητήσει δουλειά, αν αυτό ήταν κάτι που γινόταν μόνο προφορικά. «Έκανα αίτηση, γραπτά» είπε. «Είχα φέρει κι από τον Αμπελώνα χαρτιά με την προϋπηρεσία μου, με είδε ο Μαράκης και με προσέλαβε στο μηχανοστάσιο». Μας είπε ότι νωρίτερα είχε μιλήσει στον Μαράκη ο αδερφός του πατέρα του, ο οποίος ήταν πολύ φίλος του Μαράκη, και ο Μαράκης αμέσως είχε πει «Να ερθει το παιδί, να δουλέψει εδώ». «Ο ίδιος μ’ αγαπούσε πάρα πολύ» είπε ο κ. Αγγελής. «Μ’ αγαπούσε, ήμουν εργατικός, κοίταζα τη δουλειά μου». Θυμήθηκε ότι ο Μαράκης ήρθε στον Αλίαρτο με την οπισθοχώρηση, κι ότι τότε τον έκανε γαμπρό ο Αμπατζόγλου. Δεδομένης της καλής σχέσης που φαινόταν να υπάρχει μεταξύ του κ. Αγγελή και του Μαράκη, τον ρωτήσαμε για ποιον λόγο έφυγε. «Με έκανε η οικογένεια [ενν. του ίδιου] τότε και έφυγα» απάντησε. «Παραιτήθηκα τότε μόνος μου, ο Μαράκης δεν ήθελε να φύγω. Αλλά ο μισθός ήταν ο βασικός, 18.000 δραχμές. Εγώ ζήτησα τότε ένα δάνειο, 200.000 δραχμές, για την οικοδομή εδώ» – ο κ. Αγγελής έδειξε το ζαχαροπλαστείο. «Ο Μαράκης είπε όχι. “Θα φύγω” του λέω, αλλά ο Μαράκης δεν το πίστεψε. Νόμιζε ότι δε θα φύγω. Τελικά, τον Οκτώβριο του 1977, έφυγα για Αραβία».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε γιατί έκλεισε το εργοστάσιο. «Τον είχανε βάλει μέσα τα μπισκότα» είπε. «Ο Ρούλιας, όλοι, έπαιρναν επί πιστώσει. Ο μόνος που πλήρωνε ήταν ο Παπαδόπουλος, αυτός ήταν το καλύτερο εργοστάσιο σε όλη την Ελλάδα».</p>
<p>Του ζητήσαμε να μας μιλήσει για την Αραβία. «Στην Αραβία... ήταν λιγάκι δύσκολα. Ήμουν 200 χιλιόμετρα έξω από την Τσέντα. Εκεί πρωτοδούλεψα ένα εργαλείο, ένα Caterpillar, ντίζελ, για ενάμισι χρόνο. Βούλιαξε στη θάλασσα. Ήμουν υπεύθυνος για ένα μπούμα – αυτό είχε βάθος 16 μέτρα, κι έσκαβε το βυθό. Αποπάνω είχε βουνά από κοράλλια. Κάποια στιγμή, ενώ βυθιζόταν, αντί ο χειριστής να κάνει μάινα, έκανε βίρα, βίρα [«μάινα» = προς τα κάτω, «βίρα» = προς τα πάνω] – χτύπησε στα κοράλλια, κι η μπούμα βυθίστηκε. Πνίγηκε κι ένας μαύρος». Τότε οι αρχές, όπως συνέχισε ο κ. Αγγελής, τον έκλεισαν στη φυλακή ως υπεύθυνο χειριστή της μπούμας. Η εταιρεία του πλήρωσε εγγύηση 25.000 δολάρια, τον έβγαλε και ο κ. Αγγελής γύρισε στην Ελλάδα το 1980. Ο Μαράκης δούλευε ακόμα.</p>
<p>Πότε έκλεισε, και γιατί; επιμείναμε πάλι. Κι εδώ ο κ. Αγγελής φάνηκε σαν να είχε στο νου του κάτι που δεν ήθελε να μοιραστεί. Όντως, «Είναι μια ιστορία που δε θέλω να αναφέρω» είπε. «Δεν ξέρω... Μια ιστορία με τον Σ. Εγώ δεν τα πήγαινα καλά μαζί του. Δεν ξέρω γιατί το νοίκιασε το εργοστάσιο ο Σ. Ο Μαράκης, όμως, του είχε κάνει ένα χαρτί και τον είχε κάνει πληρεξούσιο».</p>
<p>Όταν ο κ. Αγγελής επέστρεψε το 1980, ο Μαράκης ζουσε ακόμα στον Αλίαρτο. Ρωτήσαμε τι άνθρωπος ήταν, κι ο κ. Αγγελής μίλησε μάλλον έντονα: «Εδώ λένε πολλά. Αλλά άσχετα τι λέει ο καθένας, ο Μαράκης ήταν πολύ καλός άνθρωπος, δημοκρατικός. Κάθε φορά που ερχόμουν απέξω και το μάθαινε, έπαιρνε τηλέφωνο. Βρισκόμασταν, καθόμουνα, κουβεντιάζαμε, μου ’λεγε τα παράπονά του. “Eγώ είμαι βιομήχανος, αλλά είμαι δημοκρατικός” έλεγε. Ήταν πολύ οργανωμένος. Λένε, κάποιοι» συνέχισε ο κ. Αγγελής «ότι ο Μαράκης δεν έκανε τίποτα στον Αλίαρτο. Όμως είχε βοηθήσει πολλούς, και οικονομικά, και με άλλους τρόπους... Στον <em>τόπο</em> δεν έκανε τίποτα».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε τι είδους παράπονα είχε ο Μαράκης. «Παράπονα; Δεν ξέρω, δεν ξέρω τα παράπονά του» είπε αυτή τη φορά. Και συνέχισε: «Κι εμείς, είχαμε πάρει τα χούγια του Μαράκη όλοι. Γίναμε νοικοκυραίοι από τις συμβουλές που μας έδινε αυτός ο ίδιος. Τώρα, αν του ζητούσες ένα δάνειο... δε σ’ το ’δινε. Όμως, σαν βιομήχανος, εδώ στον τόπο έχει αφήσει λεφτά. Πρώτα πρώτα οι παραγωγοί των σταριών: Πλήρωνε, ο Μαράκης, επιτόπου. Έρχονταν κάποιοι κι έφερναν το στάρι τους και είχε υγρασία, και δεν μπορούσαν να το αποθηκεύσουν. Ο Μαράκης ήθελε να τον βοηθήσει τον αγρότη. “Έλα, βρε Αγγελή” μου ’λεγε “βάλ’ το κάπου, άλεσέ το”. Αλλά πού να το πάρω εγώ έτσι... Θα μόλευε όλο το σιτάρι, θα ’ριχνε την ευθύνη σε μένα».</p>
<p>«Θυμάμαι, μια φορά» συνέχισε ο κ. Αγγελής «διάβαζα τον Εθνικό Κήρυκα – επειδή ο θείος μου ήταν χωροφύλακας. Με βλέπουν στο εργοστάσιο, το λένε στον Μαράκη. Με καλεί, “Έλα δω” μου λέει “τι εφημερίδα διαβάζεις;” “Τον Εθνικό Κήρυκα” λέω εγώ. “Τον Εθνικό Κήρυκα;” βάζει τις φωνές. “Tην Ελευθερία!”».</p>
<p>Γενικά, ο κ. Αγγελής είπε ότι μέσα στην οικογένεια [Μαράκη] έκαναν κυρίως κουμάντο οι γυναίκες, οι οποίες είχαν και την περιουσία. Αυτό του έφερε στο νου τον Αμπατζόγλου, τον πεθερό του Μαράκη, κι αμέσως μας είπε ότι ήταν «πολύ αγαπητός άνθρωπος». Όλοι οι παλιοί, είπε ο κ. Αγγελής, έλεγαν για τον κυλινδρόμυλο «πάμε στου Ιορδάνη», ενώ θυμάται ακόμα μια ιστορία που του είχε πει ο πατέρας του παπα-Λιάνου, του παλιού ιερέα: Αυτός είχε κάποτε, πριν τον πόλεμο, ένα άλογο για να καλλιεργεί τα χωράφια και του ψόφησε. Η οικογένειά του ήταν μεγάλη, βρέθηκε σε δύσκολη θέση, δεν ήξερε τι να κάνει. Την εποχή εκείνη περνούσαν κάθε τόσο απ’ την περιοχοί οι τζαμπασήδες, έμποροι ζώων. Ο πατέρας του παπα-Λιάνου πήγε στον Αμπατζόγλου και του ζήτησε δάνειο για να αγοράσει άνα άλογο. Πήγαν λοιπόν μαζί στο χάνι του Καρβούνη [εκεί που είναι σήμερα το «Τζάκι»], όπου είχαν στήσει την αγορά τους οι τζαμπασήδες, και μαζί με τον Αμπατζόγλου κοιτούσαν τα άλογα. Ο πατέρας του παπα-Λιάνου διάλεξε, και διάλεξε ένα φτηνό. Τότε ο Αμπατζόγλου του λέει: «Δεν κάνει. Θα πάρεις <em>αυτό</em>», και του δείχνει ένα γερό μουλάρι που κόστιζε, τότε, 7.000 δραχμές. «Θα μου τα φέρνεις λίγα λίγα σε βαμβάκι» είπε στον πατέρα του παπα-Λιάνου, κι η αγορά έγινε.</p>
<p>Ο κ. Αγγελής μας είπε ότι τα οστά όλης της οικογένειας, του Ιορδάνη Αμπατζόγλου, της γυναίκας του της Αναστασίας, του Μαράκη, του γερο-Λιάσκου, βρίσκονται όλα στο παρεκκλήσι της οικογένειας.</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν ο Μαράκης πριν πεθάνει τα είχε χάσει, κι ο κ. Αγγελής αρνήθηκε. «Μόνο γεράματα» είπε, θα ’ταν περίπου 83 χρονών οταν πέθανε. Και πρόσθεσε ότι η κυρα-Πιπίτσα ζει ακόμα σήμερα, και θα ’ναι οπωσδήποτε 90 χρονών.</p>
<p>«Εγώ πήγα στην Τζέντα 76 κιλά και γύρισα 55» είπε, κι ο νους του γύρισε πάλι στην <em>Ατλαντίδα</em>. «Ήταν το μεγαλύτερο πλοίο στον κόσμο» είπε. «Ένα είχαν οι Ιάπωνες, ένα οι Ρώσοι, κι ένα ήταν ελληνικό». Ο Αγγελής ήταν μηχανικός στο σκάφος. «Εγώ οδηγούσα το σκάφος» είπε χαμογελώντας. «Ντάξει... Καλά περάσαμε». Και πρόσθεσε ότι στο πλοίο είχε πάρει κι άλλα παιδιά από τον Αλίαρτο, αλλά δεν έβγαινε πάντα σε καλό. «Ένας ηλεκτρολόγος παραπονέθηκε [για το σκάφος, εννοούσε] κι ακόμα δε μου λέει ούτε καλημέρα».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν θυμόταν τον Τρούγκα [εργάτης του Μαράκη, γνωστός ως «γεροντόμαγκας»]. Αμέσως έλαμψε ολόκληρος, γέλασε. «Το Νίκο δε θυμάμαι;» είπε. «Ο μπαρμπα-Νίκος ο μακαρίτης ήταν άνθρωπος πολύ καλής ψυχής. Ο μπαρμπα-Νίκος αν δεν έπινε ένα μισόκιλο δεν μπορούσε ούτε να δουλέψει ούτε τίποτα. Μια μέρα τσακώθηκε με το Μαράκη. “Ρε Νίκο” του ’λεγα εγώ “άσ’ τον, αφεντικά είναι”. “Άσε, ας φάει ρέγγα άμα θέλει” έλεγε αυτός [είχε ζάχαρο ο Μαράκης], κι ο Μαράκης μετά τον έδιωξε.</p>
<p>»Το πρωί πήγαινε στον Τσαπάρα, ήθελε το μισόκιλο. Άμα δεν είχε λεφτά, ο Τσαπάρας δεν του έδινε. Μια μέρα πήγα εγώ, “Πόσα είναι για πέντε κιλά;”, τον πλήρωσα και του ’πα να του δίνει μισό κιλό τη μέρα». Ο κ. Αγγελής γέλασε. Τον ρωτήσαμε πού ανήκε πολιτικά ο Τρούγκας, και μας είπε ότι ήταν πολύ δημοκρατικός, παλιός ελασίτης. Θυμήθηκε ότι επί Χούντας έπαιρνε μαζί την κατσαρόλα του [ο κ. Αγγελής] κι έλεγε στη γυναίκα του κι έβαζε μέσα κάτι παραπάνω για τον Τρούγκα – αλλά ο Τρούγκας δεν έτρωγε, «επειδή έπινε». Την ίδια εποχή, όταν έγινε το πραξικόπημα, ο κ. Αγγελής ρώτησε τον Τρούγκα: «Σαν παλιός, έχεις δει πολλά στη ζωή σου – αυτοί οι άνθρωποι θα σταθούνε πάνω;» «Θα πέσουνε ή σε 6 μέρες, ή σε 6 μήνες, ή σε 6 χρόνια» απάντησε ο Τρούγκας. Του κ. Αγγελή του έκανε εντύπωση, γιατί κάτι παρόμοιο είπε τότε και ο Μαράκης. «Την έχουμε άσχημα» είχε πει. «Δυο περιπτώσεις υπάρχουν: Αν ο Μαρκεζίνης κοιταχτεί στον καθρέφτη και δει τη μούρη του χαθήκαμε όλοι. Αν δεν τη δει, μπορεί και ν’ αλλάξει».</p>
<p>Τελικά, όπως μας είπε, ο Μαράκης τον Τρούγκα τον απέλυσε.</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν γενικά έφευγαν οι εργάτες απ’ το μύλο. Απάντησε ότι έφευγαν στους τρεις, έξι, δώδεκα μήνες, ψάχνοντας καλύτερη δουλειά. «Ήταν πολύ κουραστική δουλειά» είπε. «Ανεβοκατέβαινες τις σκάλες πάνω από τριάντα φορές, πάνω κάτω».</p>
<p>Σκεφτόμενος τους εργάτες που είχαν περάσει από το μύλο, θυμήθηκε ότι μια φορά ο Μαράκης του έφερε έναν αντάρτη, παλιό οπλίτη του Φλωράκη – κάποιος κουμπάρος τού το είχε ζητήσει. «Πάρ’ τον, Αγγελή» του είπε ο Μαράκης «να φάει ένα κομμάτι ψωμί, έχει δύο παιδιά. Αν τον στείλω αλλού, θα τον διώξουν». Τον κράτησε μέχρι το ’77. «Αυτός είχε φάει και δυο σφαίρες και ήταν λίγο βαρεμένος» είπε ο κ. Αγγελής. «Έκανε ελαφροδουλειές, σκούπιζε, καθάριζε στα πλασίστερ. Αυτός μου είπε πολλά για το Φλωράκη. “Ρε μάστορα” λέει μια φορά “Μία η ώρα τη νύχτα μας πήρε απ’ τον Παρνασσό να μας περάσει στην Γκιώνα. Ξημερωθήκαμε, οχτώ η ώρα το πρωί, στον κάμπο της Λαμίας. Μας περίμεναν. Ήμασταν χίλιοι άντρες, μείναμε οι μισοί. Ο καπετάν Γιώτης πέρασε απέναντι με τα άλογα”. Κοίτα να δεις» συνέχισε ο κ. Αγγελής «πώς δοξάζεται ο άλλος χωρίς να έχει δόξα πάνω του».</p>
<p>Μας είπε ότι υπήρχαν αντάρτες που ο ίδιος σεβόταν – ο Βαφειάδης, π.χ., ο Βελουχιώτης – «Ήταν πολύ πατριώτης ο Άρης». Και, μιλώντας για τον Εμφύλιο, συνέχισε:</p>
<p>«Εμείς περάσαμε πάρα πολλά. Θυμάμαι, στον Αμπελώνα, ο θείος μου κι η θεία μου με έχωσαν εμένα σ’ ένα βαρέλι μεγάλο, ξέρετε, απ’ αυτά που είχαν πόρτα μπροστά, για να μη με πάρουν στον Όλυμπο οι αντάρτες. Τότε πήραν 200-250 παιδιά απ’ τον Αμπελώνα... Και οι δυο ήταν άγριοι. Και ο Σούρλας [είχε οργανώσει ομάδα «εθνικοφρόνων» στην ανατολική Θεσσαλία]. Και οι δεξιοί και οι αριστεροί. Εγώ είμαι βενιζελικός. Οι παππούδες μου, απ’ την πλευρά του πατέρα μου, ήταν οπλίτες του Πλαστήρα».</p>
<p>Ενθυμούμενος την εποχή του Εμφυλίου στον Αμπελώνα, και θέλοντας να μας δείξει την αγριότητα και των δύο πλευρών, μας είπε ότι στον Αμπελώνα έβγαιναν τα παιδιά κι έπαιζαν μπάλα, και περνούσαν πότε οι μεν πότε οι δε, τα σημάδευαν και τα σκότωναν για αντίποινα. Θυμήθηκε κι ένα ακόμα περιστατικό όπου, κάποια νύχτα, οι χωριανοί πήγαν στα χωράφια στις 2 η ώρα τη νύχτα, όπως συνήθιζαν, να σπάσουν τον καπνό προτού βγει ο ήλιος – γιατί τη μέρα κόλλαγε στα χέρια. Οι σουρλικοί, μόλις ξημέρωσε λίγο, πέσαν στον κάμπο. Σκότωσαν καμιά εικοσαριά άτομα. Ένα παλικάρι το βρήκανε νεκρό μες στα καπνά, το θυμόταν ο κ. Αγγελής, και πίσω του τη μάνα να το κλαίει.</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν ο διαχωρισμός μεταξύ αριστερών και δεξιών συντηρήθηκε τις δεκαετίες του ’50 και ’60 στον Αλίαρτο. Απάντησε αρνητικά, και μας είπε ότι υπήρχαν και αριστεροί που γύρισαν στη δεξιά.</p>
<p>Στη συνέχεια μας είπε για τον εαυτό του: «Επειδή ο Μαράκης μάζευε τους αριστερούς και τους προστάτευε, με είδαν εκεί πέρα, σου λέει κι αυτός τέτοιος είναι – είδαν όμως τα χαρτιά μου, κι ύστερα δεν έβγαλαν τσιμουδιά».</p>
<p>Μας διηγήθηκε, ακόμα, μια ιστορία με έναν γνωστό αριστερό του Αλιάρτου, το Μήτσο το γανωτή. «Αυτόν τον κυνηγούσανε λες κι ήτανε φίδι» είπε, και πρόσθεσε ότι στο αντάρτικο είχε γλιτώσει ένα συνταγματάρχη της χωροφυλακής. Είχε συλληφθεί ο συνταγματάρχης, κι ο Μήτσος τον πήγαινε προς τα Κούκουρα. Στο δρόμο ο συνταγματάρχης του ζήτησε να τον αφήσει να φύγει, λέγοντάς του ότι αργότερα θα του φαινόταν κι εκείνος χρήσιμος. «Άσε με να κατουρήσω» του είπε «να φύγω, κι ύστερα άρχισε το τουφεκίδι». Ο Μήτσος δέχτηκε, κι ο συνταγματάρχης όντως δραπέτευσε.</p>
<p>Κάποια μέρα, επί Χούντας, η κυρα-Ιορδάναινα, η πεθερά του Μαράκη, ζήτησε από τον Αγγελή έναν καλό γανωτή να της φτιάξει τα μπακίρια. Ο Αγγελής έστειλε το Μήτσο. «Μήτσο, να τα φτιάξεις να λάμπουνε» του είπε. Ο Μήτσος πήρε τα μπακίρια, τα γυάλισε, τα πήγε πίσω, πληρώθηκε, έφυγε. Μετά ο κ. Αγγελής πήγε στην κυρα-Ιορδάναινα, και της είπε ότι το Μήτσο τον κυνηγούσανε. Αμέσως εκείνη πήρε στο τηλέφωνο το Μαράκη: «Γιάννη» του λέει «να διώξεις τον αστυνόμο». Ο αστυνόμος, γαϊδουρο-Γιάννη τον έλεγαν στον Αλίαρτο, ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά στο σχολείο. Ο Μαράκης κάλεσε όντως τον αστυνόμο στο γραφείο του, και οι φωνές του, λέει ο κ. Αγγελής, ακουγόντουσαν ως το δρόμο – τον έβριζε, «γαϊδούρι» και άλλα. «Πού θες να σε στείλω;» τον ρώτησε. «Να σε στείλω στα σύνορα;». Μίλησε με τον Παπασπύρου και του είπε «Να τον στείλεις εκεί που δεν υπάρχει Θεός». Λίγο αργότερα η γυναίκα του αστυνόμου πήγε κλαίγοντας στον Ιορδάνη: «Να φύγει» έλεγε η γυναίκα «αλλά να πάει κάπου κοντά, να μείνουν τα παιδιά στο σχολείο».</p>
<p>«Γλίτωσε ο Μήτσος» τέλειωσε ο κ. Αγγελής την ιστορία «έτσι, με τα τζερέδια της κυρα Αναστασίας. Ύστερα ήρθε καινούριος αστυνόμος. Μορφωμένος, δεξιός, αλλά πολύ καλό παιδί».</p>
<p>Ύστερα ο κ. Αγγελής επέστρεψε στην προσωπική του ιστορία: Θεωρούσαν ότι κι ο Αγγελής ήταν αριστερός. Κι εκτός απ’ αυτό, έκανε παρέα με τον Κώστα τον Σκένδρο από το Μάζι, ένα λοχία με τον οποίο είχαν υπηρετήσει μαζί – ο Κώστας ήταν αριστερός, χωρίς ο Αγγελής να το ξέρει. «Πίναμε κάνα ποτήρι στο Μάζι» είπε. Σε μία τέτοια περίσταση, ο κ. Αγγελής είδε να τους παρακολουθούν δύο της ασφάλειας. Ο Αγγελής άρπαξε τον έναν απ’ το χέρι έτσι όπως πέρναγε μπροστά τους, «Κάτσε κάτω, ρε» του είπε, αλλά ο ασφαλίτης έφυγε. «Πάμε πιο κάτω» του λέει ο Κώστας «στου Σταρίκα, να πιούμε ένα ποτήρι κρασί». Καθώς περπάταγαν βλέπει ο Αγγελής τον έναν ασφαλίτη πίσω από ένα δέντρο. «Βλακεία» σχολίασε σε μας. «Πού θα πηγαίναμε; Καμιά οργάνωση κάναμε;». Ήθελε να τον δείρει, μας είπε. «Ο χαφιές αυτός ήταν πρώην αριστερός που είχε γυρίσει, και παρακολουθούσε τους άλλους».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν ήξερε το Νίκο Τουρίκη. Μας είπε ότι εκεί κουρευότανε, αλλά ότι δεν είχανε ιδιαίτερες σχέσεις. Μας είπε ακόμα ότι πριν πάρει το κουρείο ο κυρ Νίκος ήταν και πάλι μπαρμπέρικο, αλλά ο προηγούμενος είχε πεθάνει. Όταν τον ρωτήσαμε πώς και δεν είχε περισσότερες σχέσεις με τον μπαρμπέρη, μας είπε ότι δεν τον άφηνε ο μύλος – «Δουλεύαμε ήλιο με ήλιο, ήταν η δουλειά μας τέτοια».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε, επίσης, αν γνώριζε τον Μπινιάρη. Τον θυμήθηκε. «Ένας που έπλενε τα χέρια του; Αυτός ήταν άρρωστος». Μας είπε ότι ο αδερφός του είχε αυτοκτονήσει, ότι ήταν από τη Δομβραίνα και καλός άνθρωπος, κι ότι έμενε σε κάτι δωματιάκια στον Πλάτανο. «Μην τον πείραζες μόνο. Καθόταν συχνά σ’ ένα ραφείο και κάθε λίγο πλενόταν. Αν τον πείραζες...»</p>
<p>Στη συνέχεια τον ρωτήσαμε για την ταβέρνα του Κριμπά. Μας είπε ότι ήταν τρία αδέρφια, ο Σπύρος, ο Γιάννης κι ο Κώστας – ο τελευταίος έχει πεθάνει. «Είχανε κάνει πολλά λεφτά» είπε. Στο εστιατόριο πήγαινε πολύς κόσμος. «Χτύπαγε το κουδούνι στον Οργανισμό, έβγαιναν 100-200 άτομα». Κόρη του μπαρμπα-Λιάμη Κριμπά ήταν η Ευδοξία. Στη θύμηση του μπαρμπα-Λιάμη ο κ. Αγγελής γέλασε. Μας είπε ότι την εποχή που παντρεύτηκε η κόρη του, εκείνος – ο Αγγελής – είχε πάει εκδρομή στα Καμένα Βούρλα «με μια κοπελίτσα». Ήταν 20-22 χρονών τότε. Έτυχε όμως να τον δει ο μπαρμπα-Λιάμης, και του ’κανε «παρατήρηση»: «Ποια είναι αυτή;» του λέει. «Ξαδέρφη απ’ τη Λάρισα, μπαρμπα-Λιάμη» λέει ο Αγγελής. Κι ο μπαρμπα-Λιάμης πήρε τη μαγκούρα του, πήγε στο σπίτι της αδερφής του και της τα ’πε, και την άλλη μέρα στο μεσημεριανό η αδερφή του τον κατσάδιασε – γελούσε ο κ. Αγγελής.</p>
<p>Μας είπε ότι του Κριμπά δεν ήταν χάνι, μόνο εστιατόριο, κι ότι από πίσω είχε κάτι δωματιάκια που τα ’χε για κοτέτσια, όχι για στέγαση. Πρόλαβε, επίσης, ο κ. Αγγελής, και το άλλο το μαγαζί κάτω, χαμηλά [εννοεί το υπόγειο].</p>
<p>Το πρώτο σπίτι στον Αλίαρτο ήταν της Αρσέναινας, μας είπε. Έπειτα έγινε του Καρθάτη και του Βαλμά, κι έπειτα του Ζώτα.</p>
<p>Φεύγοντας, ο κ. Αγγελής μας είπε ότι κι από τις δυο μεριές είναι Σαρακατσάνος, όπως ο Ζυγογιάννης. Η γυναίκα του κ. Αγγελή είναι γένος Ζυγογιάννη.</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%80%ce%af%cf%84%cf%83%ce%b1/">Προφορική μαρτυρία: Άγγελος Αραπίτσας, πρακτικός μηχανικός</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προφορική μαρτυρία: Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός</title>
		<link>https://gslreview.com/giorgos-zugogiannis/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[gslreview]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 12 Mar 2018 10:36:28 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ιστορική κοινωνιολογία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://gslreview.com/?p=2778</guid>

					<description><![CDATA[<p>Προφορική μαρτυρία: Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός στο εργοστάσιο του Ι. Μαράκη (Αλευροβιομηχανία Ε.Ε. Ι. Αμπατζόγλου – Ι. Μαράκης και Σία) από το 1947 μέχρι το 1982, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. 19 Ιουλίου 2009, Αλίαρτος, στο σπίτι του. Συναντήσαμε τον κ. Ζυγογιάννη στο σπίτι του μαζί με τη σύζυγό του κα Ιωάννα. «Στο &#8230; </p>
<p class="link-more"><a href="https://gslreview.com/giorgos-zugogiannis/" class="more-link">Continue reading<span class="screen-reader-text"> "Προφορική μαρτυρία: Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός"</span></a></p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/giorgos-zugogiannis/">Προφορική μαρτυρία: Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-2778"></span></p>
<p><strong>Προφορική μαρτυρία: Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός</strong></p>
<p><em>Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός στο εργοστάσιο του Ι. Μαράκη (Αλευροβιομηχανία Ε.Ε. Ι. Αμπατζόγλου – Ι. Μαράκης και Σία) από το 1947 μέχρι το 1982, μόνιμος κάτοικος Αλιάρτου. 19 Ιουλίου 2009, Αλίαρτος, στο σπίτι του.</em></p>
<p>Συναντήσαμε τον κ. Ζυγογιάννη στο σπίτι του μαζί με τη σύζυγό του κα Ιωάννα.</p>
<p>«Στο μύλο πήγα δώδεκα ετών, με στείλαν εκεί οι γονείς μου από τον Ζαγαρά. Τον Μαράκη τον ήξερε ο πατέρας μου, είχανε κάποια κουμπαριά. Εκεί μεγάλωσα εγώ, κι έγινα μάστορας. Είχα έναν καλό μάστορα όμως, το Μιχάλη το Χαρτάκη, αυτός με έμαθε. Κι ύστερα, έδωσα εξετάσεις στο Υπουργείο Βιομηχανίας και πήρα και το δίπλωμα ως μηχανικός. Με ρώτησαν σε τι εργοστάσιο δουλεύω, τους είπα σε μύλο, κι άρχισαν να με ρωτάνε για τις μηχανές, για το σιτάρι – εγώ όλα τα ’ξερα, όλα τους τα είπα, αφού η δουλειά μου ήταν. Το δίπλωμα γράφει “Συντηρητής Β Κατηγορίας” και το ’χει υπογράψει ο Ζίγδης, ήταν τότε υπουργός Βιομηχανίας».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε πώς άνοιξε ο μύλος.</p>
<p>«Στην αρχή δεν ήταν μόνο ο μύλος. Το ’47-’48 υπήρχε κι εκκοκκιστήριο, κι ήταν υπεύθυνος ο Αμπατζόγλου. Ο Ιορδάνης ήταν Τούρκος, μουσουλμάνος, αλλά είχε πάρει Ελληνίδα. Φέρανε πολλά λεφτά από τη Μικρασία όταν τους διώξανε, και φτιάξαν το εκκοκκιστήριο. Μετά, το ’41, με την οπισθοχώρηση, ήρθε εδώ κι ο Μαράκης, ομορφονιός κι αυτός, πέταξε τα στρατιωτικά και πήρε την κόρη τους, την Πιπίτσα».</p>
<p>Ζητήσαμε από τον κ. Ζυγογιάννη να μας περιγράψει ακριβώς τη δουλειά του στο εργοστάσιο.</p>
<p>«Τότε δεν υπήρχε ρεύμα, ο μύλος δούλευε με τις πετρελαιομηχανές – ντιζελομηχανές, δηλαδή, που κινούσαν το εργοστάσιο, και τον κυλινδρόμυλο και το εκκοκκιστήριο. Έδιναν κίνηση στις κυλινδρομηχανές που άλεθαν το σιτάρι. Ξέρετε πώς είναι αυτές; Σαν δύο ρολά, 1.20 μ., κι εσύ τις ρυθμίζεις ανάλογα με το πόσο χοντρό θες το στάρι».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε από πού ήταν οι μηχανές αυτές.</p>
<p>«Γερμανικές» είπε αμέσως. «Λιν και Χόφμαν, θυμάμαι. Όταν χαλούσανε τις έφτιαχναν στην Αθήνα, με ανταλλακτικά που έφερναν απέξω.</p>
<p>»Στην αρχή, όταν πρωτοπήγα, με στέλναν για αγγαρείες – να πάω στο ταχυδρομείο, στην πηγή τη Στεμένια, σκούπιζα – όλα τα έκανα […] Φτώχεια περάσαμε τότε, πείνα…»</p>
<p>«Πόσους εργάτες είχε το εργοστάσιο;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Στην αρχή, το ’47, είχε καμιά δεκαριά. Όταν έκλεισε, το ’82, θα ’ταν καμιά πενηνταριά. Άλεθε μέρα νύχτα. Έστελνε σιτάρι στη Σαουδική Αραβία, στα Βαλκάνια, σε όλη την Αθήνα. Ήταν μέσα στους πέντε μεγαλύτερους μύλους σ’ όλη την Ελλάδα. Αφού, προς το τέλος, τα τελευταία εφτά-οχτώ χρόνια, είχε τρεις φύλακες».</p>
<p>Ζητήσαμε απ’ τον κ. Ζυγογιάννη να μας πει ποιοι ήταν:</p>
<p>«Ήταν ο πατέρας μου, Χρήστος, ο Παντελής ο Οικονόμου, και κάποιος ακόμα, κάποιος Κρητικός, δεν το θυμάμαι το όνομά του τώρα».</p>
<p>«Από πού έπαιρνε το σιτάρι ο Μαράκης;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Απ’ όλη την Ελλάδα» είπε. «Έπαιρνε κι απ’ τον Αλίαρτο, κι από τη Θεσσαλία – απ’ όλη την Ελλάδα. Είχε εφτά μεγάλα φορτηγά. Όταν φόρτωνε καράβι έρχονταν αυτοκίνητα απ’ όλη την περιοχή, ουρά κάνανε».</p>
<p>Ο κ. Ζυγογιάννης εξήγησε την καλή εικόνα που παρουσίαζε το εργοστάσιο:</p>
<p>«Τότε, μέχρι και μετά τη Χούντα, δεν έφτιαχνε όποιος ήθελε μύλο, απαγορευότανε. Και επί Χούντας, θυμάμαι, η αστυνομία ήταν στην πόρτα – έλεγχε τα αλεύρια που φεύγανε, για να ελέγχουν τη φορολογία. Τα σακιά είχαν όλα στάμπα. Αυτά τα ’χε κάνει ο Καραμανλής, επί Καραμανλή άρχισαν οι έλεγχοι στην ποσότητα».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν ο ίδιος έκανε και δουλειά εκτός μύλου. Απάντησε θετικά:</p>
<p>«Με έστελναν στην έκθεση στη Θεσσαλονίκη να βλέπω μηχανήματα, πήγαινα σε άλλα εργοστάσια να ξηλώσω μηχανήματα όταν τα αγόραζε ο Μαράκης… Ή στην Αθήνα… Υπήρχαν και στην Αθήνα εργοστάσια που έφτιαχναν μηχανήματα –ήταν ο Λινός, π.χ.–, εκτός απ’ αυτά που έφερναν απέξω».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν ο Μαράκης ανανέωνε συχνά τα μηχανήματά του.</p>
<p>«Ο Μαράκης έκανε συνέχεια προσθήκες» είπε. «Δεν ήταν έτσι το εργοστάσιο απ’ την αρχή, το μεγάλωσε σιγά σιγά. Από το ’47 ως το ’82 έκανε προσθήκες τέσσερις φορές. Στην αρχή είχε τρεις κυλινδρομηχανές, μετά έξι, μετά δέκα. Μια κυλινδρομηχανή είχε τότε 5.000.000 δραχμές».</p>
<p>«Πώς έβρισκε τα χρήματα για να επενδύσει;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Πάντα με τις τράπεζες δούλευε αυτός. Έπαιρνε δάνεια, είχε πάρει κι από το Μάρσαλ. Τότε με το Μάρσαλ πολλοί πήρανε λεφτά. Μέχρι και ιμάντες από καμηλότριχα φέραν απ’ την Αμερική. Όλες οι βιομηχανίες πήραν λεφτά τότε».</p>
<p>Στο σημείο αυτό επενέβη και η κα Ιωάννα, η οποία είναι από τη Θήβα:</p>
<p>«Το θυμάμαι καλά το Μάρσαλ, γιατί είχαν έρθει οι Αμερικανοί κι είχαν νοικιάσει ένα σπίτι απέναντι από το σπίτι μας – κι ο οδηγός τους ήθελε να με υιοθετήσει».</p>
<p>Ρωτήσαμε τον κ. Ζυγογιάννη αν ο Μαράκης δούλευε πολύ με Κρητικούς από τον τόπο του.</p>
<p>«Τελευταία είχε φέρει πολλούς Κρητικούς» είπε. «Είχε και Κρητικό προϊστάμενο, τον γαμπρό του από την αδερφή του, Παπαδάκη Στέλιο τον λέγανε. Αυτός είχε δυο παιδιά, η κόρη του σπούδασε οικοκυρικά κι έγινε δασκάλα, ο γιος του σπούδαζε στην Αθήνα. Ο Παπαδάκης επιτηρούσε μέσα στο εργοστάσιο – εγώ δεν τον υπολόγιζα, εγώ ήμουν προϊστάμενος στους τεχνίτες, για το τι θα κάνει ο καθένας ήμουν υπεύθυνος εγώ.</p>
<p>»Θυμάμαι, μια φορά» είπε γελώντας «είχαμε τρεις γυναίκες που ράβανε, στα σακιά. Έρχεται η μία και μου λέει “Μπορείς να με διώξεις, Γιώργο; Θέλω να φύγω, να πάρω την αποζημίωση. Διώξε με και θα σου πάρω έναν αναπτήρα”. Πάω στον Μαράκη, του λέω “Έχουμε τρεις γυναίκες, δε μου χρειάζονται και οι τρεις. Δύο θέλω”. “Διώξε όποια θες” μου λέει ο Μαράκης, την έδιωξα. Όντως, έφυγε εκείνη, πήρε και την αποζημίωση. Μετά από ένα χρόνο, τη βλέπω κι έκανε βόλτα με τον άντρα της. “Βρε” της κάνω “πού είναι ο αναπτήρας;”». Γέλασε.</p>
<p>Στη συνέχεια ρωτήσαμε ποια ήταν η σχέση του Μαράκη με τους εργαζόμενους στο εργοστάσιο. «Οι απλοί οι μεροκαματιάρηδες τον φοβόντουσαν. Γιατί τότε κάναν ουρά οι άνθρωποι για να βρούνε δουλειά. Πήγαιναν, θυμάμαι, στον πατέρα μου που ήταν φύλακας και τον παρακαλούσαν να πει μια κουβέντα στον Μαράκη για να τους πάρει. Ο πατέρας μου έγραφε σ’ ένα χαρτί το όνομά τους, τα πήγαινε στον Μαράκη, κι αυτός ήταν όλο υποσχέσεις. Περίμεναν οι άνθρωποι, τίποτα δε γινόταν. Ήθελε δουλειά ο κόσμος… Εδώ πήγε μια μέρα ο Παπαδάκης κι είπε σ’ έναν εργάτη να του κάνει αύξηση. “Δε θέλω αύξηση” λέει εκείνος “μόνο να μη με διώξεις”».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε ποια ήταν η δική του θέση στο εργοστάσιο κι αν το ίδιο ίσχυε και γι’ αυτόν.</p>
<p>«Όχι, με μένα ήταν αλλιώς. Εμένα με χρειάζονταν. Ήμουν μηχανικός, ήξερα να δω την ποιότητα, το χημείο, με είχαν ανάγκη. Έφυγα εγώ κι έκλεισε».</p>
<p>«Πόσες ώρες δουλεύατε τη μέρα;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Και τριάντα, και σαράντα! Το πιστεύεις;» απάντησε έντονα και γέλασε. «Ασταμάτητα! Ακούστε ένα περιστατικό… Ήμουν 20-25 ετών. Πήγα το πρωί στις έξι η ώρα, νύχτωσε, ξημέρωσε πάλι, νύχτωσε πάλι, ε, δεν άντεξα, κλείνω κι εγώ τις μηχανές και φεύγω – με έψαχνε την επόμενη μέρα ο Μαράκης, έστειλε τον πατέρα μου στο καφενείο να με φωνάξει, “Δεν έρχομαι” του είπα εγώ, παρακαλούσε ο Μαράκης, τελικά γύρισα. Ούτε υπερωρίες μας έδινε, ούτε δώρα, τίποτα. Μας ρούφαγε το αίμα με το καλαμάκι».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν έγινε ποτέ κάποια κίνηση διαμαρτυρίας απ’ την πλευρά των εργατών.</p>
<p>«Γύρω στο ’68-70, νομίζω, δε θυμάμαι ακριβώς, νομίζω ήταν επί Χούντας, κάναμε ένα Σωματείο. Ήμασταν γραμμένοι καμιά σαρανταριά άτομα, βοηθοί, γραφιάδες (αυτοί όχι όλοι, μόνο όσοι δε φοβόντουσαν), είχαν γραφτεί όλοι. Ήρθαμε εδώ, στον κεντρικό, ένα βράδυ, σ’ ένα γραφειάκι, “Το Σωματείο των Εργαζομένων” – το γραφειάκι υπάρχει ακόμα, το ’χουνε τώρα οι οικοδόμοι. Αφού είχαμε κάνει το Σωματείο, ένα βράδυ παρεξηγήθηκε η ταμίας [του εργοστασίου «Α&amp;Μ»] με έναν εργάτη και τον έδιωξε. Την άλλη μέρα λέει ο πρόεδρος του Σωματείου “Αύριο θα κάνουμε δυο ώρες στάση, εσύ θα κατεβάσεις τους διακόπτες”. Πώς να τους κατεβάσω εγώ; Μόνος μου; Να με αφήσουνε μόνο μου να κλείσω τις μηχανές; “Εγώ δεν τον σταματάω το μύλο” λέω. “Θα βγουν πρώτα οι εργάτες όλοι έξω και μετά τον σταματάω”. Tελικά δεν την κάναμε την απεργία. Ήθελαν να ρίξουν τα βάρη σ’ εμένα».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν ο Μαράκης ήξερε για το Σωματείο και ποια ήταν η αφορμή που είχε απολυθεί εκείνος ο εργάτης.</p>
<p>«Στην αρχή ο Μαράκης δεν ήξερε, έμαθε μετά.</p>
<p>»Εκεί, όταν πληρώνονταν οι εργάτες, σου ’λεγε η ταμίας “Θα σου κρατήσω 500 δραχμές για την εκκλησία”. “Μα…” πήγαινε να πει ο εργάτης… Τι να ’κανε ο κόσμος, ήθελε δουλειά. Ο αδερφός μου είχε τσακωθεί πολλές φορές. “Άμα θέλω αφήνω εγώ, δε θα κρατήσεις εσύ!” φώναζε. Έτσι έδιωξε κι έναν εργάτη που αντέδρασε, κι είπαμε για την απεργία. Μετά το έμαθε ο Μαράκης, έπιασε από δω τον έναν, τον άλλον από κει, έναν έναν ξεχωριστά, τα παρατήσαμε. Παραδώσαμε στη Λιβαδειά τις σφραγίδες – μπορεί να υπάρχουν ακόμα. Όταν το στήσαμε είχε έρθει επόπτης από το Εργατικό Κέντρο, είχε έρθει κι ο πρόεδρός του, που ήταν πρόεδρος και στα ΚΤΕΛ, ψηφίσαμε κιόλας, είχαμε γραμματέα, πρόεδρο, Δ.Σ., όλα. Κράτησε κάνα δυο μήνες, τις συναντήσεις τις κάναμε σ’ εκείνο το γραφειάκι. Δεν προλάβαμε να ζητήσουμε τίποτα.</p>
<p>»Μας ρούφαγε το αίμα με το καλαμάκι. Θυμάμαι, μια φορά, είχε έρθει στο εργοστάσιο ένας ξάδερφός μου να με δει. Κι αφού είδε πώς ήτανε, πάει στο Μαράκη και του λέει “Κύριε Μαράκη, δώσ’ του καμιά άδεια, κρίμα είναι”. Δεν έδινε τίποτα. Μετά το ’70 κάτι άρχισε να δίνει».</p>
<p>«Ένσημα κόλλαγε;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Μετά το ’53 έβαζε ένσημα. <em>Εμένα</em> μου έβαζε» τόνισε ο κ. Ζυγογιάννης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπήρχαν κι εργάτες που δούλευαν χωρίς ένσημα. Και συνέχισε: «Ξέρεις τι άνθρωπος ήταν; Έπρεπε να παίρνω ένα μήνα άδεια. Μου την έδωσε για ένα-δυο χρόνια, μετά έρχεται ο λογιστής του, ο Σ., και μου λέει “Δεν δικαιούσαι τέτοια άδεια, κακώς σ’ τη δίναμε τόσα χρόνια. 15 μέρες δικαιούσαι”. Έφυγα εγώ αμέσως από το μύλο και πήγα στον Οργανισμό [Κωπαΐδας], εκεί ήταν ο Σταθούλης, ένας λογιστής ηλικιωμένος. Μπήκα μέσα, του λέω “Κύριε Σταθούλη, έχω αυτό το πτυχίο, είμαι έτσι κι έτσι… Τι άδεια δικαιούμαι;” “Ένα μήνα” μου λέει. Γυρνάω στο μύλο, και μόλις με βλέπει ο φύλακας λέει “Πήγαινε μέσα, σε θέλει ο Μαράκης, ξέρει ότι πήγες στον Οργανισμό”. Αλλά εγώ το ήξερα κιόλας. Γιατί το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Σταθούλης όταν μπήκα στο γραφείο του ήταν “Μόλις πήρε τηλέφωνο ο λογιστής του Μαράκη”. Τέτοιοι άνθρωποι ήτανε…»</p>
<p>Φέραμε πάλι την κουβέντα στο Σωματείο: «Ποιος ξεκίνησε αυτή τη διαδικασία;»</p>
<p>«Εγώ δεν ενεργούσα να γίνει Σωματείο» είπε. «Εγώ ήμουν τεχνικός διευθυντής εκεί μέσα. Ήταν άλλοι, πιο χαμάληδες, και με παρέσυραν κι εμένα κι υπέγραψα».</p>
<p>«Συμμετείχε ο Νίκος ο Τρούγκας;»</p>
<p>«Ο Τρούγκας; Ναι, ήταν κι αυτός στο σωματείο».</p>
<p>Τον ρωτήσαμε, έπειτα, αν ο Μαράκης έκανε διακρίσεις απέναντι στους Κρητικούς εργαζόμενους. «Όχι, δεν έκανε διακρίσεις» είπε. «Αυτός ήτανε για να τους πιει ολωνών το αίμα με το καλαμάκι. Πήγαινε μυστικά στον έναν, στον άλλον, τους έλεγε “Θα σου δώσω ένα αυγό το βράδυ” κι ύστερα έβγαινε και φώναζε “Ε, εσύ που έφαγες το αυγό!” και γυρνούσαν όλοι… Τέτοιος άνθρωπος ήτανε.</p>
<p>»Ο Μαράκης είχε τρεις κόρες» συνέχισε ο κ. Ζυγογιάννης. «Η μεγαλύτερη παντρεύτηκε, έκανε ένα γιο [...]</p>
<p>»[…] Η μεγάλη του η κόρη είχε βάλει υποψήφια μαζί με τον Νίκο τον Ηλία, ήτανε δεξιός αυτός – ο Μαράκης βενιζελικός. Πήγαινε τότε η κόρη του από σπίτι σε σπίτι και ρώταγε “Πόσους ψήφους θα μου δώσεις;” […] Της λέω εγώ “Πάνω από τριάντα ψήφους δεν παίρνεις, μην περιμένεις”. Αυτοί περίμεναν πως θα ’παιρνε πάνω από διακόσιους ψήφους. Και τελικά η κόρη του δε βγήκε – πήρε είκοσι πέντε ψήφους, την είχαμε ψηφίσει εμείς, τα αδέρφια μου, η οικογένειά μου. Κι όταν την άλλη μέρα πήγα στο εργοστάσιο, με αρπάζει ο Μαράκης κι αρχίζει κάτι φωνές “Είστε όλοι αχάριστοι!” – και τα ’λεγε σ’ εμένα κιόλας, που εμείς τον είχαμε ψηφίσει. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. “Ποιος νομίζεις ότι είσαι;!” αρχίζω. “Είσαι ένα τίποτα! Είσαι ένα μηδέν!” Σκύβει το κεφάλι ο Μαράκης, δε μίλησε, έφυγε και πήγε στη βίλα του. Κι όπως έβγαινε λέει στο φύλακα “Μη τον παρεξηγάς, Παντελή, έχει χάσει τη γυναίκα του”».</p>
<p>«Πραγματικά, μιλήσατε έτσι στον Μαράκη;»</p>
<p>«Κανείς άλλος δεν τους αντιμιλούσε. Εγώ δεν τους υπολόγιζα» είπε ο κ. Ζυγογιάννης [...] Μιλούσαμε κι έτσι με το Μαράκη. Εγώ ήμουνα σε όλα τα κόλπα, και στο λογιστήριο, και παντού. Τώρα τελευταία, πριν το κλείσει, τρώγαμε και μαζί, στο σπίτι του.</p>
<p>»Κάποια μέρα είδα τα βιβλία, όταν ήτανε μείον το γράφαν με κόκκινο μολύβι, κι έβγαινε χρέος 700.000 τη μία, 500.000 την άλλη, 800.000… Πάω και του λέω “Τι γίνεται; Το ταμείο βγήκε κόκκινο”. “Αναγκαίο κακό” λέει “έδωσα στον […] τόσα, τόσα, τόσα…” Ε, μετά έκλεισε. Τα ’χε χαμένα στο τέλος, γεράματα. Πέθανε 85 χρονών, κι εμένα δε μου είπαν τίποτα. Και συνάντησα κάποια φορά το φύλακα, και μου ’πε ότι του ’χε πει η οικογένεια να μη μου πει εμένα τίποτα για να μην πάω στην κηδεία». Ο κ. Ζυγογιάννης φαινόταν ακόμα πικραμένος από αυτή την ιστορία.</p>
<p>«Σκέψου» συνέχισε «κι εμένα με είχανε στο μύλο “ό,τι πει ο Γιώργης”. Μου είχανε εμπιστοσύνη. Αλλά κοίταζα κι εγώ το συμφέρον του μύλου, κοίταζα και τους εργάτες.</p>
<p>»Ήταν ένας εργάτης που έριχνε το σιτάρι με το φτυάρι, και δούλευε σ’ ένα δωματιάκι μικρό, πέντε μέτρα ύψος, χωρίς παράθυρα. Τον βλέπω, είχε γίνει κάτασπρος, δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Μπαίνω μέσα, τον αρπάζω, τον τραβάω έξω ν’ αναπνεύσει, μην πάθει τίποτα, μην πεθάνει. Με είδε το αφεντικό και μου ’βαλε τις φωνές, να μην το ξανακάνω».</p>
<p>«Συνέβαιναν εργατικά ατυχήματα;» ρωτήσαμε τον κ. Ζυγογιάννη.</p>
<p>«Ναι, συνέβαιναν» είπε αμέσως. Του ζητήσαμε να θυμηθεί κάποια και να μας τα περιγράψει.</p>
<p>«Θυμάμαι, ένα παιδί είχε σπάσει το πόδι του. Πατινάρισε το λουρί κι αυτός έβαλε το πόδι για να το σταματήσει. Ήταν δεκαεφτά χρονών, Ηλία Πανάγου τον λέγανε, ο πατέρας του ήταν αντάρτης και τον είχαν σκοτώσει το ’48 – το θυμάμαι, του είχε βγει όλο το κόκαλο έξω, ρε παιδιά, όλο το κόκαλο.</p>
<p>»Είχαμε ένα μηχάνημα που ο άξονάς του εξείχε. Δούλευε κάποιος, φαίνεται είχε τα πουκάμισά του έξω, μάλλον κάτι θα πλησίασε να γράψει, ν’ ακουμπήσει πάνω, του πήρε ο άξονας το πουκάμισο, το γύρισε, του ’κοψε τα γεννητικά του όργανα. Έτρεξα κι εγώ, τι να σας πω… Αηδία ήταν. Έγινε δικαστήριο μετά, ήμουν κι εγώ μάρτυρας […] Και τελικά αθωώθηκε ο Μαράκης. Μας πήρε όλους μετά τη δίκη, μαζί με τον εργάτη, και μας κέρασε σ’ ένα καφενείο λεμονάδες.</p>
<p>»Ο εργάτης ήταν ευχαριστημένος» εξήγησε ο κ. Ζυγογιάννης «γιατί θα συνέχιζε να δουλεύει εκεί.</p>
<p>» Να σας πω… Για το ότι τα μηχανήματα δεν είχαν προφυλακτήρα, είχαμε ευθύνη. Αλλά ποιος είχε ευθύνη; Εγώ, ή ο επιθεωρητής; Όχι, ο Μαράκης, ο Μαράκης ήταν το αφεντικό».</p>
<p>«Καλά, δεν γίνονταν όμως επιθεωρήσεις;»</p>
<p>Ο Ζυγογιάννης γέλασε.</p>
<p>«Είτε γίνονταν επιθεωρήσεις είτε όχι, το ίδιο έκανε. Ο επόπτης έπαιρνε τηλέφωνο από την προηγούμενη κι έλεγε στον Μαράκη “Αύριο έρχομαι στις δέκα για επιθεώρηση, κανόνισε” – για μίζα. Αν ήσουν ανασφάλιστος, σου ’λεγε ο υπεύθυνος να πας πιο πέρα, να μη φαίνεσαι, και μετά γυρνούσαν πάλι».</p>
<p>«Άλλα εργατικά ατυχήματα, θυμάστε;» επιμείναμε.</p>
<p>«Κάθε μέρα χτυπάγαμε» είπε αμέσως ο κ. Ζυγογιάννης «αλλά όχι σοβαρά».</p>
<p>«Υπήρχαν δουλειές που ήταν επικίνδυνες;»</p>
<p>Γέλασε πάλι. «Όλες επικίνδυνες ήταν οι δουλειές. Πόσες φορές είχανε σκάσει διακόπτες και με είχανε κάψει εμένα…» Ο κ. Ζυγογιάννης έφερε τα χέρια στο πρόσωπο. «Τροχάδην πήγαινα στο γιατρό, έβαζα οινόπνευμα. Μια φορά είχα σπάσει τρία πλευρά. Να, εδώ» είπε και μας έδειξε.</p>
<p>«Ακόμα σε ενοχλεί» παρενέβη η κα Ιωάννα.</p>
<p>«Πήγα στο γιατρό, ούτε που μου το δέσανε. Περίπου το ’82 ήταν. Ήμουν στο ΙΚΑ. Μου είπαν “Πάρε 3-5 μέρες άδεια”, εγώ την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά κι έδινα εντολές, δεν έσκυβα, να σηκώσω βάρος. Ακόμα όμως με πονάει. Είχε πιάσει άχυρα το σιλό, έβαλα τη σκάλα, την ξύλινη, την ακούμπησα στο δοκάρι να το ξεβιδώσω και να καθαρίσω. Γλίστρησα κι έπεσα σ’ ένα κασόνι – μου κόπηκε η ανάσα, ούτε να φωνάξω δεν μπορούσα. Με πήρανε στη Λιβαδειά, στο νοσοκομείο, κι εκεί ήρθαν να μου βάλουνε ορό. Ε, πού να τα ξέρω τότε αυτά εγώ, τους βλέπω “Τι μου βάζετε” λέω “ορό, δεν πεινάω”». Γέλασε.</p>
<p>Τον ρωτήσαμε αν υπήρχαν αντιπαλότητες μεταξύ εργατών και λογιστών.</p>
<p>«Όλοι μια ομάδα ήμασταν. Κι έπαιρναν όλοι βαρέα, και οι λογιστές και οι φύλακες. Αυτό εγώ δεν το καταλάβαινα».</p>
<p>«Πόσους λογιστές είχε το εργοστάσιο;»</p>
<p>«Ήταν εφτά-οχτώ λογιστές, γραφιάδες, παραγραφιάδες… Μόνιμοι, μισθωτοί, δουλεύανε χρόνια».</p>
<p>Στη συνέχεια τον ρωτήσαμε αν το εργοστάσιο είχε Εσωτερικό Κανονισμό.</p>
<p>«Ναι, υπήρχε Εσωτερικός Κανονισμός, βέβαια. Το πρωί πηγαίναμε, είχε έναν πίνακα, και κοιτάζαμε. Έγραφε, π.χ., “O Ζυγογιάννης έχει σπάσει ένα παράθυρο, πρόστιμο 30 δραχμές”. Kι όταν πληρωνόσουν σ’ τα κράταγε. Ή, “O τάδε άργησε δέκα λεπτά”».</p>
<p>«Χτυπούσατε κάρτα;»</p>
<p>«Όχι, δεν υπήρχαν τότε αυτά. Αλλά πώς “χτυπούσαμε κάρτα”: Ο κάθε φύλακας έγραφε, τι ώρα πήγε ο ένας κι ο άλλος. Κι όταν έβγαιναν οι εργάτες, τους έψαχναν μήπως κλέψουν κάτι».</p>
<p>«Σας έψαχναν κι εσάς;»</p>
<p>«Όταν ήμουν μικρός, ναι. Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρός είχα φτιάξει ένα εργαλείο, ξύλινο. Δούλευα μαζί με τους μαραγκούς, κι αυτοί είχαν ένα εργαλείο, ένα σημαδευτήρι, ξέρεις, που σημάδευαν το ξύλο και μέτραγαν πού θα το κόψουν. Ε, το πήρα κι έφτιαξα ένα δικό μου. Βγήκα έξω, με έψαξε ο φύλακας, το ’χα εγώ μες στο πουκάμισο, μου το πήρε. “Δικό μου είναι, εγώ το ’φτιαξα” του λέω εγώ, τίποτα. Το πήρε ο Μαράκης και το είχε πάνω στο γραφείο του, το ’δειχνε σαν λάφυρο στους υπόλοιπους: “Κοιτάτε τι βρήκα…” Τέτοιος άνθρωπος ήτανε».</p>
<p>«Υπήρχαν εργάτες που έφευγαν για να δουλέψουν αλλού;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Είχε διώξει ο Μαράκης οδηγούς, είχανε κάνει παραπτώματα – αυτοί μετά δούλευαν αλλού. Άμα τον έδιωχνε κάποιον ο Μαράκης, ε, τι θα ’κανε, θα πήγαινε να παρακαλέσει το Γρίβα, το Μουράτη… Αλλά έκαναν κι αυτοί παραπτώματα.</p>
<p>»Εγώ παρακολουθούσα τα πάντα, κι έβλεπα. Τη μια μέρα βάζαν καινούριες αλυσίδες στ’ αυτοκίνητα, την άλλη γυρνούσαν με αλυσίδες σκουριασμένες. “Οι αλυσίδες τι γίνανε;” λέω μια μέρα σε έναν. “Αυτές είναι” μου λέει. Άλλον τον στείλαμε στη Θήβα ν’ αλλάξει σούστες. Γυρνάει πίσω, “Τις άλλαξα όλες” λέει. Μου λέει εμένα ο Μαράκης “Γιώργη, πήγαινε να δεις αν τις άλλαξε” Κοιτάζω εγώ, μόνο τις δύο είχε αλλάξει. “Xαλβά, σούστες έχεις αλλάξει δυο φύλλα μόνο, γιατί;” λέω στον οδηγό. Αυτόν τον λέγανε Τάσο, Τάσο Αντωνίου, από το Μούλκι, αλλά έτσι τονε φωνάζαμε, “Χαλβά”. Κι άρχισε να φωνάζει ο Χαλβάς, “Βρε, με κορόιδεψε, μου είπε ότι τις άλλαξε όλες, εγώ έπινα καφέ, δεν έβλεπα!”.</p>
<p>»Κλέβανε πολύ. Ε, δεν είχε άνθρωπο δικό του ο Μαράκης. Κλέβαν ακόμα και τους φούρνους. Είχανε κάτι τετραξονικά, έμενε μέσα ο φούρναρης μέχρι να ξεφορτώσουν, κι αυτοί φόρτωναν σακιά απ’ τους φούρνους και τα πούλαγαν σ’ άλλον. Και πολλές φορές τα σακιά δεν τα έφερναν πίσω. Ε, τι γίνεται στην κοινωνία… Κάθε μήνα έβγαινε δελτίο, από τους Αλευροβιομήχανους, με τους μεγαλύτερους μύλους, κι έλεγε πόσους τόνους άλεσε ο καθένας. Ο Μαράκης ήταν στους μεγαλύτερους».</p>
<p>«Τι έλεγε ο Μαράκης προς το τέλος;» ρωτήσαμε.</p>
<p>Χαμογέλασε. «Προς το τέλος… ο Μαράκης έβλεπε το τέλος του. Τίποτα δεν ήθελε να κάνει […]</p>
<p>»Είχε έναν απ’ την Κρήτη, ένα λογιστή» συνέχισε ο κ. Ζυγογιάννης «ο πατέρας του ήταν οδηγός, η μάνα του δούλευε εδώ, δεν του είχε εμπιστοσύνη. Για να δώσει το μύλο για νοίκι έκανε ένα χαρτί που έβαζε ρήτρα, “Να μην μπει ο Σ. εδώ”. Αλλά τον έβαλε κρυφά ο άλλος από πίσω.</p>
<p>»Όταν έδωσε το μύλο έκανε απογραφή σε όλα, όλα τα μηχανήματα, τα πάντα. Για δύο χρόνια που τον νοίκιασε, εγώ ήμουν ο μόνος μάστορας. Μετά, ήρθε η κόρη του μαζί με τον Λ. και τα παρέλαβε. Εγώ υπέγραψα. Τη λίστα με τα μηχανήματα την είχα ακόμα, μέχρι πριν από πέντε χρόνια. Εγώ υπέγραψα. Είχε κυλινδρομηχανές, πλασίστερ, οξυγονοκολλητές, τα πάντα».</p>
<p>«Συνέχισε ο μύλος μετά το ’82;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Το ’82 δεν έστεκε ο Μαράκης καλά, είχε αρχίσει να τα χάνει. Ξέχναγε… Έμενε στην Αθήνα. Μετά το ’82 μπήκε λουκέτο».</p>
<p>«Γιατί;»</p>
<p>«Μετά το ’82 με κάλεσε ο [λογιστής] Σ. και μου λέει “Θα κάνουμε δικό μας μύλο, έλα”. “Εντάξει” λέω “θα σας ακολουθήσω”. Ο Μαράκης από τότε τελείωσε. Στεναχωρήθηκε. Εγώ όμως έβλεπα ότι ο μύλος δεν τράβαγε. Το ’82 πήγαμε στη Θήβα […]».</p>
<p>«Ποια ήταν η θέση του Μαράκη στην τοπική κοινωνία;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Α, ήταν οι πιο εκλεκτοί. <em>Κατά τη γνώμη τους</em>, όμως, οι πιο εκλεκτοί» υπογράμμισε.</p>
<p>«Έβγαινε, πήγαινε στις ταβέρνες, στα καφενεία;»</p>
<p>«Ποτέ. Ο Μαράκης δεν έβγαινε ποτέ. Έπαιρνε καμιά φορά απ’ τον Τσαπάρα καφέ. Δεν κατέβαινε χαμηλά, να κάτσει όπως εμείς τώρα».</p>
<p>«Για τι θέματα μιλούσε; Μαζί σας, για παράδειγμα;»</p>
<p>«Μιλούσε για το συμφέρον του μύλου του, γι’ αυτό μιλούσε. Αφήστε τα, ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα – από μικρά παιδιά μας εκμεταλλευόταν. Κι έφτιαξε ένα μεγάλο πράγμα και δεν έμεινε τίποτα, στάχτη μόνο. Περνάω τώρα από κει και με πιάνει απελπισία».</p>
<p>«Ποιες ήταν οι συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο;»</p>
<p>«Α, δεν υπήρχε διάλειμμα, τίποτα. Κι αν ήθελες να φας κάτι, κρυφά. Είχες μια πετσετούλα στην τσέπη με λίγο ψωμί, ξέρω γω, το έτρωγες κι έκανες μαζί και τη δουλειά. Το λιγότερο που δούλευα ήταν δώδεκα ώρες <em>συνέχεια</em>.</p>
<p>»Μια μέρα, είχα δουλέψει σαράντα ώρες, είπα καληνύχτα σας κι έφυγα. Την άλλη μέρα έπρεπε να πάω στην ώρα μου, το απόγευμα, δεν πήγα. Ο Μαράκης έστειλε τον Χρήστο, τον πατέρα μου, να με φωνάξει. Πήγα τελικά, ο Μαράκης ήταν στο γραφείο του, δε βγήκε καθόλου, δεν είχε μούτρα. Τι να κάνω; Ήταν ο πατέρας μου εκεί, ο αδερφός μου… Δεν είχα και το δίπλωμα ακόμα, δεν υπήρχαν και δουλειές».</p>
<p>«Έρχονταν βουλευτές στο μύλο;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Συνέχεια. Έρχονταν βουλευτές, πάρα πολλοί, όχι λίγοι. Ο Παπασπύρου απ’ τη Λιβαδειά ήταν ο νούμερο ένα. Θυμάμαι μια φορά, επί Πλαστήρα, σταμάτησε ο Πλαστήρας στο εργοστάσιο. Ο Μαράκης ήταν αξιωματικός του Πλαστήρα. Μετά μας πήρε όλους, όλο το προσωπικό, ο Μαράκης, μ’ ένα φορτηγό στην Αράχωβα, για να συνδράμουμε τον Πλαστήρα».</p>
<p>«Ο Κίνιας ερχόταν; Είχε σχέσεις ο Μαράκης με τον Κίνια;»</p>
<p>«Όχι, ο Κίνιας όχι».</p>
<p>«Αν επιτρέπετε, πολιτικά πού βρισκόσασταν εσείς;»</p>
<p>Γέλασε. «Το ’61 εγώ ψήφισα ΚΚΕ. Στο Ζαγαρά. 100 ψηφοφόροι ήτανε όλοι κι όλοι, και μόνο δύο ψήφισαν ΚΚΕ. Μετά, όταν γύρισε ο Καραμανλής από τη Γαλλία, εγώ έγινα καραμανλικός. Ο Μαράκης αντιδρούσε. Αλλά εγώ καταλάβαινα ότι εδώ έχει φαΐ. Θυμάμαι, μια κοπέλα απ’ το γραφείο είχε κρεμασμένη στον τοίχο μια φωτογραφία του Καραμανλή. Ο Μαράκης δεν τον ήθελε τον Καραμανλή, κι όμως, αυτός ήταν για τους βιομήχανους, για τη σταθερότητα, για την εργασία. “Μη την κατεβάσεις!” λέω στην κοπέλα».</p>
<p>«Πώς κυλούσε η δουλειά στο εργοστάσιο;» ρωτήσαμε τον κ. Ζυγογιάννη. «Κάνατε πλάκες μεταξύ σας, π.χ., υπήρχαν τσακωμοί;»</p>
<p>«Α, εμένα οι εργάτες με είχανε όλοι σαν πατέρα. Εγώ ήθελα να γελάω. Τους πείραζα. Δουλεύαμε σκληρά, αλλά ήθελα και το καλαμπούρι. Θυμάμαι, ήταν κάτι Κρητικοί που τους είχε φέρει από συγγενείς του κι εγώ τους είχα να δουλεύουν – πολλή δουλειά… 400 σακιά την ώρα έπρεπε να φορτώσουν, δεν τους άφηνα να κάτσουν καθόλου. Μετά όμως, όταν η δουλειά τέλειωνε και φεύγαν τα φορτηγά, τους έλεγα “Τραβάτε πάνω, καθίστε μία ώρα”. Τους έκανα καλαμπούρια, όλοι κάνανε. Μέχρι οινόπνευμα είχανε βάλει μιανού στον πισινό, κι έτρεχε με το λάστιχο.</p>
<p>»Μετά, θυμάμαι, είχαμε έναν εργάτη απ’ τα Άγραφα, πάνω, ήτανε Βλάχος. Και ξέρετε πώς είναι το εργοστάσιο, οι σκάλες… Στριφογυριστές, τα σκαλοπάτια είναι σαν σχάρες, ανέβαινες πάνω κι έβλεπες κάτω ποιοι ανέβαιναν. Ε, ανέβαινε κάνας εργάτης, αυτός που σας λέω, κι εμείς από πάνω τού ρίχναμε πίτουρα». Ο κ. Ζυγογιάννης γέλασε πάλι, και σηκώθηκε όρθιος να μας δείξει πώς αντιδρούσε ο εργάτης απ’ τα Άγραφα.</p>
<p>«Μόλις ανέβαινε, στεκότανε έτσι και τους κοίταζε όλους, έναν έναν, στεκότανε σε κάποιον, Λεωνίδα τον έλεγαν, κι έλεγε “Μήπως είσαι κι εσύ παλιομπινές, κυρ Λεών;”».</p>
<p>«Οι εργάτες πού άνηκαν πολιτικά; Υπήρχε κάποια ομοιομορφία;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Οι περισσότεροι ήτανε με την Ένωση Κέντρου. Με τον Γιώργο τον Παπανδρέου. Όταν κυβέρναγε ο Παπανδρέου – ο Γιώργος – ο κόσμος δυσαρεστήθηκε, και γύρισαν προς τα κει, προς τον Καραμανλή, μετά τη Χούντα. Όπως και τώρα. Εγώ τώρα ψηφίζω Νέα Δημοκρατία. Εμ, όταν κυβερνάς 20 χρόνια και κάνεις γούρνα την Ελλάδα, τι θα κάνει ο κόσμος μετά;»</p>
<p>«Υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ αριστερών και δεξιών μετά τον Εμφύλιο στον Αλίαρτο;»</p>
<p>«Ναι, υπήρχε διαχωρισμός, φυσικά. Ήτανε δεξιοί – αριστεροί. Άμα ήξερες ότι ο καφετζής ήτανε δεξιός, δεν έμπαινες καθόλου. Αλλά ανοιχτές κόντρες, όχι, δε γίνονταν. Αριστερός ήμουν κι εγώ. Όμως όταν ήρθε ο Ανδρέας ο Παπανδρέου, έκανε παντού γραφεία. Είχαμε τοπικές οργανώσεις στον Αλίαρτο. Κι έβλεπες μέσα κάτι σαβούρες, κάτι τεμπέληδες!</p>
<p>»Να σας πω… Εμείς πήραμε το ’70 το μαγαζί του Κομίνη. Κι είχαν αρχίσει από τότε τα πασόκια… “Πού τα βρήκατε;” Τι πού τα βρήκαμε; Εμείς ήμασταν τρία αδέρφια, και οι τρεις δουλεύαμε στον Μαράκη. Αυτοί κατιλεμέδες ήταν όλοι τους, μόνο κριτική κάνανε. Εμείς ήμασταν τρία αδέρφια, και δουλεύαμε κι οι τρεις, και το ταμείο το είχαμε κοινό. Κι έτσι μπορέσαμε και, σιγά σιγά, φτιάξαμε τη δική μας δουλειά. Στην αρχή αγοράσαμε ένα φορτηγό, έφυγε ο ένας απ’ το εργοστάσιο. Μετά αγοράσαμε ένα λεωφορείο, έφυγε κι ο δεύτερος, μετά αγοράσαμε άλλο ένα. Κι όταν αγοράσαμε κι αυτό το δεύτερο, κάτσαμε και τα βάλαμε κάτω, λέμε δε συμφέρει, τι, να δουλεύω εγώ στον Μαράκη και να πληρώνουμε οδηγό… Καλύτερα να το δούλευα εγώ το λεωφορείο. Λέω στον Μαράκη, από έξι μήνες πριν, “Κανόνισε, το Μάιο εγώ φεύγω, κάνουμε δική μας δουλειά”. “Nαι, Γιώργη, μπράβο”, τέτοια έλεγε. Κι όταν μπήκε ο Μάιος έρχεται και με βρίσκει ο λογιστής, και μου λέει “Aν σου διπλασιάσουμε το μισθό, θα μείνεις;”. “Δεν ξέρω” λέω “να το συζητήσω με τα αδέρφια μου, μαζί αποφασίζουμε”. Ε, το συζητήσαμε, είπαμε ότι συμφέρει να πάρουμε οδηγό και να τον πληρώνουμε με τα μισά από το μισθό μου. Κι έτσι έγινε.</p>
<p>»Τότε η χωροφυλακή εδώ ήταν σταθμός, είχε καμιά δεκαριά χωροφύλακες. Κάποια φορά, καθόμασταν στο καφενείο με τα αδέρφια μου, έρχεται ο αστυνόμος και κάθεται στο τραπέζι μας. “Σας βλέπω και σας χαίρομαι, ρε παιδιά” λέει. “Αγαπημένοι, μονιασμένοι, εργατικοί. Εσείς θα πάτε μπροστά, και να ξέρετε πως όλοι εδώ στον Αλίαρτο σας σέβονται και σας φοβούνται”. Έτσι είπε.</p>
<p>»Αλλά δουλεύαμε, δουλεύαμε… Όχι σαν τους άλλους, που μόνο κάθονται κι είναι μόνο κριτική…»</p>
<p>«Πώς περνούσατε τις Κυριακές;» ρωτήσαμε.</p>
<p>Ο κ. Ζυγογιάννης γέλασε. «Τις Κυριακές, άμα δε δουλεύαμε στον Μαράκη, θα πηγαίναμε στην Κωπαΐδα με τα αδέρφια μου να ξεφορτώσουμε κάνα αυτοκίνητο, όσο ήταν. Γι’ αυτό σου λέω, ο Μαράκης μας έβαλε σε σειρά, δουλεύαμε. Εγώ χαίρομαι να δουλεύω. Ήταν κέρβερος, μας κυνήγαγε, αλλά μάθαμε πειθαρχία. Σχολή ήταν ο Μαράκης, σαν να βγάζεις μια σχολή. Αυστηρός ήταν, αυστηρός. Το πρωί ξημέρωνα εκεί, κι έφευγα το βράδυ».</p>
<p>«Μα δεν διασκεδάζατε καθόλου, δεν πηγαίνατε καμιά φορά σε κάνα καφενείο;» επιμείναμε.</p>
<p>«Καθόλου, ποτέ».</p>
<p>«Καλά – μπορείτε να μας περιγράψετε πώς περνούσαν οι ονομαστικές γιορτές;»</p>
<p>«Στις γιορτές γίνονταν επισκέψεις, θα γινότανε ένα γλέντι, χορεύαμε, ξενυχτάγαμε – δεν υπήρχε η τηλεόραση τότε. Τώρα από την τηλεόραση μαθαίνουμε τα πάντα, αλλά μας κάνει ξένους και στους συγγενείς. Καλύτερα πέρναγε η ζωή τότε. Κι ήμασταν χωρίς άγχος. Τώρα από την τηλεόραση ακούς συνέχεια πόσοι σκοτώθηκαν εδώ, τι καταστροφές γίνονται… Απελπίζεσαι».</p>
<p>«Διαβάζατε;»</p>
<p>«Ναι, διάβαζα. Κάτι εγκυκλοπαίδειες, όταν είχα την ευκαιρία διάβαζα. Είχα πάρει μια εγκυκλοπαίδεια, τον “Ήλιο”. Από τον Γιώργο τον Κομίνη, τον αριστερό. Πήγα μια φορά κι είχε κάτι βιβλία εκεί, τα πούλαγε, μου δίνει δύο, τον πληρώνω μπροστά, προκαταβολή, ποτέ δεν πήρα και τα υπόλοιπα. Κι έτσι είχα διαβάσει… “ό,τι βλέπει ο ήλιος”». Γελάει.</p>
<p>«Μα δεν είχαμε χρόνο για διάβασμα και για τέτοια» συνέχισε. «Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Αν πάθαινε μια ζημιά ο μύλος και σταμάταγε, έπρεπε να πάμε και να φέρουμε μηχάνημα από τον Πειραιά. Κι έπρεπε μετά να δουλέψουμε 48 ώρες συνέχεια για να καλύψουμε τη ζημιά».</p>
<p>«Πείτε μας για τον κ. Νίκο Τρούγκα».</p>
<p>«Α, ο Τρούγκας… Ήταν εργάτης αυτός, τίμιος, μόνο που μέθαγε».</p>
<p>«Πώς τον είχε ο κόσμος εδώ; Πώς τον βλέπανε;»</p>
<p>Ο κ. Ζυγογιάννης γέλασε. «Τον είχανε… Πώς τον είχανε. Τον είχανε… Τρούγκα. Εντάξει, ήταν ο τελευταίος του χωριού. Αλλά να σου πω εγώ την ιστορία γι’ αυτόν. Ο Τρούγκας δούλευε, κι έπινε. Του λέει ο Μαράκης μια φορά “Πάλι έχεις πιει;”. “Άντε να πιεις κι εσύ, μπορείς;” του κάνει ο Τρούγκας. “Φάε και ρέγκα άμα θες, και πιες κι εσύ”».</p>
<p>«Ο Μαράκης κουρευότανε στον Νίκο τον Τουρίκη; Έτσι μας έχει πει ο κυρ Νίκος».</p>
<p>«Ο Μαράκης; Ποτέ! Αυτός να βγει έξω και να πάει μαζί με τους άλλους στο κουρείο; Ποτέ! Αυτός δεν πήγαινε πουθενά. Μπορεί να με έστελνε εμένα, να μου ’λεγε “Άντε να φέρεις τον Τουρίκη να με κουρέψει”. Τέτοια ιδέα είχανε για τον εαυτό τους. Κι άμα τους έβλεπες τι έτρωγαν μέσα… Πριν φτιάξουν τη βίλα, που είχαν το μικρό το σπιτάκι. Τραχανά τρώγαν, τραχανά με λάδι και δυόσμο ξερό που τρίβαν. Ούτε αυτοί είχαν ψυγείο, και αυτοί έπλεναν στη σκάφη όπως όλοι… Ήτανε όλος ο κόσμος φτωχός τότε. Αλλά αυτός βρήκε το μύλο έτοιμο. Βέβαια έκανε οικονομίες ο Μαράκης – […]».</p>
<p>«Ο Μαράκης ανακατευόταν στην προσωπική ζωή των εργατών του;» ρωτήσαμε.</p>
<p>«Όταν αρραβωνιάστηκα εγώ, απ’ το Μουρίκι ήταν η γυναίκα μου, και το ’μαθε ο Μαράκης, θύμωσε. “Ποια είναι αυτή, πήγαινέ τη βόλτα στο βάλτο και παράτα την εκεί πέρα” μου είπε. Ήθελε, φαίνεται, να μου φέρει καμιά απ’ την Κρήτη, να με έχει εκεί μέσα έμπιστο…»</p>
<p>«Γιατί έκλεισε;» ρωτήσαμε πάλι.</p>
<p>«Ο Μαράκης έχασε πολλά λεφτά» είπε ο κ. Ζυγογιάννης. «Είχε, ας πούμε, κάποιος 50 στρέμματα, και ζήταγε δάνειο, προκαταβολή, για το σιτάρι. Ο κόσμος ήταν φτωχός, κρέμονταν όλοι απ’ τον Μαράκη. Εκείνος τα έγραφε, τα ονόματα και το ποσό που είχε δώσει στον καθένα, και μετά ρώταγε “Γιώργη, ήρθε ο Σ. να φέρει το στάρι;”, π.χ. “To ’φερε”, “Τι στάρι ήταν, Γιώργη;”, “Σκουπίδια!..”.</p>
<p>»Αν δεν είχαν να ξεπληρώσουν, τα ’φηνε ο Μαράκης τα λεφτά για την άλλη χρονιά, και την άλλη… Έχασε πολλά λεφτά.</p>
<p>»Θυμάμαι, μια φορά, ήρθε ο παπα-Β. κι έφερε σακιά στάρι – κι έσταζε το στάρι νερό. Μου λέει ο Μαράκης “Πάρ’ το”. “Δεν το παίρνω, θα μου χαλάσει όλη την αποθήκη” λέω εγώ. Πού να το πάρω… Άμα βάλεις βρεγμένο σιτάρι στην αποθήκη, θα σ’ το χαλάσει όλο. Κι ήμουν εγώ υπεύθυνος. Έφυγε ο παπα-Β. και μουρμούραγε: “Εκεί κάνει κουμάντο ο Ζυγογιάννης, δεν κάνει ο Μαράκης”. “Άντε να το απλώσεις, να στεγνώσει” του λέω “και ξαναφέρ’ το”.</p>
<p>»Εγώ είχα πείρα, ήξερα τα μηχανήματα, και τα ηλεκτρονικά και όλα. Άξιζε το τομάρι μου εμένα».</p>
<p>Κάπου εδώ η συνέντευξη ολοκληρώθηκε. Ο κ. Ζυγογιάννης μας κέρασε τσίπουρο και λικέρ βύσσινο που φτιάχνει μόνος του, ευχαριστημένος κι ο ίδιος που είχε θυμηθεί τόσο πολλά για το εργοστάσιο:</p>
<p>«Κάποια πράγματα νόμιζα πως τα ’χα ξεχάσει…»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΤΕΛΟΣ</p>
<p>The post <a href="https://gslreview.com/giorgos-zugogiannis/">Προφορική μαρτυρία: Γιώργος Ζυγογιάννης, πρακτικός μηχανικός</a> appeared first on <a href="https://gslreview.com">Greek Social &amp; Literary Review - Ελληνική Κοινωνική &amp; Λογοτεχνική Επιθεώρηση</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
